Νόμος 455(3)/2018
Ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές ρυθµίσεις – Αντιµετώπιση της αδήλωτης εργασίας – Ενίσχυση της προστασίας των εργαζοµένων – Επιτροπεία ασυνόδευτων ανηλίκων και άλλες διατάξεις
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΔΗΛΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Άρθρο 5
Διοικητικές κυρώσεις για αδήλωτη εργασία
1 Ειδικός Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων ή Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων ή ελεγκτής των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης ή αρµόδιος υπάλληλος του ΕΦΚΑ που διαπιστώνει τη µη αναγραφή εργαζοµένου σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει στον εργοδότη πρόστιµο ποσού δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ για κάθε αδήλωτο εργαζόµενο, κατά δέσµια αρµοδιότητα, χωρίς προηγούµενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων.
2 Ειδικός Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία ή Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία που, κατά τη διερεύνηση των αιτιών εργατικού ατυχήµατος, διαπιστώνει τη µη αναγραφή εργαζοµένου σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει στον εργοδότη το πρόστιµο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 για κάθε αδήλωτο εργαζόµενο, κατά δέσµια αρµοδιότητα, χωρίς προηγούµενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων.
3 Σε περίπτωση υποτροπής του εργοδότη, η οποία διαπιστώνεται εντός τριών (3) ετών από τον πρώτο έλεγχο, το πρόστιµο της παραγράφου 1, ανά εργαζόµενο, επιβάλλεται προσαυξηµένο ως εξής:
α) κατά 100% για την πρώτη µετά την αρχική παράβαση και
β) κατά 200% για κάθε µεταγενέστερη παράβαση από αυτήν της περίπτωσης α΄, που διαπιστώνεται σε έλεγχο διενεργούµενο σε διαφορετική ηµεροµηνία.
4 Σε κάθε παράβαση του παρόντος άρθρου τεκµαίρεται ότι η σχέση εργασίας διήρκησε τρεις (3) µήνες, εκτός εάν ο εργοδότης ή ο εργαζόµενος αποδείξουν διαφορετικά. Με πράξη του αρµόδιου ασφαλιστικού φορέα καταλογίζονται, άνευ ετέρου και αναδροµικά από την ηµεροµηνία του ελέγχου, σε βάρος του εργοδότη το σύνολο των προβλεπόµενων κατά περίπτωση ασφαλιστικών εισφορών. Ως βάση υπολογισµού των εισφορών λαµβάνεται ο κατώτατος µισθός ή το κατώτατο ηµεροµίσθιο.
5 Οι διοικητικές κυρώσεις του παρόντος άρθρου επιβάλλονται πλέον των λοιπών κυρώσεων που προβλέπονται από την κείµενη νοµοθεσία.
Άρθρο 6
Δικαίωµα και προϋποθέσεις έκπτωσης
1 Αν, εντός δέκα (10) εργάσιµων ηµερών από την ηµέρα του ελέγχου, ο εργοδότης προβεί στην πρόσληψη του εργαζοµένου ή των εργαζοµένων που διαπιστώθηκαν ως αδήλωτοι µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας πλήρους απασχόλησης, το πρόστιµο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 µειώνεται ως εξής:
α) στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, σε περίπτωση πρόσληψης µε σύµβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον τριών (3) µηνών,
β) στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, σε περίπτωση πρόσληψης µε σύµβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον έξι (6) µηνών, και
γ) στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, σε περίπτωση πρόσληψης µε σύµβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) έτους.
2 Στις περιπτώσεις εποχικών εργασιών, όπως αυτές ορίζονται στο τρίτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1545/1985 (Α΄ 91), εφόσον ο χρόνος λειτουργίας της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης δεν επαρκεί για τη συµπλήρωση του ελάχιστα απαιτούµενου χρόνου απασχόλησης των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 1, ο εργοδότης µπορεί να προβεί σε κατάτµηση της σύµβασης ορισµένου χρόνου κατά την περίοδο λειτουργίας στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος και κατά την επόµενη περίοδο λειτουργίας. Διατάξεις της κείµενης νοµοθεσίας περί υποχρέωσης επαναπρόσληψης εργαζοµένων εποχικών επιχειρήσεων εξακολουθούν να ισχύουν.
3 Ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να προβεί σε µείωση του προσωπικού από την ηµεροµηνία και ώρα του ελέγχου και καθ’ όλη τη διάρκεια των περιόδων της παραγράφου 1, κατά περίπτωση.
