1375/2013 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)
Από την κήρυξη της πτωχεύσεως, ο πτωχεύσας, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά, εκπροσωπείται δε από τον σύνδικο. Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Αντίθετη μειοψηφία.
Από την κήρυξη της παύσεως των εργασιών της πτωχεύσεως λόγω ελλείψεως ενεργητικής περιουσίας, ο πτωχός παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικά χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου. Κρίσιμος ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως και όχι ο χρόνος της συζητήσεως αυτής στο ακροατήριο. Πότε συνεχίζεται νομίμως από τον πτωχό δίκη που ανοίχθηκε πριν από την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως. Αντίθετη μειοψηφία.
Ορθά απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 457/2008 απόφαση ΔΕφΘ).
Η αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 399/2012 αποφάσεως του ΣτΕ.
(Σημείωση Ε. Μυλωνά ΕΔΚΑ 2013/593/861) _ ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2014/1075
ΌΜΟΙΕΣ (μεταγενέστερες) :
Α) 761/2014 (βλ. λ. ΕΔΩ)
Β) 2395/2014 ΣτΕ
Από την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, η πτώχευση σε αδράνεια και ο πτωχός νομιμοποιείται πλέον να παρίσταται επί δικαστηρίου χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου. Ο υπογράφων δικηγόρος νομιμοποιήθηκε με ειδικό πληρεξούσιο των συνεκκαθαριστών και όχι των συνδίκων, χωρίς να προκύπτει ότι εκπροσωπούσαν νομίμως της εταιρεία λόγω παύσης των εργασιών της πτώχευσης.
Απορρίπτεται η αναίρεση ως απαράδεκτη (επικυρώνει την αριθμ. 1158/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών).
Όμοια με την υπ΄ αριθ. 2396/2014 ΣτΕ
Αριθμός 1375/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Ρόζος, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ευ. Νίκα, Ευθ. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Εμμ. Κουσιουρής, Ολ. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Χρ. Σιταρά, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή καθώς και η Πάρεδρος Χρ. Σιταρά μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 9 Ιουνίου 2008 αίτηση:
του ….. … . .. , κατοίκου Γιαννιτσών Ν. Πέλλας (….. .. . .), ο οποίος δεν παρέστη,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ψυχογιό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 399/2012 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 457/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Εμμ. Κουσιουρή.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα έγγραφα και σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (951186, 1887329-33, 2889458-60/08 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 457/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 207/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, για το λόγο ότι αυτός, ως πτωχός, δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς, διαρκούσης της πτωχεύσεως και πριν από την παύση εργασιών αυτής, να ασκήσει ένδικα μέσα. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή του ιδίου κατά της 83/5.2.2002 πράξεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Γιαννιτσών, με την οποία είχε επιβληθεί σε βάρος του το κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2523/1997 ειδικό πρόστιμο ΦΠΑ έτους 2000, ύψους 20.559 ευρώ.
3. Επειδή, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την απόφαση 399/2012 του Β΄ Τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α΄ και 5 του π.δ. 18/1989, προς επίλυση των ζητημάτων: α) Αν οι διατάξεις του Κ.Δ.Δ., σύμφωνα με τις οποίες ο πτωχεύσας, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, παύει καταρχήν να νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς, εκπροσωπείται δε εφεξής από τον σύνδικο, δυνάμενος μόνο κατ’ εξαίρεση να ασκήσει ένδικα βοηθήματα και μέσα υπό τους όρους του άρθρου 24 παρ. 4 του ΚΔΔ, παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και β) Αν παραδεκτώς ασκείται ένδικο μέσο από πτωχεύσαντα και πριν την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, εφόσον ο χρόνος συζητήσεώς του τοποθετείται μετά την κήρυξη της παύσεως, οπότε ο πτωχεύσας αναλαμβάνει τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας.
4. Επειδή, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχιφύλακα …… … , με ημερομηνία 10.4.2010, αντίγραφα της ως άνω παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και της από 28.3.2012 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου της αιτήσεως αυτής στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου επεδόθησαν νομοτύπως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος ….. Υπό τα δεδομένα αυτά, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον της Ολομελείας κατά την παρούσα δικάσιμο χωρίς να παρίσταται κατ’ αυτήν ο αναιρεσείων, η δε κρινόμενη αίτηση, η οποία και κατά τα λοιπά ασκείται παραδεκτώς, είναι τύποις δεκτή και περαιτέρω εξεταστέα.
