1285/2008 ΣΤΕ

Φορολογικές διαφορές και προϋποθέσεις για το παραδεκτό της έφεσης.

Πότε είναι εκκλητή η πρωτόδικη απόφαση.

Από την έναρξη ισχύος του ΚΔΔ καταργήθηκε η ειδική ρύθμιση του άρθρου 165 παρ. 1 εδ. γ΄ του ΚΦΔ, η οποία αναφερόταν στο εκκλητό σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης. Η περίπτωση αυτή καλύπτεται από το άρθρο 92 παρ. 2 του ΚΔΔ και αν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από αυτά τα ποσά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση και ανεξάρτητα αν τα ποσά είχαν καταλογιστεί με μία πράξη.

Επιβολή περισσοτέρων αυτοτελών προστίμων για παραβάσεις του ΚΒΣ. Το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα πρόστιμα αυτά, έστω και αν είχαν καταλογισθεί με μία πράξη.

Ορθά απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την 1781/2004 ΔΕφΑθ).

ΔΦΟΡΝ 2009/367


ΌΜΟΙΕΣ (μεταγενέστερες ) και οι :

α) 870/2013 ΔΕΦ ΑΘ

Εκκλητό αποφάσεως.

Στην περίπτωση επιβολής περισσοτέρων αυτοτελών προστίμων, λόγω παραβάσεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα αντίστοιχα των εν λόγω προστίμων επιμέρους ποσά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία αυτά είχαν επιβληθεί με μία διοικητική πράξη, και όχι από το συνολικό ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ούτε από το συνολικό ποσό των επιβληθέντων με τη διοικητική πράξη προστίμων

β)  5154/2013 ΔΕΦ ΑΘ

Εκκλητό αποφάσεως.

Επιδόσεις.

Θυροκόλληση.

Δικονομική ακυρότητα.

Φορολογία εισοδήματος.

Πλαστά φορολογικά στοιχεία.

Έκθεση κατάσχεσης.

Παράβαση ουσιώδους τύπου.

Προσφυγή διατηρούντος ατομική επιχείρηση κατά της πράξης του Προϊσταμένου ΔOY, με την οποία επιβλήθηκαν σε βάρος του 48 πρόστιμα του ΚΒΣ. Στην περίπτωση επιβολής περισσοτέρων αυτοτελών προστίμων, λόγω παραβάσεων του ΚΒΣ, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα αντίστοιχα των εν λόγω προστίμων επί μέρους ποσά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία αυτά είχαν καταλογισθεί με μία διοικητική πράξη και όχι από το συνολικό ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ούτε από το συνολικό ποσό των επιβληθέντων με τη διοικητική πράξη προστίμων.

Εφόσον η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3659/08, εφαρμοστέα, στην προκειμένη περίπτωση, ως προς το εκκλητό, είναι η διάταξη του αρ.92§2 του ΚΔΔ. Επομένως, η εκκαλουμένη είναι εκκλητή μόνο ως προς 1 από τα 48 πρόστιμα. Οι εκθέσεις συνοδεύουν και πιστοποιούν τη διενέργεια υλικής πράξεως εντασσόμενης σε συγκεκριμένη διαδικασία, με συνέπεια, να μην νοείται η σύνταξή τους χωρίς την διενέργεια της αντίστοιχης υλικής πράξεως.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, εφόσον η αρχική πράξη της φορολογικής αρχής είχε ακυρωθεί ως νομικώς πλημμελής, λόγω μη συντάξεως νόμιμης εκθέσεως κατασχέσεως, έπρεπε να τηρηθεί εκ νέου η σχετική διαδικασία, συνιστάμενη, ειδικότερα, σε κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων στην επαγγελματική εγκατάσταση του εφεσιβλήτου, σύνταξη, επί τόπου, κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου, της οικείας εκθέσεως κατασχέσεως, υπογραφή της από τους ελεγκτές και τον εφεσίβλητο και επίδοση προς αυτόν αντιγράφου της εν λόγω εκθέσεως. Εφόσον, όμως, δεν τηρήθηκε η κατά τα ανωτέρω διαδικασία, αφού η νεότερη έκθεση κατασχέσεως συντάχθηκε στα γραφεία της Δ.Ο.Υ. και δεν υπογράφεται από τον εφεσίβλητο, η επίδοση προς τον οποίο δεν είναι νόμιμη, καθόσον, έλαβε χώρα θυροκόλληση αυτής, χωρίς να βεβαιώνεται στο οικείο αποδεικτικό η αδυναμία εύρεσης τόσο του ιδίου, όσο και των τυχόν συνοικούντων με αυτόν προσώπων, η έκθεση κατάσχεσης δεν ήταν νόμιμη, αλυσιτελώς δε γίνεται αναφορά στη δυνατότητα συναγωγής συμπεράσματος όσον αφορά το έτος σύνταξης της εν λόγω έκθεσης.