4 Ως µείωση του προσωπικού, κατά την έννοια της παραγράφου 3, θεωρείται:
α) η µείωση του αριθµού των εργαζοµένων της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης σε αριθµό µικρότερο από τον αριθµό των εργαζοµένων που απασχολούνταν κατά την ηµεροµηνία και ώρα του ελέγχου, προσαυξηµένο κατά τον αριθµό των εργαζοµένων που προσέλαβε ο εργοδότης, προκειµένου να τύχει της έκπτωσης,
β) η αλλαγή του καθεστώτος απασχόλησης των εργαζοµένων από πλήρη σε µερική ή εκ περιτροπής απασχόληση,
γ) η θέση εργαζοµένων σε διαθεσιµότητα,
δ) η εθελουσία έξοδος που γίνεται µε πρωτοβουλία του εργοδότη, µέσω προγραµµάτων παροχής κινήτρων εθελούσιας εξόδου, και
ε) η οικειοθελής αποχώρηση εργαζοµένου.
Αν µειωθεί το προσωπικό, σύµφωνα µε τις περιπτώσεις α΄, δ΄ και ε΄, ο εργοδότης υποχρεούται, εντός δεκαπέντε (15) εργάσιµων ηµερών από την ηµεροµηνία που επήλθε η µείωση, να προβεί σε νέα πρόσληψη µε τους ίδιους όρους εργασίας, ώστε να διατηρηθεί σταθερός ο αριθµός των εργαζοµένων της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης. Το διάστηµα που µεσολαβεί από την ηµεροµηνία µείωσης του προσωπικού έως αυτήν της νέας πρόσληψης, προσαυξάνει την ελάχιστη περίοδο κατά την οποία ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να προβεί σε µείωση προσωπικού.
5 Στην έννοια της µείωσης του προσωπικού της παραγράφου 3 δεν περιλαµβάνονται:
α) η συνταξιοδότηση εργαζοµένου,
β) η λήξη σύµβασης ορισµένου χρόνου που είχε συναφθεί πριν από την ηµεροµηνία του ελέγχου, λόγω παρόδου της συµφωνηθείσας διάρκειας,
γ) η καταγγελία της σύµβασης εργασίας ύστερα από την υποβολή µήνυσης του εργοδότη κατά εργαζοµένου για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την άσκηση της εργασίας του,
δ) η φυλάκιση και ο θάνατος εργαζοµένου, και
ε) η αδυναµία ανανέωσης της άδειας διαµονής και πρόσβασης στην αγορά εργασίας αλλοδαπού εργαζοµένου.
6 Το δικαίωµα έκπτωσης του παρόντος άρθρου παρέχεται εφόσον ο εργοδότης αποδεχθεί το πρόστιµο και παραιτηθεί από την άσκηση των προβλεπόµενων ένδικων βοηθηµάτων. Δικαίωµα έκπτωσης δεν παρέχεται όταν ο εργοδότης είναι υπότροπος, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 5.
7 Σε περίπτωση µείωσης του προσωπικού, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος, βεβαιώνεται σε βάρος του εργοδότη για κάθε αδήλωτο εργαζόµενο, κατά δέσµια αρµοδιότητα, χωρίς προηγούµενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων, το υπολειπόµενο του αρχικού προστίµου ποσό.
Άρθρο 7
Άπαξ καταβολή προστίµου
Αν από τις αρµόδιες Υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε. και του ΕΦΚΑ επιβληθούν σε µία επιχείρηση, εκµετάλλευση ή άλλη εργασία περισσότερα από ένα πρόστιµα για αδήλωτη εργασία του ίδιου εργαζοµένου, που προκύπτουν από έλεγχο κατά τη διάρκεια της ίδιας ηµέρας, η καταβολή του προστίµου γίνεται άπαξ βάσει της πράξης επιβολής προστίµου που κοινοποιήθηκε πρώτη στον εργοδότη.
Άρθρο 8
Εξουσιοδοτικές διατάξεις – Έναρξη ισχύος
1 Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθµίζεται η διαδικασία επιβολής των προβλεπόµενων διοικητικών κυρώσεων, η διαδικασία για την παροχή του δικαιώµατος έκπτωσης, η προθεσµία για την εµπρόθεσµη καταβολή του µειωµένου προστίµου σε περίπτωση χορήγησης έκπτωσης, ο τρόπος και η διαδικασία ελέγχου τήρησης των προϋποθέσεων χορήγησης της έκπτωσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή του παρόντος Κεφαλαίου.
2 Η ισχύς των άρθρων 5 έως 7 αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 1.