5. Επειδή, στο άρθρο 26 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (Κ.Φ.Δ., ν. 4125/1960, Α΄ 202, π.δ. 331/1985, Α΄ 116) οριζόταν ότι ο πτωχός, κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, μπορεί να ασκεί και ο ίδιος ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προσφυγή και τα ένδικα μέσα που συγχωρούνται κατά της επί της προσφυγής εκδιδόμενης απόφασης, καθώς επίσης και να παρίσταται κατά την εκδίκασή τους. Εξάλλου, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97) ορίζεται στο άρθρο 23 ότι «Ικανότητα να είναι διάδικοι έχουν, εκτός από τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα, οι ενώσεις προσώπων καθώς και οι ομάδες περιουσίας», στο άρθρο 24 ότι: «1. Ικανότητα να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων έχει το φυσικό πρόσωπο το οποίο: α) έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ή β) έχει περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα, αλλά μόνο ως προς τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη ρύθμιση σχέσεων για τις οποίες θεωρείται ικανό. 2. […] 3. Αν το πρόσωπο δεν έχει δικανική ικανότητα, για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων αποφασίζει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 4. Κατ’ εξαίρεση, για να αποτραπεί τυχόν επικείμενος κίνδυνος, επιτρέπεται και σε μη ικανό πρόσωπο να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ύστερα από άδεια του προέδρου του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρόκειται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση», στο δε άρθρο 64 παρ. 1 ότι «Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος: α) ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή β) στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου», στο άρθρο 93 παρ. 1 ότι «Δικαίωμα να ασκήσουν έφεση έχουν οι κατά την πρωτόδικη δίκη διάδικοι, εφόσον έχουν έννομο προς τούτο συμφέρον», και στο άρθρο 285 παρ. 1 ότι «Από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο απ’ αυτόν». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 181 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α΄ 153/10.7.2007) α.ν. 635/1937, ο οποίος είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας, σύμφωνα με το άρθρο 182 αυτού, εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του, «Από της πρωίας της ημέρας της επ’ ακροατηρίω δημοσιεύσεως της αποφάσεως της κηρυττούσης την πτώχευσιν, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας». Τέλος, κατά το ήδη καταργηθέν με το άρθρο 181 του ν. 3588/2007 άρθρο 534 του Εμπορικού Νόμου (β.δ. της 19 Απριλίου / 1 Μαΐου 1835), που εφαρμόζεται εν προκειμένω για τον ίδιο ως άνω λόγο, «Από της κηρύξεως της πτωχεύσεως πάσα κατά του πτωχεύσαντος αγωγή αφορώσα την κινητήν ή ακίνητον αυτού περιουσίαν, παν μέτρον εκτελέσεως, είτε επί των κινητών είτε επί των ακινήτων αυτού, εξακολουθούσιν ή επιχειρούνται κατά μόνον των συνδίκων. Δύναται όμως το δικαστήριον να δεχθή κατά το δοκούν αυτώ την παρέμβασιν του πτωχεύσαντος» στο δε επίσης καταργηθέν με το άρθρο 181 του ν. 3588/2007 άρθρο 637 του Εμπορικού Νόμου ορίζονταν τα εξής: «Εάν αι εργασίαι της πτωχεύσεως δεν δύνανται να εξακολουθήσωσι δι’ έλλειψιν περιουσίας, το δικαστήριον δύναται, επί τη εκθέσει του εισηγητού και ακουσθέντων των συνδίκων, να κηρύξη και εξ επαγγέλματος την παύσιν των εργασιών της πτωχεύσεως. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι πιστωταί αναλαμβάνουσιν την ενάσκησιν των ατομικών αυτών δικαιωμάτων κατά τε του προσώπου και της περιουσίας του πτωχεύσαντος […]».
