ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ VII (εξουσία Δικαστηρίου)

 2282/2014 ΣΤΕ

Η διοικητική πράξη, όπως το φύλλο ελέγχου, πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία έκδοσής της, χωρίς η σχετική έλλειψη να επάγεται ακυρότητα εφόσον από το όλο περιεχόμενο της πράξης ή/και τα στοιχεία του φακέλου συνάγεται ότι αυτή εκδόθηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ο δε καθορισμός της ακριβούς χρονολογίας έκδοσής της δεν ασκεί επιρροή στην ανεύρεση του κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς νομικού και πραγματικού καθεστώτος.

Παραπομπή της προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, μετά την επίλυση των προδικαστικών ερωτημάτων από το ΣτΕ, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010.

(Σημείωση Α.Σταυρόπουλου — ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2014/1081 , ΔΕΕ 2014/1240 ΔΕΕ 2014,1242).

Αριθμός 2282/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2014 με την εξής σύνθεση: Φ.Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

Για να δικάσει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, την από 4 Ιουλίου 2006 προσφυγή:

 του … του …, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης(οδός … αρ. ..), ο οποίος δεν παρέστη,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Δημήτριο Φαρμάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί το υπ’ αριθμ. 7/2006 προσωρινό φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της Β΄ ΔΟΥ Ηρακλείου.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος διατύπωσε την άποψή του επί των προδικαστικών ερωτημάτων.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