Απορρίπτει την έφεση του Δημοσίου, ως αβάσιμη.

Γ) ΔΕφΑθ 1337/2009

Έφεση.

Η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης, κρίνεται με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της

εκκαλούμενης απόφασης. Επιστροφή του επιπλέον ποσού λόγω αχρεώστητης καταβολής.

Σε περίπτωση επιβολής περισσοτέρων αυτοτελών προστίμων, λόγω παραβάσεων του ΚΒΣ, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα επί

μέρους ποσά των προστίμων, έστω και αν αυτά είχαν καταλογισθεί με μία πράξη.

Για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3659/2008 έχει εφαρμογή το άρθρο 92 του ΚΔΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο αυτό. Απαράδεκτη η έφεση.

Όμοια η υπ΄ αριθμ. 1338/2009 ΔΕφΑθ

Αριθμός 1285/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2008 με την εξής σύνθεση: Ν. Σκλίας, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και των αρχαιοτέρων του Συμβούλων, που είχαν κώλυμα, Α.-Γ. Βώρος, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ειρ. Σταυρουλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 15 Νοεμβρίου 2004 αίτηση:

του Προϊσταμένου …………. Αττικής, ο οποίος παρέστη με την Μαρία Λουΐζα Μπακαλάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής (οδός …….. αρ. ..), η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ` αριθμ. 1781/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ειρ. Σταυρουλάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