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η ικανότητα διενέργειας διαδικαστικών πράξεων και γενικώς της παραστάσεως επί δικαστηρίου ιδίω ονόματι, συναρτάται προς τη δικαιοπρακτική ικανότητα του φυσικού προσώπου, όπως αυτή ρυθμίζεται από τις οικείες διατάξεις του αστικού και εμπορικού δικαίου. Ειδικότερα, ως προς τη δικανική ικανότητα του πτωχού έχουν εφαρμογή οι οικείες ειδικές διατάξεις του άρθρου 534 του Εμπορικού Νόμου, όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση σχετικά με το άρθρο 24 του Κώδικα τούτου, σύμφωνα με την οποία «Ως προς τη δικανική ικανότητα του πτωχού, η Επιτροπή δεν υιοθέτησε ρύθμιση αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 26 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Προκρίθηκε δε η εκδοχή να σιωπήσει συναφώς ο Κώδικας, ώστε να έχουν, ως προς τη δικανική ικανότητα του πτωχού, εφαρμογή οι οικείες ειδικές διατάξεις του άρθρου 534 του Εμπορικού Νόμου». Και ναι μεν κατά τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 534 του Εμπορικού Νόμου, η υποκατάσταση του συνδίκου στη δικονομική θέση του πτωχεύσαντος περιορίζεται στην παθητική νομιμοποίηση για την εκδίκαση των αγωγών και γενικότερα των αιτήσεων δικαστικής προστασίας των πτωχευτικών πιστωτών, όμως για την ταυτότητα του νομοθετικού λόγου που συνίσταται στην ανάγκη να εξασφαλίζεται η σύννομη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας, να αποτρέπεται η καταδολίευση των δανειστών και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, η υποκατάσταση αυτή ισχύει ανάλογα και για την ενεργητική νομιμοποίηση, κατά τρόπο ώστε να νομιμοποιείται ο σύνδικος, ως μη δικαιούχος ή μη υπόχρεος διάδικος, αντί του πτωχεύσαντος (πρβλ ΣτΕ 3199/2011, 2021/2010, 3371-2/2004, 590/1989, πρβλ και ΑΠ 350, 432/1965, 83/1966, 916/1996, 177/1998, 1458, 1781/2001). Συνεπώς, μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, και σε αντίθεση προς τα ρητώς οριζόμενα στον Κ.Φ.Δ. για αντίστοιχες περιπτώσεις, από την κήρυξη της πτωχεύσεως μέχρι την παύση των εργασιών της, ο πτωχεύσας, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, παύει καταρχήν να νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς, εκπροσωπείται δε από τον σύνδικο δυνάμενος μόνο κατ’ εξαίρεση να ασκήσει ένδικα βοηθήματα και μέσα υπό τους όρους του άρθρου 24 παρ. 4 του ΚΔΔ, δηλαδή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, λόγω της αδράνειας ή της αδυναμίας του συνδίκου της πτωχεύσεως να ενεργήσει δικαστικώς (πρβλ ΣτΕ 2021/2010, Α.Π. 498/1997), όπως τούτο διαπιστώνεται από το δικαστή που χορηγεί τη σχετική άδεια στον πτωχό. Kατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Α.-Γ. Βώρου και Γ. Ποταμιά, η στέρηση ή ο περιορισμός του ατομικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας, που θεσπίζεται για κάθε άτομο ως συνταγματικός κανόνας αμέσου εφαρμογής με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, προϋποθέτει συγκεκριμένη διάταξη νόμου η οποία πρέπει να σέβεται και την αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο κανόνας αυτός ισχύει και για την δικανική ικανότητα διαδίκου, την ικανότητά του δηλαδή να αποφασίζει μόνος του την διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Ειδικότερα, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντ/τος, η διάταξη του άρθρου 534 του ΕΝ, σύμφωνα με την οποία η δικανική ικανότητα του πτωχού περιορίζεται μόνον ως προς την παθητική του νομιμοποίηση στην πολιτική δίκη, δεν είναι επιτρεπτό να εφαρμοσθεί κατ’ ανάλογη ερμηνεία στη διοικητική δίκη κατά τρόπο ώστε ο πτωχός να στερείται του δικαιώματος να ασκήσει τα προβλεπόμενα από τον ΚΔιοικΔ ένδικα βοηθήματα και μέσα. Αντίθετα, επιβάλλεται εν προκειμένω σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 285 παρ. 1 του ΚΔιοικΔ, κατά την οποία από την έναρξη ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από τον Κώδικα, ώστε να θεωρηθεί ότι δεν έχει καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 26 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4125/1960) κατά την οποία ο πτωχός, κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, μπορεί να ασκήσει και ο ίδιος ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προσφυγή και τα ένδικα μέσα που συγχωρούνται κατά της σχετικής απόφασης, καθώς επίσης και να παραστεί σε αυτά και ότι, συνεπώς, διατηρείται το αναγνωριζόμενο από την εν λόγω διάταξη δικονομικό δικαίωμα, εφόσον το ζήτημα αυτό δεν ρυθμίζεται ειδικώς με τον ΚΔιοικΔ.