                    Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

  1. Επειδή, με την από 4.7.2006 προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, o … ζήτησε την ακύρωση του υπ’ αριθμ. 7/2006 προσωρινού φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της Β΄ Δ.Ο.Υ. Ηρακλείου.
  1. Επειδή, το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Ηρακλείου Χανίων, επιληφθέν της εν λόγω προσφυγής, με την 689/2013 απόφασή του, δέχθηκε α) ότι το επίδικο φύλλο ελέγχου δεν φέρει ημερομηνία έκδοσης, η δε έλλειψή του αυτή συνιστά, ενόψει της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, νομική πλημμέλεια, η οποία, όμως, δεν προβλήθηκε με την προσφυγή, β) ότι η ως άνω νομική πλημμέλεια θα ελεγχόταν μεν αυτεπαγγέλτως, βάσει της διάταξης της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), αλλά ο έλεγχος αυτός αποκλείεται στην υπό κρίση φορολογική υπόθεση, σύμφωνα με τη νεότερη διάταξη της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου του ΚΔΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και γ) ότι, πάντως, το επίδικο φύλλο ελέγχου προκύπτει ότι έχει εκδοθεί μεταξύ της 28 Απριλίου 2006 (ημερομηνία σύνταξης της οικείας έκθεσης ελέγχου του ελεγκτή εφοριακού … .., η οποία αναφέρεται στην πρώτη σελίδα του επίδικου φύλλου ελέγχου) και της 2 Ιουνίου 2006 (ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε το επίδικο φύλλο ελέγχου στο … …, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης, που περιλαμβάνεται στο φάκελο της υπόθεσης). Κατόπιν τούτων, το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3900/2010, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: «α) […] ο περιορισμός του αυτεπάγγελτου (εκ μέρους του διοικητικού πρωτοδικείου) ελέγχου της νομιμότητας της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης ή παράλειψης της φορολογικής ή τελωνειακής αρχής μόνο για να διακριβωθεί αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου (άρθρο 79 παρ. 5 περίπτ. Α΄ περ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3900/2010) παραβιάζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος) σε συνδυασμό με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) ; […] Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι υφίσταται παράβαση των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων, πώς θα αποκατασταθεί η διαπιστωθείσα παράβαση ; […]. β) Αν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η παραπάνω περ. 2 της περίπτ. Α΄ της παρ. 5 του άρθρου 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και ο προσφεύγων δεν επικαλεστεί την έλλειψη ημερομηνίας εκδόσεως της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης της τελωνειακής ή φορολογικής αρχής, ως λόγο ακυρώσεώς της, μήπως πρέπει να επιτραπεί και στην περίπτωση αυτή ο αυτεπάγγελτος (εκ μέρους του διοικητικού πρωτοδικείου) έλεγχος της νόμιμης βάσης της πράξης, μέσω τελολογικής επέκτασης του γράμματος της παραπάνω διάταξης, προκειμένου να ακυρωθεί η χωρίς ημερομηνία εκδόσεως πράξη της φορολογικής ή τελωνειακής αρχής ; Αν [όχι …] ποιού χρονικού σημείου το νομικό και πραγματικό καθεστώς θα ληφθεί υπόψη προκειμένου να κριθεί η αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την πράξη αυτή και γενικά η νομιμότητα της έκδοσής της; γ) Αν είναι βέβαιη η ημερομηνία σύνταξης της έκθεσης ελέγχου της φορολογικής ή τελωνειακής αρχής, η οποία αποτέλεσε έρεισμα για την έκδοση της καταλογιστικής πράξης της εν λόγω αρχής, και αναγράφεται η ημερομηνία αυτή στο σώμα της πράξης, και αν, επιπλέον, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει η ημερομηνία επίδοσης της πράξης σε εκείνον τον οποίον αφορά και αν, επιπλέον, μεταξύ των δύο παραπάνω ημερομηνιών δεν έχει επέλθει καμία μεταβολή του κρίσιμου νομικού και πραγματικού καθεστώτος, τότε μήπως κατ’ εξαίρεση η έλλειψη ημερομηνίας έκδοσης της πράξης δεν είναι αναγκαίο να καταλήξει σε ακύρωση αυτής […] ; »
  1. Επειδή, η από 7.4.2014 πράξη του Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή της υπόθεσης και περί εισαγωγής της στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος δημοσιεύθηκε προσηκόντως, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3900/2010 και τα οριζόμενα στην πράξη αυτή. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σχετικό (από 15.4.2014) αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Παντελή Μοχιανάκη, αντίγραφο της προαναφερόμενης πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου κοινοποιήθηκε νομίμως στον προσφεύγοντα, ο οποίος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
  1. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, μπορεί, με απόφασή του που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το ζήτημα που τίθεται με το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να ανακύπτει πράγματι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαφοράς, δηλαδή να είναι κρίσιμο και λυσιτελές για την επίλυσή της, και τούτο να τεκμηριώνεται επαρκώς στην απόφαση που διατυπώνει το ερώτημα, άλλως το τελευταίο είναι απαράδεκτο και το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν το απαντά (βλ. ΣτΕ 1841/2013 Ολομ., 761/2014 επταμ.). Αντίθετα, για το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος, το διοικητικό δικαστήριο δεν απαιτείται να λαμβάνει και, μάλιστα, αιτιολογημένα, θέση επί του νομικού ζητήματος που τίθεται με αυτό, αν και κάτι τέτοιο είναι σκόπιμο, προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης (βλ. ΣτΕ 761/2014 επταμ.).
  1. Επειδή το άρθρο 16 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 2690/1999, Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιεχόμενο και τύπος [της διοικητικής πράξης]» ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι «Η διοικητική πράξη είναι έγγραφη, αναφέρει την εκδούσα αρχή και τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, φέρει δε χρονολογία καθώς και υπογραφή του αρμόδιου οργάνου. Στην ατομική διοικητική πράξη αναφέρεται, επίσης, η τυχόν δυνατότητα άσκησης της, κατ’ άρθρο 25, ειδικής διοικητικής ή ενδικοφανούς προσφυγής, γίνεται δε μνεία του αρμόδιου για την εξέτασή της οργάνου, της προθεσμίας, καθώς και των συνεπειών παράλειψης της άσκησής της. Προσφυγή που ασκείται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες πληροφορίες της υπηρεσίας δεν μπορεί να παραγάγει συνέπειες σε βάρος του προσφεύγοντος. Η παράλειψη αναφοράς των εφαρμοζόμενων διατάξεων, καθώς και των κατά τη δεύτερη περίοδο στοιχείων, δεν επάγεται ακυρότητα της πράξης.».
  1. Επειδή, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ερμηνευόμενων ενόψει της αρχής της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, ναι μεν η διοικητική πράξη, όπως το επίδικο φύλλο ελέγχου, πρέπει να φέρει την ημερομηνία έκδοσής της, διότι με βάση την χρονολογία αυτή κρίνεται το νομικό και πραγματικό καθεστώς που είναι ληπτέο υπόψη για την εγκυρότητά της (πρβλ. ΣτΕ 453/2011, 73/2001, 250/1996), αλλά η έλλειψη του ως άνω στοιχείου, το οποίο είναι ουσιώδες και καταρχήν αναγκαίο για τη νομιμότητα της πράξης (πρβλ. ΣτΕ 453/2011, 73/2001, 250/1996, 1262/1991, 2513/1986, 2956/1964), δεν επάγεται ακυρότητα αυτής σε περίπτωση, κατά την οποία από το όλο περιεχόμενο της πράξης ή/και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης συνάγεται ότι αυτή εκδόθηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ο δε καθορισμός της ακριβούς χρονολογίας έκδοσής της δεν ασκεί επιρροή στην ανεύρεση του κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς νομικού και πραγματικού καθεστώτος, το οποίο δεν μεταβλήθηκε ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες (πρβλ. Conseil d’Etat 4.6.1954, Sieur Vingtain, Rec. Lebon 1954, σελ. 342-343).
  1. Επειδή, εν όψει της παραπάνω απάντησης στο τρίτο (υπό στοιχ. γ΄) προδικαστικό ερώτημα, συνάγεται ότι, εν προκειμένω, δεν συντρέχει λόγος ακυρώσεως της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης εξ αιτίας της παράλειψης μνείας σε αυτήν της ημερομηνίας έκδοσής της, δεδομένου ότι το επίδικο φύλλο ελέγχου εκδόθηκε μεταξύ της 28 Απριλίου 2006 (ημερομηνίας σύνταξης της οικείας έκθεσης ελέγχου του ελεγκτή εφοριακού .., η οποία αναφέρεται στην πρώτη σελίδα του) και της 2 Ιουνίου 2006 (ημερομηνίας κατά την οποία το επίδικο φύλλο επιδόθηκε στο ….., όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης), μεταξύ δε των δύο αυτών ημερομηνιών δεν εχώρησε μεταβολή του κρίσιμου για την υπόθεση νομικού καθεστώτος, δεν προκύπτει δε, ούτε προβάλλεται ότι εχώρησε μεταβολή του πραγματικού.
  1. Επειδή, κατόπιν τούτου, τα δύο άλλα (υπό στοιχ. α΄ και β΄) προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία αναφέρονται στον αυτεπάγγελτο έλεγχο από τον διοικητικό δικαστή ενός τέτοιου λόγου ακυρώσεως, δεν είναι λυσιτελή για την επίλυση της παρούσας διαφοράς και, συνακόλουθα, κρίνονται απαράδεκτα, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4.
  1. Επειδή, το Τμήμα, αφού απάντησε στο προδικαστικό ερώτημα που του υποβλήθηκε παραδεκτώς, κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Ηρακλείου, για την περαιτέρω κατ’ ουσία εκδίκασή της.