σκέφτηκε κατά το Νόμο

  1. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκείται κατά νόμο ατελώς και χωρίς καταβολή παραβόλου.
  2. Επειδή,με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 1781/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 10341/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, κατά μερική αποδοχή προσφυγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, μεταρρυθμίσθηκε η 173/1997 πράξη του Προϊσταμένου της ………. , με την οποία είχε επιβληθεί σε βάρος της ως άνω εταιρείας, η οποία διατηρεί κέντρο διασκεδάσεως, συνολικό πρόστιμο 17.000.000 δραχμών λόγω μη εκδόσεως εισιτηρίων εισόδου, κατά παράβαση της 1072823/513/Πολ.1159/22.6.1994 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών σε συνδυασμό με τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (πδ.186/1992, Α` 84), σε 85 περιπτώσεις (85 Χ 200.000 δραχμές), και το ως άνω πρόστιμο περιορίσθηκε στο ποσό των 4.250.000 δραχμών (85 Χ 50.000 δραχμές).
  3. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 165 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (ΚΦΔ, π.δ. 331/1985, Α΄ 116) που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 (Α΄ 202), όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε διαδοχικώς με τα άρθρα 13 του ν.δ/τος 10/1968 (Α΄ 279), 3 του επί τη βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 24 του ν. 1183/1981 (Α΄ 191) εκδοθέντος π.δ/τος 1075/1981 (Α΄ 262), 60 παρ. 1 του ν. 2065/1992 (Α΄ 113) και 29 του ν. 2648/1998 (Α΄ 238), οριζόταν ότι «Σε έφεση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων αν το ποσό της διαφοράς υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, χωρίς στο ποσό αυτό να συνυπολογίζονται οι πρόσθετοι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις. Ως «διαφορά», η οποία παρέχει το δικαίωμα να ασκηθεί έφεση, λογίζεται για τη διάδικη αρχή το ποσό που προκύπτει ανάμεσα σ` εκείνο που ορίστηκε με τη διοικητική πράξη και σ` αυτό που όρισε η απόφαση του δικαστηρίου. … Αν δεν υπάρχει δήλωση, ως «διαφορά» λογίζεται το ποσό που καταλόγισε η αρχή …». Ήδη, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97/17.5.1999), του οποίου η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο αυτού, άρχισε δύο μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται, στο άρθρο 92, ότι «1. Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό. 2. Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν χρηματικές διαφορές αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών. Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση. Αν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα ποσά αυτά. Σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης ενδίκων βοηθημάτων, συνάφειας προσβαλλομένων πράξεων ή παραλείψεων ή ομοδικίας, το αντικείμενο της διαφοράς κρίνεται χωριστά ως προς κάθε ένδικο βοήθημα, συναφή πράξη ή παράλειψη ή ομόδικο, εκτός αν, στην τελευταία περίπτωση, υπάρχει ενοχή σε ολόκληρο. 3. Ειδικώς στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές εν γένει διαφορές, όταν από το νόμο προβλέπεται η από μέρους του φορολογουμένου υποβολή δήλωσης πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται, για μεν τη Διοίκηση η διαφορά του κυρίου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που ορίστηκε με την πράξη και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για δε το φορολογούμενο η διαφορά του κυρίου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση. 4. […]», στο άρθρο 279, ότι «Η άσκηση ένδικων μέσων κατ` αποφάσεων που δημοσιεύονται μετά την έναρξη της ισχύος του Κώδικα διέπεται από τις διατάξεις του» και στο άρθρο 285, ότι «1. Από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν. 2. Κατ` εξαίρεση, διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις: α) ως προς τις οποίες γίνεται ρητή επιφύλαξη στις επιμέρους διατάξεις του Κώδικα, β) της δημοτικής – κοινοτικής φορολογίας, οι οποίες αφορούν την είσπραξη φόρου ή τέλους μέσω της Δ.Ε.Η., γ) οι οποίες αναφέρονται στην εκδίκαση των διαφορών ανάμεσα στο φορολογούμενο και τον ενοικιαστή φόρων, δ) οι οποίες προβλέπουν την επιβολή, από τα δικαστήρια, αυτοτελών κυρώσεων για φορολογικές παραβάσεις, ε) του άρθρου 99 του ν.δ. 118/1973, στ) του άρθρου 1 του ν.δ. 4600/1966 και ζ) των παρ. 4 και 7 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998».
  1. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του εν λόγω Κώδικα καταργήθηκε, εφ` όσον, αφ` ενός δεν επανελήφθη στη νέα διάταξη του άρθρου 92 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αφ` ετέρου δεν περιλαμβάνεται στις μνημονευόμενες στο άρθρο 285 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εξαιρέσεις, η ειδική ρύθμιση του άρθρου 165 παρ. 1 εδ. γ΄ του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, η οποία αναφερόταν στο εκκλητό σε περίπτωση μη υποβολής δηλώσεως, οπότε ως «διαφορά» λογιζόταν το καταλογισθέν από τη διάδικη αρχή ποσό. Συνεπώς, η περίπτωση αυτή καλύπτεται, πλέον, από τη ρύθμιση του άρθρου 92 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία, εάν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα ποσά αυτά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση και ανεξαρτήτως αν τα αυτοτελή αυτά ποσά είχαν καταλογισθεί με μία διοικητική πράξη. Επομένως, στην περίπτωση επιβολής περισσοτέρων αυτοτελών προστίμων, λόγω παραβάσεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (περίπτωση για την οποία δεν προβλέπεται από το νόμο η υποβολή δηλώσεως), το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα αντίστοιχα των εν λόγω προστίμων επί μέρους ποσά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία αυτά είχαν καταλογισθεί με μία διοικητική πράξη, και όχι από το συνολικό ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ούτε από το συνολικό ποσό των επιβληθέντων με τη διοικητική πράξη προστίμων (ΣτΕ 1756/2007 Ολ.).
  2. Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 2, με την ένδικη πράξη του Προϊσταμένου της …………….. επιβλήθηκαν σε βάρος της αναιρεσίβλητης 85 αυτοτελή πρόστιμα (85 Χ 200.000 δραχμές). Το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου που στρεφόταν κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά της εν λόγω πράξεως και το ως άνω συνολικό ποσό (17.000.000 δραχμές) είχε περιορισθεί στις 4.250.000 δραχμές (85 Χ 50.000 δραχμές), ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι αντικείμενο της ενώπιόν του αχθείσας διαφοράς ήταν αυτοτελή πρόστιμα, έκαστο των οποίων δεν υπερέβαινε, αυτοτελώς, το ποσό των 200.000 δραχμών και ότι, συνεπώς, η πρωτόδικη απόφαση ήταν ανέκκλητη. Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση αυτή δεν είναι νόμιμη, καθ` όσον δεν λαμβάνεται υπ` όψιν το συνολικό ποσό, το οποίο είχε καταλογισθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου με την προσβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πράξη της φορολογικής αρχής, ήτοι το άθροισμα των ποσών των επιμέρους προστίμων και, πάντως, δεν λαμβάνεται υπ` όψιν ότι εν προκειμένω με την πρωτόδικη απόφαση καθορίζεται ως αντικείμενο της διαφοράς ένα ποσό διαφοράς και όχι περισσότερα διακεκριμένα ποσά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 4, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
  3. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και εφ` όσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Απριλίου 2008.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                     Η Γραμματέας

Ν. Σκλίας                                  Α. Ζυγουρίτσα

 

3139/2014 ΣΤΕ

ΚΒΣ.