7. Επειδή, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει» και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) ορίζεται ότι «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και ανεπιλήπτου δικαστηρίου […]». Από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για το έγκυρο της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και την πρόοδο της δίκης, για να είναι όμως συνταγματικώς ανεκτά τα θεσπιζόμενα αυτά μέτρα πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν το όριο πέραν του οποίου τα μέτρα αυτά ισοδυναμούν με κατάλυση άμεση ή έμμεση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται με την παραπάνω συνταγματική διάταξη (ΑΕΔ 33/1995, ΣτΕ 1583/2010 Ολ., 647/2004 Ολ., 193/2009 7μ., 2531/2005 7μ., 3409/2010). Εξάλλου, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά από το ΕΔΔΑ, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά από τη φύση του υπόκειται σε περιορισμούς (βλ. Ashingdane κατά Ην. Βασιλείου, παρ. 57), οι οποίοι όμως, δεν επιτρέπεται να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζεται η ουσία του δικαιώματος (πρβλ υπόθεση Ιερές Μονές κατά Ελλάδος της 9.12.1994). Δεν είναι δε συμβατοί με το άρθρο 6 παρ. 1 περιορισμοί που δεν επιδιώκουν θεμιτό σκοπό, ή που δεν βρίσκονται σε εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ επιδιωκόμενου σκοπού και χρησιμοποιούμενων μέσων (βλ. Levages Prestation Services κατά Γαλλίας, παρ. 40, Luordo κατά Ιταλίας, παρ. 85). Ενόψει των ανωτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, κατά την οποία, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας του πτωχεύσαντος περιορίζεται η δικανική ικανότητά του για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για να δύναται να επιμεληθεί ο σύνδικος του συνόλου των σχετικών υποθέσεων με σκοπό την καλύτερη λειτουργία του θεσμού της πτωχεύσεως (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ Χρήστος Κανέας κατά Ελλάδας, αριθ. 19809/02, απόφαση της 9.12.2004, κ.ά.), δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου μάλιστα, ότι εν προκειμένω, δεν προβάλλεται κατά τρόπο συγκεκριμένο αδράνεια του συνδίκου κατά τη διάρκεια της αφαιρέσεως από τον πτωχό της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας από 15.9.2004 έως 6.12.2007 (πρβλ και Α.Π. 1781/2001 και ΕΔΔΑ Ολ. Luordo κατά Ιταλίας). Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Α.-Γ. Βώρος και Γ. Ποταμιάς, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: Με την εφαρμοστέα εν προκειμένω ρύθμιση του άρθρου 534 του Εμπορικού Νόμου, όπως αυτό ερμηνεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη, στερείται ο πτωχός της δυνατότητος να ασκεί, συντρεχόντως, έστω, προς τον σύνδικο, ένδικα βοηθήματα ή μέσα που αφορούν στην πτωχευτική περιουσία, με μόνη εξαίρεση την περίπτωση αποτροπής επικειμένου κινδύνου, καθιερούται δε, κατά τούτο, δικονομική υποκατάσταση του πτωχού από τον σύνδικο. Η στέρηση, όμως, της δυνατότητος του ίδιου του πτωχού, εκ παραλλήλου προς την παρεχομένη στον σύνδικο σχετική δυνατότητα, να απευθυνθεί, κατά τρόπο άμεσο και ανεξάρτητο, στο δικαστήριο για υποθέσεις που αφορούν στην πτωχευτική περιουσία, μη εξομoιουμένη προς την στέρηση απλώς της δυνατότητος παραστάσεως αυτού στο δικαστήριο επί ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων τα οποία επιτρεπτώς άσκησε (πρβλ απόφαση ΕΔΔΑ της 9.12.2004 επί του παραδεκτού της προσφυγής Χρ. Κανέα κατά Ελλάδος), και η πλήρης δικονομική υποκατάσταση αυτού από άλλο πρόσωπο στην άσκηση των εν λόγω ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων δεν συνιστούν απλό περιορισμό του καθιερουμένου με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαιώματος αποτελεσματικής ενδίκου προστασίας, αλλά προσβολή αυτού τούτου του πυρήνα του εν λόγω ατομικού δικαιώματος και, ειδικότερα, της βασικότερης εκφάνσεώς του, την οποία συνιστά η «πρόσβαση σε δικαστήριο», την προσβολή δε αυτή δεν αίρει η πρόβλεψη δυνατότητος ασκήσεως παρεμβάσεως, την οποία, κατά το άρθρο 534 του Εμπορικού Νόμου, δύναται να δεχθεί το δικαστήριο «κατά το δοκούν» (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 27.8.1991 Φίλης κατά Ελλάδος, σκ. 64 και 65). Αλλά, ακόμη και ως απλός περιορισμός του εν λόγω ατομικού δικαιώματος θεωρουμένη, η ανωτέρω ρύθμιση παραβιάζει, πάντως, την, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, διότι η προβλεπομένη με τη ρύθμιση αυτή αδυναμία του πτωχού να ασκεί ο ίδιος, έστω και συντρεχόντως προς τον σύνδικο, ένδικα βοηθήματα και μέσα για υποθέσεις που αφορούν στην πτωχευτική περιουσία δεν αποτελεί πρόσφορο ούτε, πάντως, αναγκαίο μέσο για την εξυπηρέτηση των, θαλπομένων από την εν γένει πτωχευτική νομοθεσία, γενικοτέρου συμφέροντος σκοπών της προστασίας των συμφερόντων των πιστωτών και της καλής λειτουργίας του θεσμού της πτωχεύσεως, αφού κανένας από τους σκοπούς αυτούς δεν παραβλάπτεται από την αναγνώριση, συντρεχόντως προς την αντίστοιχη δυνατότητα του συνδίκου, αμέσου και ανεξαρτήτου δικαιώματος του πτωχού να ασκεί ένδικα βοηθήματα και μέσα επί υποθέσεων που αφορούν στην πτωχευτική περιουσία, ώστε να είναι επιβεβλημένη η στέρηση από τον πτωχό του εν λόγω δικαιώματος για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών. Η αναγνώριση, άλλωστε, του δικαιώματος τούτου στον πτωχό θα διευκόλυνε, μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, την επαύξηση της πτωχευτικής περιουσίας, προς όφελος και των πτωχευτικών πιστωτών.