3 Από την έναρξη ισχύος των άρθρων 5 έως 7, σύµφωνα µε την παράγραφο 2, καταργείται το άρθρο 1 της υπ’ αριθµ. 27397/122/19.8.2013 υπουργικής απόφασης (Β΄ 2062) και η υπ’ αριθµ. Φ.11321/11115/802 /2.6.2014 (Β΄1551) υπουργική απόφαση και οποιαδήποτε αναφορά στις κείµενες διατάξεις στις περί αδήλωτης εργασίας ρυθµίσεις και κυρώσεις των υπουργικών αυτών αποφάσεων νοείται ως αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 5 έως 7 του παρόντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
Άρθρο 9
Ευθύνη αναθέτοντος, εργολάβου και υπεργολάβου έναντι των εργαζοµένων
1 Κάθε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο που αναθέτει, στο πλαίσιο της επιχειρηµατικής του δραστηριότητας, την εκτέλεση έργου ή τµήµατος έργου (αναθέτων) σε άλλο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο (εργολάβο) ευθύνεται εις ολόκληρον και αλληλεγγύως µε τον εργολάβο έναντι των εργαζοµένων του τελευταίου για την καταβολή των οφειλόµενων αποδοχών, ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και των τυχόν οφειλόµενων αποζηµιώσεων απόλυσης. Η ανωτέρω ευθύνη περιορίζεται στα δικαιώµατα των εργαζοµένων που απορρέουν από τη συµβατική σχέση µεταξύ του αναθέτοντα και του εργολάβου για το συγκεκριµένο έργο ή τµήµα έργου. Σε περίπτωση ανάθεσης της εκτέλεσης του έργου ή τµήµατος του έργου από τον εργολάβο σε υπεργολάβο, η εις ολόκληρον και αλληλέγγυα ευθύνη αφορά τον αναθέτοντα, τον εργολάβο και τον υπεργολάβο, υπό την επιφύλαξη του προηγούµενου εδαφίου.
2 Εργολάβος που αναθέτει την εκτέλεση του έργου ή τµήµατος του έργου σε υπεργολάβο, ο οποίος θα απασχολήσει προσωπικό για την εκτέλεσή του, υποχρεούται άµεσα να ενηµερώνει εγγράφως τον αναθέτοντα.
3 Στη σύµβαση ανάθεσης έργου ή τµήµατος του έρ γου περιλαµβάνεται ειδικός όρος για την υποχρέωση τή ρησης από τον εργολάβο των διατάξεων της εργατικής και ασφαλιστικής νοµοθεσίας, της νοµοθεσίας για την υγεία και ασφάλεια των εργαζοµένων, καθώς και της νοµοθεσίας για την πρόληψη του επαγγελµατικού κινδύνου. Ο ίδιος ειδικός όρος περιλαµβάνεται και στη σύµβαση που συνάπτει ο εργολάβος µε τον υπεργολάβο.
4 Ο εργολάβος υποχρεούται να αποστέλλει κάθε µήνα στον αναθέτοντα αποδείξεις καταβολής των αποδοχών και των τυχόν οφειλόµενων αποζηµιώσεων απόλυσης και βεβαιώσεις καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζοµένων του, καθώς και των εργαζοµένων του υπεργολάβου σε περίπτωση υπεργολαβίας. Την υποχρέωση του προηγούµενου εδαφίου έχει και ο υπεργολάβος έναντι του εργολάβου.
5 Ο αναθέτων διατηρεί το δικαίωµα αναγωγής, σύµ φωνα µε τις κείµενες διατάξεις, ιδίως εάν επέδειξε τη δέουσα επιµέλεια ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργολάβου και του τυχόν υπεργολάβου προς τους εργαζοµένους τους.
Δέουσα επιµέλεια θεωρείται ότι υπάρχει, ιδίως όταν ο αναθέτων σωρευτικά:
α) αξιώνει από τον εργολάβο, σύµφωνα µε την παράγραφο 4, την αποστολή των µηνιαίων αποδείξεων καταβολής των αποδοχών και των τυχόν οφειλόµενων αποζηµιώσεων απόλυσης, καθώς και των µηνιαίων βεβαιώσεων καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζοµένων του εργολάβου και του τυχόν υπεργολάβου,
β) αποστέλλει εξώδικη δήλωση στον εργολάβο και τον τυχόν υπεργολάβο αµέσως µετά τη διαπίστωση της παράβασης των υποχρεώσεών τους έναντι των εργαζοµένων τους ή της µη τήρησης της υποχρέωσης της περίπτωσης α΄, καλώντας τους να συµµορφωθούν εντός δεκαπέντε (15) ηµερών,
και γ) καταγγέλλει τη σύµβαση µε τον εργολάβο αµέσως µετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσµίας των δεκαπέντε (15) ηµερών από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης της περίπτωσης β΄.
