1225/2015 ΣΤΕ (όμοια η 1229/2015) 

Φορολογία εισοδήματος.

Η κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 περ. δ’ του ν. 2530/1997 χορηγουμένη στα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σε αντίθεση με το κατ’ άρθρο  13 παρ.2 περ. ε’ του ν. 2530/1997 ειδικό ερευνητικό επίδομα.

Το άρθρο 12 παρ. 13 του ν. 3052/2002, που υπήγαγε την αποζημίωση σε φορολόγηση αντίκειται στα άρθρα 78 παρ.1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος.

Η αίτηση αναίρεσης, καθ’ό μέρος αφορά στο χαρακτήρα της αποζημιώσεως ως φορολογητέου εισοδήματος, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ενώ ασκείται παραδεκτά όσον αφορά το ερευνητικό επίδομα, διότι υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία του ΣτΕ.

Μερικά δεκτή η αναίρεση, απορρίπτεται η προσφυγή (αναιρεί εν μέρει την 1835/2009 ΔΠΠειρ).

Όμοια με τις αριθ. 1226/2015, 1227/2015, 1228/2015 και 1229/2015 αποφάσεις ΣτΕ.

Αριθμός 1225/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Σύμβουλοι, Ειρ. Σταυρουλάκη, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

 Για να δικάσει την από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση:

 του Προϊστάμενου Δ.Ο.Υ. Β΄ …, ο οποίος παρέστη με τον Δημήτριο Φαρμάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά του ………. , κατοίκου Καλλιθέας Αττικής (…..), ο οποίος δεν παρέστη.

 Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1835/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ειρ. Σταυρουλάκη.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

 Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

 Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

  1. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκείται κατά νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου.
  2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1835/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη έφεση του Δημοσίου κατά της 670/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία απόφαση, κατόπιν εν μέρει αποδοχής προσφυγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, ακυρώθηκε η 24331/18-2-2001 πράξη της Προϊσταμένης της ΔΟΥ Β’ ….. ………. ……. περί απορρίψεως αιτήματός του για μερική ανάκληση της δηλώσεώς του φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, έγινε εν μέρει δεκτή η ανάκληση, αναγνωρίσθηκε ότι ποσά που ο ανωτέρω, υπό την ιδιότητά του ως Επίκουρου Καθηγητή στο …………………………………, είχε λάβει αφ’ ενός ως πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και συμμετοχή σε συνέδρια αφ’ ετέρου ως ειδικό ερευνητικό επίδομα για εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων (άρθρ. 13 παρ. 2 περ. δ’ και ε’ του ν. 2530/1997, αντιστοίχως) δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος και, περαιτέρω, διετάχθη νέα εκκαθάριση του φόρου και επιστροφή στον αναιρεσίβλητο του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου.
  3. Επειδή, όπως προκύπτει από το 477/28-1-2015 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σωτηρίας Μπακράτση, αντίγραφα του δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως και της οικείας πράξεως του Προέδρου του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον υπογράψαντα την προσφυγή και παραστάντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου δικηγόρο. Επομένως, παρά τη μη παράσταση του αναιρεσιβλήτου κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, η υπό κρίση αίτηση παραδεκτώς ασκείται από την άποψη αυτή και είναι περαιτέρω εξεταστέα.
  4. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ.3 του π.δ/τος 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 36 παρ.2 του ν.2721/1999 (Α΄112) και 35 παρ.1 του ν.3772/2009 (Α’112-έναρξη ισχύος από 10-7-2009), πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α’213), το οποίο άρχισε να ισχύει από 1-1-2011 κατ’ άρθρο 70 του τελευταίου αυτού νόμου, αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο υπολειπόμενο των 40.000 ευρώ είναι παραδεκτή, μόνον εάν ο αναιρεσείων προβάλλει με το εισαγωγικό δικόγραφο και με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, μεταξύ άλλων, ότι τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης ως προς το ίδιο νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς άλλες, τελεσίδικες ή ανέκκλητες, αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων. Οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, των οποίων γίνεται επίκληση, πρέπει να προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αιτήσεως, εκτός εάν πρόκειται για αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου. Υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και εξετάζεται μόνον καθ’ ό μέρος και ως προς τους λόγους τους αφορώντες στο συγκεκριμένο σπουδαίο νομικό ζήτημα ή το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, για το οποίο υπάρχει αντίθετη νομολογία, εφ’όσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για την επίλυση της υποθέσεως, άλλως η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΣτΕ 3475-6/2011 Ολ.).
  5. Επειδή, το ποσό της διαφοράς που άγεται με την κρινομένη αίτηση, η οποία διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3772/2009 ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της (2010), ανέρχεται σε 2.081,71 ευρώ (βλ. το συνημμένο στο δικόγραφο της εν λόγω αιτήσεως 18794/8-11-2010 έγγραφο της φορολογικής αρχής), ήτοι υπολείπεται των 40.000 ευρώ. Το Δημόσιο ισχυρίζεται, όμως, προς θεμελίωση του παραδεκτού της αιτήσεως, ότι τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα αναγόμενο στο χαρακτήρα της ως άνω αποζημιώσεως και του επιδόματος του άρθρου 13 παρ. 2 περ. δ’ και ε’ του ν. 2530/1997 ως φορολογητέου ή μη εισοδήματος κατά τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 2238/1994.
  6. Επειδή, ήδη με την 29/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1944/2012 παραπεμπτικής αποφάσεως της επταμελούς συνθέσεως του Β’ Τμήματος, κρίθηκε ότι η κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 περ. δ΄του ν. 2530/1997 χορηγουμένη στα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια παρέχεται προς κάλυψη δαπανών, στις οποίες τα μέλη αυτά υποβάλλονται και οι οποίες είναι από τη φύση τους, κρίνονται δε και από το νομοθέτη, αναγκαίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους, και ότι, συνεπώς, η εν λόγω αποζημίωση δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος. Ως εκ τούτου, το τιθέμενο και με την υπό κρίση αίτηση ζήτημα, μετά την, κατά τα ανωτέρω, επίλυσή του, δεν αποτελεί πλέον, «σπουδαίο νομικό ζήτημα», κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009, ενόψει δε του ότι επιλύθηκε κατά τρόπο σύμφωνο προς τα κριθέντα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση , ούτε περίπτωση οψιγενούς αντιθέσεως της αποφάσεως αυτής προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ανακύπτει. Ως εκ τούτου, η κρινομένη αίτηση, καθ’ ό μέρος αφορά στο χαρακτήρα της αποζημιώσεως του άρθρου 13 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2530/1997, ως φορολογητέου εισοδήματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΣτΕ 1371, 512/2014).