Σε περίπτωση επιβολής περισσοτέρων αυτοτελών προστίμων, το εκκλητό της αποφάσεως κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα επί μέρους ποσά, ακόμη και αν έχει εκδοθεί μία καταλογιστική πράξη.

Για το λυσιτελές της προβολής από το διοικούμενο λόγου προσφυγής περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης απαιτείται και παράλληλη αναφορά και των ουσιωδών ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλε ενώπιον αν είχε κληθεί.

Εσφαλμένη αντίθετη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτά διότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί του νομικού ζητήματος της ερμηνείας του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του ΣτΕ.

Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την αριθμ. 301/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά).

Όμοια με την αριθ. 3140/2014 ΣτΕ

 

Αριθμός 3139/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Μαρκουλάκης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και της αναπληρώτριας Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Γ. Τσιμέκας, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Ευστ. Σκούρα, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Κεχρολόγου.

Για να δικάσει την από 21 Ιανουαρίου 2012 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Α’ Καλλιθέας, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του …………………., κατοίκου Πετρούπολης Αττικής (……………….), ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 301/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ο.-Μ. Βασιλάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

  1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, για την οποία δεν απαιτείται κατά νόμο καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 301/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία, κατ΄ αποδοχήν εφέσεως του αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η 1949/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά και, ακολούθως, έγινε δεκτή προσφυγή του τελευταίου κατά της 132/21-7-1999 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Α΄ Καλλιθέας, με την οποία είχαν επιβληθεί σε βάρος του πρόστιμα για παραβάσεις του ΚΒΣ, διαχειριστικής περιόδου 1996.
  1. Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. 63Γ /23-12-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……………….., αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και της από 10-5-2013 Πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή, κοινοποιήθηκαν νομίμως, κατ΄ άρθρο 8 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), στον δικηγόρο, o οποίoς υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο (έφεση) και ο οποίος είχε, επίσης, παραστεί ως πληρεξούσιoς του αναιρεσίβλητου στην ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου δίκη (δοθέντος ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη ενώπιον του δικάσαντος εφετείου, ΣτΕ 374/2014). Συνεπώς, παρά τη μη παράσταση του αναιρεσίβλητου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς από την άποψη αυτή και είναι εξεταστέα περαιτέρω.
  2. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ίδιου νόμου, από 1.1.2011, αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ν. 3900/2010, οι οποίες εφαρμόζονται σε αιτήσεις αναιρέσεως ασκούμενες μετά την 1-1-2011 (ΣτΕ 2177/2011 επταμ.), για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω διατάξεων, ήτοι και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς και των αναφερομένων στην παράγραφο 3 προϋποθέσεων (ΣτΕ 1873/2012 επταμ.). Επομένως, επί διαφοράς, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει τα 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται πλέον παραδεκτώς, μόνον όταν προβάλλεται από το διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, μεταξύ άλλων, ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, ήτοι επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία (ερμηνεία) είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 4609/2013 , 3996 , 3873 , 3011 , 2631/2013 , 3933/2012 ).