8. Επειδή, περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 534, 637 και 638 του Εμπορικού Νόμου συνάγεται ότι από την κήρυξη της παύσεως των εργασιών της πτωχεύσεως λόγω ελλείψεως ενεργητικής περιουσίας, εξακολουθεί μεν να υπάρχει η πτώχευση, τελεί, όμως, σε αδράνεια, κατά τη διάρκεια της οποίας παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και η διαχείριση από αυτόν της πτωχευτικής περιουσίας, την οποία αναλαμβάνει ο πτωχός, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκεί τα δικαιώματά του τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου (ΣτΕ 1042, 398/2002, 708/1981 πρβλ και Α.Π. 395/1980 Ολ., 1781/1983, 609/1986, 535/1998 κ.ά.). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 28 και 139 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), όπως η τελευταία προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 22 του ν. 3226/2004 (Α-24) προβλέπεται μόνο η θεραπεία τυπικών παραλείψεων, όπως εκείνες που αφορούν την πληρεξουσιότητα, ενώ στο άρθρο 67 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι: «Αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους [……], εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν, το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων [……]».
9. Επειδή, στην περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον πτωχεύσαντα, κρίσιμο χρονικό σημείο για να κριθεί η κατά νόμο δικανική ικανότητά του είναι ο χρόνος διενέργειας της σχετικής διαδικαστικής πράξεως, ήτοι, εν προκειμένω, ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως, και όχι ο χρόνος της συζητήσεως αυτής στο ακροατήριο. Η αδυναμία δε κατά το νόμο ασκήσεως του ενδίκου μέσου από πτωχεύσαντα δεν μπορεί να καλυφθεί εάν μετά την άσκηση και πριν από τη συζήτηση του ενδίκου μέσου μεσολάβησε παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται από τις παρατεθείσες διατάξεις του Κ.Δ.Δ. ούτε από άλλη διάταξη θεραπεία του απαράδεκτου αυτής με την παράσταση του πτωχεύσαντος κατά τη συζήτηση της εφέσεως μετά την παύση των εργασιών, η δε διάταξη του άρθρ. 67 του Κ.Πολ.Δικ. δεν έχει πάντως ανάλογη εφαρμογή στην περίπτωση αυτή διότι εφαρμόζεται, κατ’ άρθρο 40 του π.δ. 18/1989 (Α-8) μόνο στη διαδικασία της αιτήσεως ακυρώσεως. Αλλωστε, η στέρηση από το νόμο της δυνατότητας ασκήσεως από τον πτωχεύσαντα ενδίκου μέσου σχετικού με την πτωχευτική περιουσία, όπως και η επιβαλλόμενη σ’ αυτόν απαγόρευση να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία αυτή, τίθενται από τον νομοθέτη προς το γενικό συμφέρον και έχουν ως σκοπό την πληρωμή των πιστωτών της πτωχεύσεως, ο σκοπός δε αυτός εξακολουθεί να ισχύει για τα ήδη ασκηθέντα παρά τον νόμο (άρθρο 537 ΕμπΝ) από τον πτωχεύσαντα ένδικα μέσα και μετά την τυχόν παύση των εργασιών της πτωχεύσεως. Αντίθετη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή η θεραπεία του αρχικώς ακύρου δικογράφου αν κατά το χρόνο συζητήσεως της εφέσεως έχει επέλθει παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί απαράδεκτη ως δεύτερη, η τυχόν, σε χρόνο μεταγενέστερο της εφέσεως του πτωχού, αλλά πριν από την παύση των εργασιών, άσκηση εμπρόθεσμης εφέσεως από τον σύνδικο (ΣτΕ 3728/1989, 3598-99/2001, 3600-1/2001, 2983- 4/2001 κ.ά.), θα προκαλείτο δε αβεβαιότητα και ανασφάλεια δικαίου για τα συμφέροντα της πτωχεύσεως, αλλά και τις συναλλαγές γενικότερα, αφού ο πτωχός θα νομιμοποιούταν ενεργητικώς για υποθέσεις της πτωχευτικής του περιουσίας, της οποίας όμως δεν έχει την εξουσία της διαχειρίσεως το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Νομίμως, συνεπώς, συνεχίζεται από τον πτωχό δίκη που ανοίχθηκε πριν από την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το σχετικό ένδικο μέσο έχει ασκήσει εγκύρως ο σύνδικος της πτωχεύσεως, ή έχει ασκηθεί από τον ίδιο τον πτωχό υπό τους όρους του άρθρου 24 παρ. 4 του Κ.Δ.Δ. προκειμένου να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Α.