                                 Δια ταύτα

 Επιλύει το ζήτημα που του τέθηκε παραδεκτώς ως εξής:

 Κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 2690/1999, Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ναι μεν η διοικητική πράξη πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία έκδοσής της, διότι με βάση την χρονολογία αυτή κρίνεται το νομικό και πραγματικό καθεστώς που είναι ληπτέο υπόψη για την εγκυρότητά της, αλλά η έλλειψη του ως άνω στοιχείου, δεν επάγεται ακυρότητα αυτής σε περίπτωση κατά την οποία από το όλο περιεχόμενο της πράξης ή/και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης συνάγεται ότι αυτή εκδόθηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ο δε καθορισμός της ακριβούς χρονολογίας έκδοσής της δεν ασκεί επιρροή στην ανεύρεση του κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς νομικού και πραγματικού καθεστώτος, το οποίο δεν μεταβλήθηκε ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες.

 Παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Ηρακλείου.

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 23ης του ιδίου μήνα και έτους.

      Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος                   Ο Γραμματέας του Β` Τμήματος

        Φ. Αρναούτογλου                                   Ι. Μητροτάσιος


177/2015 ΣΤΕ

Προσφυγή κατά πράξεων της φορολογικής αρχής.

Το διοικητικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, ακόμα και προς βλάβη του προσφεύγοντος, πλημμέλεια της νόμιμης βάσης της πράξης, δεν μπορεί όμως να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την πράξη κατά την ουσία της και να προβεί σε μεταρρύθμιση της πραγματικής της βάσης.