  3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στις 27.1.2012 και επομένως διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3900/2010. Με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς, μεταξύ άλλων, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση- με την οποία, κατ΄ αποδοχήν σχετικών λόγων εφέσεως και προσφυγής του αναιρεσίβλητου, ακυρώθηκε η ένδικη πράξη επιβολής προστίμων για το λόγο ότι, εν όψει και του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, έπρεπε να έχει επιδοθεί στον τελευταίο, πριν από την έκδοσή της, σημείωμα ελέγχου με κλήση προς παροχή εξηγήσεων – έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθόσον δεν ερευνήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας αν, στην προκείμενη περίπτωση, έγινε επίκληση από τον αναιρεσίβλητο, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, κρίσιμων στοιχείων, που, αν είχαν τεθεί ενώπιον της Διοικήσεως, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, γίνεται επίκληση της 3382/2010 αποφάσεως της επταμελούς συνθέσεως του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια το αναφερόμενο στην απόφαση αυτή νομικό ζήτημα, στη συνέχεια δε εκδόθηκε η 4447/2012 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, με την οποία το παραπεμφθέν ζήτημα επιλύθηκε κατά τρόπο σύμφωνο με την απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του ανωτέρω Τμήματος, ειδικότερα δε κρίθηκε ότι, κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, για το λυσιτελές της προβολής από το διοικούμενο λόγου ακυρώσεως περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως πριν από την έκδοση της δυσμενούς γι΄ αυτόν πράξεως απαιτείται και παράλληλη αναφορά των ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλλε ενώπιον της Διοικήσεως αν είχε κληθεί. Επομένως, ανέκυψε αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς την ερμηνεία της ως άνω συνταγματικής διατάξεως (πρβλ. ΣτΕ 2583/2013, 4991/2012), η αντίθεση δε αυτή καθιστά παραδεκτή την κρινόμενη αίτηση, κατά την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη, και εξεταστέα περαιτέρω, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα.
  4. Επειδή, στο άρθρο 92 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/1999, Α΄97) όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέπονται τα εξής: «1. Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό. 2. Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν χρηματικές διαφορές αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών. Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση. Αν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα ποσά αυτά …». Επομένως, στην περίπτωση επιβολής περισσοτέρων αυτοτελών προστίμων, λόγω παραβάσεων του ΚΒΣ, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα αντίστοιχα των εν λόγω προστίμων επί μέρους ποσά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία αυτά είχαν καταλογισθεί με μία διοικητική πράξη, και όχι από το συνολικό ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ούτε από το συνολικό ποσό των επιβληθέντων με τη διοικητική πράξη προστίμων (ΣτΕ 1756/2007 Ολ., 3230/2007 επταμ., 2049/2008, 2077 , 1442, 278/2009 , 89/2010, 3954/2012, 3860/2013).
  5. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε βάρος του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο διαφημίσεις-εκδόσεις-γραφικές τέχνες-εμπορία διαφημιστικών ειδών και υλικών γραφικών τεχνών και έδρα στην περιφέρεια του Δήμου Καλλιθέας (…………………..) και ο οποίος για την παρακολούθηση των εργασιών του τηρούσε, κατά την ένδικη χρήση, βιβλία και στοιχεία Β κατηγορίας του ΚΒΣ, επιβλήθηκαν, με την ένδικη πράξη, τα ακόλουθα πρόστιμα (τα οποία, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη, υπολογίσθηκαν, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 24 του ν. 2523/1997, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, στις περιπτώσεις που αυτές επεφύλασσαν επιεικέστερη μεταχείριση έναντι εκείνων των άρθρων 32 και 33 του π.δ/τος 186/1992): α) πρόστιμο 133.745.400 δρχ, κατ΄ άρθρο 5 παρ. 10 β του ν. 2523/1997, για την έκδοση εβδομήντα οκτώ (78) εικονικών φορολογικών στοιχείων-τιμολογίων (ίσο με το διπλάσιο της αξίας αυτών), κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 33 παρ. 4 του π.δ/τος 186/1992 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 10 περ. β του ν. 2523/1997, β) πρόστιμο 58.902.000 δρχ., κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις, για τη λήψη έξι (6) εικονικών φορολογικών στοιχείων-τιμολογίων (ίσο με το διπλάσιο της αξίας αυτών), κατά παράβαση των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του π.δ/τος 186/1992, γ) πρόστιμο 200.000 δρχ, κατ΄ άρθρο 5 παρ. 2β του ν. 2523/1997, για τη μη προσκόμιση στον έλεγχο των τιμολογίων αγοράς και των στοιχείων δαπανών του, μολονότι ο υπόχρεως εκλήθη προς τούτο νομότυπα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 33 παρ. 1δ του π.