-Γ. Βώρος και Γ. Ποταμιάς οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: Υπό την εκδοχή ότι η εφαρμοστέα εν προκειμένω ρύθμιση του άρθρου 534 του Εμπορικού Νόμου, όπως αυτό ερμηνεύθηκε, δεν θίγει υπερκείμενης ισχύος διατάξεις, ναι μεν ο πτωχός, κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας στερείται της ικανότητας να ασκεί ένδικα βοηθήματα ή μέσα για υποθέσεις που αφορούν στην πτωχευτική περιουσία, εκπροσωπούμενος από το σύνδικο, η έλλειψη όμως αυτή νομίμως θεραπεύεται εάν ο πτωχός συνεχίσει τη δίκη και παραστεί στο ακροατήριο μετά την επελθούσα εν τω μεταξύ παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο έχει αναλάβει πλήρως τα δικαιώματά του καθώς και τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας. Και τούτο, διότι η παράσταση του πτωχού στο ακροατήριο με δικηγόρο καθ’ ον χρόνο έχει ανακτήσει τη δικανική του ικανότητα συνιστά εκ των υστέρων έγκριση των προγενεστέρων διαδικαστικών πράξεων. Η αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία η έλλειψη δικανικής ικανότητας κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου δεν μπορεί να αναπληρωθεί ούτε να καλυφθεί ειδικώς στην περίπτωση της ανάκτησης αυτής κατά το χρόνο συζήτησής του, θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του δικαιώματος αποτελεσματικής ενδίκου προστασίας και μάλιστα σε προσβολή αυτού τούτου του πυρήνα του εν λόγω ατομικού δικαιώματος το οποίο κατοχυρούται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και εν πάση περιπτώσει θα συνιστούσε περιορισμό του εν λόγω δικαιώματος, ο οποίος θα αντέκειτο και στην κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.
10. Επειδή, εν προκειμένω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρ. 24 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του ΚΔΔ, 534 του ΕμπΝ και 2 παρ. 1 του α.ν. 635/1937, δέχθηκε ότι «ο πτωχός, μετά την ισχύ του ΚΔΔ, στερείται της δυνατότητας να ασκεί ένδικα βοηθήματα και μέσα ιδίω ονόματι, δεδομένου ότι εφαρμόζεται πλέον η διάταξη του άρθρου 534 του ΕμπΝ, δυνάμει της οποίας μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως μόνος νομιμοποιούμενος τόσο ενεργητικώς όσο και παθητικώς στις σχετικές δίκες τυγχάνει ο σύνδικος της πτωχεύσεως». Ειδικότερα, κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, «με την 65/564.7/15.9.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ο εκκαλών [ήδη αναιρεσείων] κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, ενώ με την 127/1717/6.12. 2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτωχεύσεως λόγω έλλειψης της αναγκαίας περιουσίας για την εξακολούθηση των εργασιών της. Η … έφεση ασκήθηκε από τον εκκαλούντα [ήδη αναιρεσείοντα] στις 16.9.2005, δηλ. διαρκούσης της πτωχεύσεως (πριν κηρυχθεί η παύση των εργασιών της με την ανωτέρω δικαστική απόφαση)». Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι «εφόσον ο εκκαλών [ήδη αναιρεσείων] κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως σε χρόνο προγενέστερο της ασκήσεως της κρινόμενης εφέσεως … δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς, διαρκούσης της πτωχεύσεως, να ασκήσει την υπό κρίση έφεση, την οποία μπορούσε να ασκήσει μόνο ο σύνδικος της πτωχεύσεως» και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Η κρίση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά σε προηγούμενες σκέψεις, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο. Κατά την μειοψηφήσασα, όμως, γνώμη, που εκτίθεται σε προηγούμενες σκέψεις, η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι νόμιμη και θα έπρεπε αυτή να αναιρεθεί και να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
11. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται, ενόψει του ότι το Δημόσιο παρέστη και κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (460+460=920) ευρώ.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Απριλίου 2013.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Κ. Μενουδάκος Μ. Παπασαράντη
2803/2014 ΣΤΕ
Από την κήρυξη της πτώχευσης, ο πτωχός εκπροσωπείται, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, από τον σύνδικο.