Τυχόν αντισυνταγματικότητα του άρθρου 79 παρ. 5 περ. α΄ του Κ.Δ.Δ. δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η εντοπισθείσα από το Πρωτοδικείο ουσιαστική πλημμέλεια της επίδικης πράξης δεν μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως.

Απαράδεκτο το προδικαστικό ερώτημα κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, που υπέβαλε το Πρωτοδικείο στο ΣτΕ.

Παραπομπή της υπόθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο.

Όμοια με την αριθ. 178/2015 απόφαση ΣτΕ.


120/2013 ΣΤΕ

Προϋποθέσεις εφαρμογής επιεικέστερων διατάξεων φορολογικού ποινολογίου (άρθ. 6 Ν. 2523/1997).

Η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, στην οποία προβλέπεται επιβολή προστίμου από το ισόποσο έως το τριπλάσιο του φόρου που δεν αποδόθηκε, αντί του πενταπλασίου που ήταν προηγουμένως, δεν εφαρμόζεται αυτομάτως σε όλες τις τότε εκκρεμείς υποθέσεις αλλά μόνον μετά την υποβολή εμπρόθεσμης αίτησης στη φορολογική αρχή για διοικητική επίλυση της διαφοράς.

(ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2014/325,  ΔΕΕ 2014/1248)

Αριθμός 120/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2012 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

 Για να δικάσει την από 18 Νοεμβρίου 2003 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ……… , ο οποίος παρέστη με τον Πέτρο Κωνσταντινόπουλο, Πάεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής (οδός …………..), η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 6727/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Α.-Γ. Βώρου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφτηκε κατά το Νόμο