δ/τος 186/1992, δ) συνολικό πρόστιμο 800.000 δρχ (200.000 χ 4), κατά τα άρθρα 32 παρ. 1 και 33 παρ. 1ε του π.δ/τος 186/1992, για τη μη καταχώριση στο τηρούμενο από αυτόν βιβλίο εσόδων-εξόδων τεσσάρων (4) τιμολογίων, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του π.δ/τος 186/1992, ε) πρόστιμο 200.000 δρχ, κατ΄ άρθρο 32 παρ. 1 του π.δ/τος 186/1992, για μη υποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων πελατών-προμηθευτών του της κρίσιμης διαχειριστικής περιόδου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του π.δ/τος 186/1992, και στ) πρόστιμο 200.000 δρχ, κατ΄ άρθρο 32 παρ. 1 του π.δ/τος 186/1992, για τη μη τήρηση ενιαίας αρίθμησης κατά την έκδοση των τιμολογίων πώλησης και παροχής υπηρεσιών, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 6 και 2 παρ. 1 του π.δ/τος 186/1992.
  1. Επειδή, ως προς τις αυτοτελείς παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων υπό στοιχεία γ), δ) [4 παραβάσεις], ε) και στ), που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, η πρωτόδικη απόφαση ήταν ανέκκλητη, δεδομένου ότι το αντίστοιχο, ως προς κάθε μια από αυτές, πρόστιμο δεν υπερέβαινε το ποσό των 200.000 δραχμών, σύμφωνα με το παρατεθέν στη σκέψη 5 άρθρο 92 παρ. 2 ΚΔΔ. Συνεπώς, παρά το νόμο το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν απέρριψε, ως προς τα ανωτέρω πρόστιμα, την έφεση του αναιρεσίβλητου ως απαράδεκτη, αλλά την έκανε δεκτή, για το λόγο δε αυτό, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ΄ ο μέρος δέχθηκε, ως προς τα εν λόγω πρόστιμα, την έφεση (ΣτΕ 89/2010,2077,1442/2009, 3954/2012, πρβλ και ΣτΕ 2756-7/2013 επταμ.).
  2. Επειδή, εξάλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του».
  3. Επειδή, όπως έχει κριθεί, σε περίπτωση που, κατόπιν της διενέργειας ελέγχου, η φορολογική αρχή άγεται στην έκδοση πράξης επιβολής προστίμου για παράβαση του Κ.Β.Σ., με την οποία αποδίδεται υπαίτια συμπεριφορά στον παραβάτη, υποχρεούται, βάσει του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, πριν από την έκδοση τέτοιας πράξης, να παρέχει στον φερόμενο ως παραβάτη την ευχέρεια να εκθέσει τις απόψεις του επί του ζητήματος (βλ. ΣτΕ Ολομ. 2370/2007 ), προβάλλοντας ενώπιον αυτής συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ούτως ώστε να επηρεάσει τη λήψη από αυτή της σχετικής αποφάσεως, ύστερα από διαφορετική εμφάνιση ή εκτίμηση του πραγματικού υλικού (βλ. ΣτΕ Ολομ. 4447/2012 ). Συνεπώς, για το λυσιτελές της προβολής από το διοικούμενο λόγου προσφυγής περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης πριν από την έκδοση της δυσμενούς γι΄ αυτόν πράξεως απαιτείται και παράλληλη αναφορά και των ουσιωδών ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλλε ενώπιον της Διοικήσεως αν είχε κληθεί (βλ. ΣτΕ Ολομ. 4447/2012 , πρβλ. ΣτΕ 948/2012 , 2383/2012 , 3578, 3871/2013).
  4. Επειδή, εν προκειμένω ο ήδη αναιρεσίβλητος προέβαλε τόσο με την προσφυγή όσο και με την έφεσή του ότι η ένδικη πράξη εκδόθηκε χωρίς να του επιδοθεί προηγουμένως σχετικό σημείωμα με κλήση προς παροχή εξηγήσεων, κατά παράβαση των οριζομένων στον Κ.Β.Σ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο έκανε δεκτό τον ως άνω λόγο εφέσεως και, ακολούθως, προσφυγής του αναιρεσίβλητου, εν όψει και του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος. Η κρίση αυτή δεν είναι νόμιμη, ενόψει των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, διότι, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσίβλητος, κατά την προβολή του ως άνω λόγου ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, δεν είχε επικαλεσθεί συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που ο ίδιος θα μπορούσε να έχει προβάλει ενώπιον της Διοικήσεως, αν του είχε επιδοθεί το, κατ’ άρθρο 36 παρ. 7 ΚΒΣ, σημείωμα με κλήση προς παροχή εξηγήσεων.
  5. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε η υπόθεση να παραπεμφθεί στο σύνολό της (ΣτΕ 3230/2007, 1442/2009) στο δικάσαν Διοικητικό Εφετείο για νέα κρίση.

                                                          Δ ι ά   τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 301/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το αιτιολογικό.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου και 28 Μαΐου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους.

                                     Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                Η Γραμματέας

                                           Ν. Μαρκουλάκης                         Κ. Κεχρολόγου