  7. Επειδή, εξάλλου, το Σύνταγμα προβλέπει, στο άρθρο 78 ότι «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος … 4. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης» και στο άρθρο 4 ότι «1…5.Οι Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Περαιτέρω, ο ν. 2238/1994 «Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος» (Α’151) ορίζει, στο άρθρο 4 ότι «1.Εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του, όπως αυτό προσδιορίζεται ειδικότερα στα άρθρα 20-51» και στο άρθρο 45 παρ. 1 ότι «Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και, γενικά, κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός. Εξάλλου, από 1.1.1997 με το άρθρο 1 περ. 15 του ν. 2459/1997 «Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις» (Α’17) καταργήθηκε το δεύτερο εδάφιο της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994 που όριζε ότι «Προκειμένου για αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, που παρέχονται με διάταξη νόμου κατ’ αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, εξαιρείται της φορολογίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εκτός εάν ο δικαιούχος αποδεικνύει δαπάνες μεγαλύτερου ποσού με βάση στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων». Η κατάργηση, όμως, της ανωτέρω διατάξεως δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου τη φορολόγηση όλων αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς, ήτοι και όσων κατά το νόμο ή από τη φύση τους δεν αποτελούν εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά χορηγούνται προκειμένου να καλύψουν δαπάνες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή για την καλύτερη διεξαγωγή της. Τέλος, ούτε, η απαρίθμηση των περιπτώσεων παροχών, που αναφέρονται στα εδάφια α΄- ε΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν αποκλείει το νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των διοικητικών δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (ΣτΕ 1371, 1365, 512/2014).
  1. Επειδή, εξάλλου, στα άρθρα 13 και 14 του εν προκειμένω εφαρμοστέου ν. 2530/1997 «Υπηρεσιακή κατάσταση και αναμόρφωση μισθολογίου του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού και του εκπαιδευτικού προσωπικού των Ιδρυμάτων της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.) …» (Α’ 218), υπό τους τίτλους «Αποδοχές μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης» και «Αποδοχές μελών ΔΕΠ μερικής απασχόλησης», αντιστοίχως, ορίζονταν τα εξής «1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός όλων των βαθμίδων των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. με πλήρη απασχόληση, των βοηθών, των επιστημονικών συνεργατών, των επιμελητών και του ειδικού εκπαιδευτικού προσωπικού αυτών (Ε.Ε.Π.) καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Λέκτορα, με τους παρακάτω συντελεστές, … 2. Πέρα από το βασικό μισθό της προηγούμενης παραγράφου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα : α. … ε. ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων οριζόμενο ως εξής: αα) Καθηγητής 110.000 δρχ. ββ) Αναπληρωτής Καθηγητής 100.000 δρχ. γγ) Επίκουρος Καθηγητής 90.000 δρχ. δδ) Λέκτορας 80.000 δρχ. θ. τα ποσά των περιπτώσεων των εδαφίων … ε της παρ. αυτής προσαυξάνονται κατά …σαράντα χιλιάδες (40.000) δρχ., αντίστοιχα, με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας…5. Η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη χορήγηση των επιδομάτων των περιπτώσεων … ε … του άρθρου αυτού, εξετάζεται σε συνδυασμό με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρ. 3 του παρόντος» (άρθρο 13) και «Οι μηνιαίες αποδοχές των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ μερικής απασχόλησης ορίζονται στο ένα τρίτο (1/3) του συνόλου αποδοχών και επιδομάτων (πλην οικογενειακής παροχής) αντίστοιχης βαθμίδας πλήρους απασχόλησης με τα ίδια έτη υπηρεσίας» (άρθρο 14), ενώ, περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 2 του αυτού νόμου, ως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οριζόταν ότι «Τον Ιούνιο κάθε έτους το μέλος Δ.Ε.Π. ανάλογα με την κατηγορία πλήρους ή μερικής απασχόλησης που επιλέγει να ενταχθεί, βεβαιώνει με υπεύθυνη δήλωσή του, που καταγράφεται στα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης του Τομέα, τον τρόπο με τον οποίο εξειδικεύονται από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος οι υποχρεώσεις του σε διδασκαλία και παρουσία στους πανεπιστημιακούς χώρους. Ο Διευθυντής του Τομέα εισηγείται σχετικά στη Γενική Συνέλευση του Τμήματος, η οποία αποφασίζει επί των δηλώσεων των μελών Δ.Ε.Π. και διαβιβάζει την απόφασή της στη Σύγκλητο προς έγκριση. Στα Πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης του Τομέα υποβάλλεται απολογισμός των δραστηριοτήτων των μελών ΔΕΠ για το προηγούμενο εξάμηνο, ο οποίος επικυρώνεται από το αρμόδιο όργανο». Τέλος στο ισχύον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, άρθρο 13 του ν. 1268/1982 «Για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» (Α’ 87) οριζόταν ότι «1.Το διδακτικό έργο, όπως ορίζεται στο άρθρο 23, ασκείται από το Διδακτικό – Ερευνητικό Προσωπικό (Δ.Ε.Π.), το οποίο αποτελείται από Καθηγητές Αναπληρωτές Καθηγητές, Επίκουρους Καθηγητές και Λέκτορες… 2. Τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν δικαίωμα για έρευνα και διδασκαλία, ανεξαρτησία και ελευθερία στην εκτέλεση του έργου τους στα πλαίσια του προγραμματισμού και των σχετικών αποφάσεων του Τμήματος. 3. Τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν επίσης ως έργο την έρευνα, τη συμμετοχή στη διοίκηση των Α.Ε.Ι. και την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο συναφών προς την ειδικότητά τους και τη θέση τους. 4. Τα μέλη του Δ.Ε.Π. είναι δημόσιοι λειτουργοί. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία για τους καθηγητές των Α.Ε.Ι. επεκτείνονται εφεξής στο σύνολο των μελών του Δ.Ε.Π…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ν. 2530/1997, η ως άνω οικονομική παροχή, ύψους 80.000 έως 110.000 δρχ., μηνιαίως, η οποία καταβάλλεται, σε αντικατάσταση των μέχρι τότε χορηγούμενων παροχών στα μέλη (κάθε βαθμίδας) του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι. για την ίδια αιτία, ούτε κατά νόμο, ούτε από την φύση της καταβάλλεται για την κάλυψη δαπανών στις οποίες τα μέλη αυτά υποβάλλονται για την εκπλήρωση του λειτουργήματός τους, αλλά τους χορηγείται ως ενίσχυση και ως κίνητρο για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση της ακαδημαϊκής έρευνας, που αποτελεί ένα εκ των βασικών τους καθηκόντων. Συνεπώς, η εν λόγω μηνιαία οικονομική παροχή αποτελεί πρόσθετη αμοιβή των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., η οποία, προσαυξάνουσα το μισθό τους, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος (ΣτΕ 1026/2013 επταμ.).
  1. Επειδή, εν προκειμένω το διοικητικό πρωτοδικείο θεώρησε ότι ποσό καταβληθέν στον αναιρεσίβλητο, Επίκουρο Καθηγητή του ……., ως «ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων», κατά τη χρήση 2000 (οικονομικό έτος 2001), δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, με την αιτιολογία ότι η παροχή αυτή έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα, διότι προορίζεται για την κάλυψη πραγματικών δαπανών, στις οποίες τα μέλη Δ.Ε.Π. υποβάλλονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και για την προαγωγή της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας στο χώρο των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος, το δε ύψος της δεν υπερβαίνει το κατά κοινή πείρα εύλογο μέτρο. Ενόψει αυτών έκρινε ότι η εν λόγω οικονομική παροχή δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα, κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος και 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
  2. Επειδή, το ζήτημα εάν το κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 περ. ε΄ του ν. 2530/1997 επίδομα υπόκειται σε φόρο εισοδήματος επιλύθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με την 1026/2013 απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τρόπο αντίθετο προς τα κριθέντα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Επομένως, ναι μεν δεν συνιστά, πλέον, «σπουδαίο νομικό ζήτημα», πλην, όμως, ανέκυψε αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία καθιστά παραδεκτή, κατά τούτο, την κρινομένη αίτηση για το λόγο αυτό, ο οποίος, ως επιγενόμενος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (πρβλ. ΣτΕ 62/2012 επταμ.).
  3. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, οι αναφερόμενες στη σκέψη 9 κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι νόμιμες. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, δοθέντος ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το οικείο πραγματικό της, το Δικαστήριο τη διακρατεί, εκδικάζει την έφεση, κατά το μέρος της που με αυτήν προβάλλεται ότι το κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 περ. ε΄ του ν. 2530/1997 επίδομα υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, την δέχεται εν μέρει και εξαφανίζει κατά το σχετικό μέρος την πρωτόδικη απόφαση και εκδικάζει την προσφυγή κατά το σχετικό μέρος και την απορρίπτει κατά τούτο (πρβλ. ΣτΕ 1365/2014).
  4. Επειδή, το δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος πρέπει να απαλλαγεί από την δικαστική δαπάνη για την ουσιαστική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 1 του ν. 2717/1999 «Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας» (Α΄ 97), ενόψει δε του ότι το Δημόσιο παρέστη κατά την αυτή δικάσιμο για πλείονες, όμοιες με την υπό κρίση, αιτήσεις αναιρέσεως κατά του αυτού αναιρεσιβλήτου, πρέπει να του επιδικασθεί μειωμένη δικαστική δαπάνη για την κατ’ αναίρεση δίκη, ανερχομένη στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

 Δέχεται εν μέρει την υπό κρίση αίτηση.

 Αναιρεί εν μέρει την 1835/2010 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, σύμφωνα με το σκεπτικό.

 Δικάζει και δέχεται εν μέρει την έφεση.

 Εξαφανίζει εν μέρει την 670/2004 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς.

 Εκδικάζει την προσφυγή, κατά το μέρος της που αφορά στη φορολόγηση του κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 περ. ε΄ του ν. 2530/1997 επιδόματος και την απορρίπτει, κατά το μέρος της αυτό.

 Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.

 Απαλλάσσει τον αναιρεσίβλητο από την δικαστική δαπάνη της ουσιαστικής δίκης, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο, ως δικαστική δαπάνη του Δημοσίου για την κατ’ αναίρεση δίκη, το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια

συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 2015.

 Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος                                     Η Γραμματέας

 Ε. Γαλανού                                                                     Α. Ζυγουρίτσα