Από την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, ο πτωχός νομιμοποιείται να ασκεί τα δικαιώματά του και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς.
Σχετική έλλειψη δεν μπορεί να συμπληρωθεί εκ των υστέρων. Κρίσιμος ο χρόνος άσκησης της αίτησης αναίρεσης, και όχι συζήτησης αυτής στο ακροατήριο.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε παραδεκτά από την πτωχεύσασα εταιρεία. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την ΔΕφΘ 327/2008 ).
Όμοια με την αριθ. 2804/2014 απόφαση ΣτΕ.
Αριθμός 2803/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Κων. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Κ. Μαρίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 26 Μαΐου 2008 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………..», που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη (…………….), η οποία παρέστη με τηνδικηγόρο ….. που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Σταυρούλα Καλαμπαλίκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών και ήδη Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία παρέστη με την ….., που τη διόρισε με απόφαση της Οικονομικής της Επιτροπής.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 327/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ελ. Παπαδημητρίου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
- Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. υπ’ αριθ. 3310235, 3308396 και 3308397/2008 ειδικά έντυπα, σειράς Α’).
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 327/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη προσφυγή της αναιρεσείουσας, αναδόχου του έργου «Αποπεράτωση υδροδότησης του αρδευτικού δικτύου Ν. Σερρών από τον ποταμό Στρυμόνα», επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση του έργου και συγκεκριμένα από το 1156/25.5.2004 έγγραφο της Προϊσταμένης Αρχής, με το οποίο επεστράφη στην αναιρεσείουσα ο υποβληθείς από αυτήν προς έγκριση 2ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών (Α.Π.Ε.).
- Επειδή, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία περιλαμβάνει και την Περιφερειακή Ενότητα Σερρών, νομίμως συνεχίζει την παρούσα δίκη, νομιμοποιούμενη παθητικώς προς τούτο, ως καθολικός διάδοχος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών (άρθρα 3 παρ. 1 και 3 περ. β’ και 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010, Α΄ 87).
- Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 23 και 24 παρ 1, 3 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97), η ικανότητα διενέργειας διαδικαστικών πράξεων και γενικώς της παράστασης επί δικαστηρίου ιδίω ονόματι, συναρτάται προς τη δικαιοπρακτική ικανότητα του φυσικού προσώπου, όπως αυτή ρυθμίζεται από τις οικείες διατάξεις του αστικού και εμπορικού δικαίου. Ειδικότερα, ως προς τη δικανική ικανότητα του πτωχού έχουν εφαρμογή οι οικείες ειδικές διατάξεις του Εμπορικού Νόμου.
- Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ Ολομ. 1375-6/2013), από τις διατάξεις των άρθρων 534, 637 και 638 του Εμπορικού Νόμου (β.δ.19.4/1.5.1835) που έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι από τη δημοσίευση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση και μέχρι το πέρας αυτής, ο πτωχεύσας παύει, κατ’ αρχήν, να νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς και εκπροσωπείται, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, από τον σύνδικο της πτώχευσης, δυνάμενος μόνο κατ’ εξαίρεση να ασκήσει ένδικα βοηθήματα και μέσα υπό τους όρους του άρθρου 24 παρ. 4 του Κ.Δ.Δ., δηλαδή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, λόγω της αδράνειας ή της αδυναμίας του συνδίκου της πτώχευσης να ενεργήσει δικαστικώς, όπως τούτο διαπιστώνεται από το δικαστή που χορηγεί τη σχετική άδεια στον πτωχό. Περαιτέρω, από την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, λόγω έλλειψης ενεργητικού περιουσίας, εξακολουθεί μεν να υπάρχει η πτώχευση, τελεί, όμως, σε αδράνεια, κατά τη διάρκεια της οποίας παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και η διαχείριση από αυτόν της πτωχευτικής περιουσίας, την οποία αναλαμβάνει ο πτωχός, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκεί τα δικαιώματά του τόσο ενεργητικά, όσο και παθητικά και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου. Εξάλλου, στην περίπτωση άσκησης ένδικου μέσου από τον πτωχεύσαντα, κρίσιμο χρονικό σημείο για να κριθεί η κατά νόμο δικανική ικανότητά του είναι ο χρόνος διενέργειας της σχετικής διαδικαστικής πράξης, ήτοι εν προκειμένω ο χρόνος άσκησης της αίτησης αναίρεσης, και όχι ο χρόνος συζήτησης αυτής στο ακροατήριο. Η αδυναμία δε κατά το νόμο άσκησης του ένδικου μέσου από πτωχεύσαντα δεν μπορεί να καλυφθεί εάν, μετά την άσκηση και πριν από τη συζήτηση του ένδικου μέσου, μεσολάβησε παύση των εργασιών της πτώχευσης, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται από κάποια διάταξη θεραπεία του απαραδέκτου αυτής με την παράσταση του πτωχεύσαντος κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μετά την παύση των εργασιών.
- Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 204884/1048/29.5.2014 έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, διαβιβάσθηκαν στο Δικαστήριο (υπ’ αριθμ. πρωτ. 2600/2.6.2014) στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, αρχικά, με την 35179/11.11.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Εκουσία Δικαιοδοσία), η οποία εξαφανίσθηκε με την 345/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια με την 6712/25.2.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Εκουσία Δικαιοδοσία), με την οποία ορίσθηκε δικηγόρος ως προσωρινός σύνδικος της πτώχευσης. Με την 28406/26.8.2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης ελλείψει ενεργητικού (βλ. υπ’ αριθμ. 4554/8.5.2014 πιστοποιητικό Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Τμήματος Πτωχεύσεων και Οικ: 177075/2098/7.5.2014 αίτηση Διεύθυνσης Τεχνικών Εργων Π.Ε. Σερρών Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), δίχως στη συνέχεια να κινηθεί εκ νέου διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση ήνα υποβληθεί αίτηση για πτώχευση, ούτε δήλωση αναστολής πληρωμών της αναιρεσείουσας εταιρείας ή να κινηθεί σε βάρος της διαδικασία κήρυξης σε αναγκαστική διαχείριση (βλ. υπ’ αριθμ. 14407/8.5.2014 και 14405/8.5.2014 πιστοποιητικά Γραμματέως Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γραμματείας Πιστοποιητικών – Διαθηκών – Σωματείων).
- Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, εφόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο που ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (2.6.2008) από την αναιρεσείουσα εταιρεία, αυτή τελούσε σε κατάσταση πτώχευσης και στερούνταν, ως εκ τούτου, της δικανικής ικανότητας να ασκεί ένδικα βοηθήματα και μέσα ιδίω ονόματι, η αίτηση αναίρεσης, για την άσκηση της οποίας νομιμοποιούνταν μόνον ο σύνδικος της πτώχευσης, δεν ασκήθηκε παραδεκτώς από την πτωχεύσασα εταιρεία, καθόσον η απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εκδόθηκε μετά την κατάθεση της αίτηση αναίρεσης, στις 26.8.2008. Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα (σκέψη 5) το ως άνω απαράδεκτο δεν θεραπεύεται, εκ των υστέρων και, κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, όπως βάσιμα προβάλλει η αναιρεσίβλητη Περιφέρεια με το από 18-6-2014 υπόμνημά της που κατατέθηκε νόμιμα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός που προβάλλεται με το από 20-6-2014 υπόμνημα της αναιρεσείουσας που, επίσης, κατατέθηκε νόμιμα, ότι δεν υπάρχει ειδοποιός διαφορά μεταξύ αίτησης ακύρωσης και αίτησης αναίρεσης, ώστε να μην εφαρμόζεται και επί των αιτήσεων αναίρεσης το άρθρο 40 του π.δ/τος 18/1989 (Α’ 8) και, κατ’ επέκταση, το άρθρο 67 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (στο οποίο ορίζεται ότι: «1. Αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή εξουσιοδότηση που απαιτείται για την διεξαγωγή της δίκης, εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν, το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων…»), πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι στην προκείμενη περίπτωση, η ως άνω έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία άσκησε αίτηση αναίρεσης, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση πτώχευσης, δεν αποτελεί έλλειψη, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, που μπορεί να συμπληρωθεί εκ των υστέρων.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ για τον καθένα.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2014
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Αυγούστου2014.
Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Ο Γραμματέας
Αθ. Ράντος Δ. Λαγός