Δικαίωµα αναγωγής, υπό τους ίδιους όρους, έχει και ο εργολάβος έναντι του υπεργολάβου.
6 α) Ο εργολάβος ή και ο υπεργολάβος υποχρεούνται να αναγράφουν τα στοιχεία του αναθέτοντα ή του εργο λάβου, αντίστοιχα, στον πίνακα προσωπικού που υπο βάλλουν στο Σ.ΕΠ.Ε., για κάθε εργαζόµενο που απασχολούν εκτός της έδρας της επιχείρησής τους. Ο εργολάβος ή και ο υπεργολάβος, που απασχολούν εργαζόµενους σε δύο ή περισσότερα έργα, υποχρεούνται να αναγράφουν στον πίνακα προσωπικού το ωράριο απασχόλησης των εργαζοµένων σε κάθε έργο χωριστά, καθώς και τα στοιχεία καθενός αναθέτοντα ή εργολάβου, αντίστοιχα.
β) Ο εργολάβος ή και ο υπεργολάβος υποχρεούνται να εφοδιάζουν τους εργαζοµένους µε αντίγραφο ή απόσπασµα του πίνακα προσωπικού, όταν εργάζονται εκτός της έδρας της επιχείρησής τους.
γ) Όταν οι εργαζόµενοι του εργολάβου ή και του υπεργολάβου εργάζονται στις εγκαταστάσεις του αναθέτοντα, ο τελευταίος αναρτά στο χώρο εργασίας αντίγραφο του πίνακα προσωπικού της περίπτωσης β΄. Σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων της παρούσας παραγράφου, επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του ν. 3996/2011 (Α΄ 170).
7. Αν η εργασία παρέχεται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης ή της εκµετάλλευσης του αναθέτοντα, ο τελευταίος υποχρεούται από κοινού µε τον εργολάβο ή και τον υπεργολάβο να τηρεί, σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις, τα µέτρα υγείας και ασφάλειας στην εργασία, ευθυνόµενος εις ολόκληρον και αλληλεγγύως µε τον εργολάβο ή και τον υπεργολάβο για την ικανοποίηση των αξιώσεων των εργαζοµένων που απορρέουν από τις εν λόγω διατάξεις, καθώς και από τις διατάξεις για το εργατικό ατύχηµα.
8 Η εις ολόκληρον και αλληλέγγυα ευθύνη της παραγράφου 1 ισχύει για τρία (3) έτη από τη λήξη της σύµβασης µεταξύ αναθέτοντα και εργολάβου.
9 Οποιαδήποτε συµφωνία των µερών που αποκλείει ή περιορίζει τα δικαιώµατα των εργαζοµένων από το παρόν άρθρο είναι αυτοδικαίως άκυρη.
10 Ειδικότερες διατάξεις της κείµενης νοµοθεσίας, εφόσον δεν είναι αντίθετες µε τις διατάξεις του παρόντος, εξακολουθούν να ισχύουν.
11 Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρµόζονται στις δηµόσιες συµβάσεις του ν. 4412/2016 (Α΄ 147).
12 Οι διαφορές που ανακύπτουν από την εφαρµογή των παραγράφων 1 και 7 του παρόντος άρθρου υπάγονται στους κανόνες και τη διαδικασία εκδίκασης που ισχύουν για τις εργατικές διαφορές του άρθρου 614 αριθµ. 3 ΚΠολΔ.
Άρθρο 12
Τροποποίηση του άρθρου 80 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88)
Η περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 80 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88) αντικαθίσταται ως εξής: «β. Όταν διαπιστώνεται από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου εργασίας ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας χωρίς αυτή να έχει καταχωρηθεί, σύµφωνα µε την περίπτωση α΄, πριν από την έναρξη πραγµατοποίησής της, επιβάλλονται µε πράξη του αρµοδίου οργάνου σε βάρος του εργοδότη κυρώσεις, σύµφωνα µε τα άρθρα 24 και 28 του ν. 3996/2011. Για κάθε εργαζόµενο, για τον οποίο διαπιστώνεται από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα απασχόληση σε υπερωρία ή υπερεργασία χωρίς αυτή να έχει καταχωρηθεί πριν από την έναρξη πραγµατοποίησής της, σύµφωνα µε την περίπτωση α΄, επιβάλλονται µε πράξη του αρµοδίου οργάνου σε βάρος του εργοδότη κυρώσεις σύµφωνα µε τα άρθρα 24 και 28 του ν. 3996/2011.