  1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο καταβολή παραβόλου.
  1. Επειδή, με την αίτηση αυτή, ζητείται η αναίρεση της 6727/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της 8412/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, είχε απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 1371/11.11.1996 πράξεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. …. , με την οποία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν. 1642/1986, είχε επιβληθεί σε βάρος της πρόστιμο, ύψους 45.549.000 δραχμών, λόγω μη αποδόσεως φόρου προστιθέμενης αξίας, 9.109.800 δραχμών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το, κατά τα ανωτέρω, επιβληθέν στην αναιρεσείουσα πρόστιμο περιορίσθηκε στο ποσό των 27.329.400 δραχμών, στο τριπλάσιο, δηλαδή, του φόρου εισροών που εξέπεσε η αναιρεσείουσα.
  1. Επειδή, όπως προκύπτει από το από 10.5.2004 αποδεικτικό επιδόσεως τoυ δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κων/νου Θ. Χαρμπίλα, αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως και της από 10.2.2004 πράξεως του Προέδρου του Β΄ Τμήματος, κοινοποιήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, είναι τύποις δεκτή και περαιτέρω εξεταστέα παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
  1. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 1642/1986 (Α΄ 125), που έχει προστεθεί με την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 1947/1991 (70 Α`), όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 32 του άρθρου 2 του ν. 2093/1992 (Α΄ 181) και την προσθήκη εδαφίου σε αυτήν με την παράγραφο 37 του άρθρου 15 του ν. 2166/1993 (Α΄ 137), [έναρξη ισχύος του προστεθέντος εδαφίου σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο 38 του ιδίου άρθρου, από 1.1.1993], ορίζονται τα εξής : «Οταν μετά από έλεγχο αποδειχθεί ότι ο υποκείμενος στον φόρο διενήργησε έκπτωση φόρου εισροών ή έλαβε επιστροφή φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 και των εκάστοτε υπουργικών αποφάσεων, που ορίζουν την διαδικασία της επιστροφής αυτής, με βάση πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, ή από οποιαδήποτε μη νόμιμη ενέργεια του υποκείμενου στον φόρο δεν απεδόθη στο Δημόσιο ο φόρος που οφείλεται και εφόσον το ποσό του φόρου αυτού είναι μεγαλύτερο των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών, επιβάλλεται ειδικό πρόστιμο ισόποσο με το πενταπλάσιο του φόρου που εξέπεσε ή που επιστράφηκε, χωρίς να το δικαιούται, ή δεν απέδωσε. Το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται σε κάθε άλλη περίπτωση έκπτωσης ή είσπραξης φόρου, που δεν δικαιούται η επιχείρηση, ή μη απόδοσης, εφόσον για την συγκεκριμένη πράξη είναι υπότροπος. Για τα πρόστιμα της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 42. Το πρόστιμο της παραγράφου αυτής επιβάλλεται ανεξάρτητα από την υποβολή εκπρόθεσμης συμπληρωματικής εκκαθαριστικής δήλωσης ή εκπρόθεσμης συμπληρωματικής προσωρινής δήλωσης, η οποία υποβάλλεται μετά την ημερομηνία έκδοσης εντολής ελέγχου».
  1. Επειδή, μεταγενεστέρως – και μετά την αντικατάσταση του άρθρου 48 του ν. 1642/1986 με την παρ. 21 του άρθρου 11 του ν. 2386/1996, (Α΄ 43), οπότε η παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη ρύθμιση της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 1642/1986 περιέχεται τροποποιημένη (μετά την αντικατάσταση) στην παράγραφο 2 του άρθρου 48 – με το άρθρο 5 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179) καθιερώθηκε νέος τρόπος καθορισμού των προστίμων που επιβάλλονται για παραβάσεις των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, στο άρθρο δε 6 του νόμου αυτού ορίζονται τα εξής : «1. Στο Φ.Π.Α. όταν μετά από έλεγχο αποδειχθεί ότι ο υποκείμενος στο φόρο ως λήπτης εικονικού φορολογικού στοιχείου ή στοιχείου το οποίο νόθευσε αυτός ή άλλοι για λογαριασμό του, διενήργησε έκπτωση φόρου εισροών ή έλαβε επιστροφή φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 1642/1986 και των εκάστοτε υπουργικών αποφάσεων, που ορίζουν τη διαδικασία της επιστροφής αυτής, ή ως εκδότης δεν απέδωσε φόρο, με βάση πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, επιβάλλεται ειδικό πρόστιμο ισόποσο με το τριπλάσιο του φόρου που εξέπεσε ή που επιστράφηκε ή δεν απέδωσε, ανεξάρτητα αν δεν προκύπτει τελικά ποσό φόρου για καταβολή. 2. Η έννοια των πλαστών και εικονικών στοιχείων ορίζεται από τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου». Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 24 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής : «Παραβάσεις του Κ.Β.Σ. που διαπράχθηκαν μέχρι το χρόνο έναρξης της ισχύος των σχετικών διατάξεων του παρόντος, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί από τους προϊσταμένους των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών οι σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου ή έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις αυτές και κατά τον ως άνω χρόνο έναρξης ισχύος των σχετικών διατάξεων δεν έχουν περαιωθεί οριστικά με διοικητική επίλυση της διαφοράς ή εκκρεμεί η συζήτηση προσφυγής κατ’ αυτών ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και του Σ.τ.Ε., κρίνονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5, εφόσον προβλέπουν επιεικέστερη μεταχείριση, ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσής τους από τις φορολογικές αρχές. Για τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων αυτών, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν με αίτησή τους, που υποβάλλεται στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, να ζητήσουν τη διοικητική επίλυση της διαφοράς με βάση τις υπόψη διατάξεις, ακολουθουμένης της διαδικασίας του ν.δ/τος 4600/1966 (ΦΕΚ 242 Α`). Σε κάθε περίπτωση κατά την πιο πάνω διοικητική επίλυση της διαφοράς το πρόστιμο δεν μπορεί να περιοριστεί σε ποσό μικρότερο του είκοσι τοις εκατό (20%) του προστίμου που αρχικά επιβλήθηκε με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις. Στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί η διοικητική επίλυση της διαφοράς, οι υποθέσεις αυτές κρίνονται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο διάπραξης της παράβασης. Επίσης οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και για τα πρόστιμα της παραγράφου 2 του άρθρου 48 του ν. 1642/1986, όπως ισχύει …». Εξάλλου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του νόμου αυτού ορίζονται τα εξής : «Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργείται κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει την επιβολή πρόσθετων φόρων, προστίμων καθώς και διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή πρόσθετων φόρων, προστίμων και διοικητικών κυρώσεων νοούνται οι διατάξεις του παρόντος νόμου. Αν προβλέπεται τόσο η επιβολή πρόσθετου φόρου όσο και προστίμου, επιβάλλεται μόνο πρόσθετος φόρος, με εξαίρεση το ειδικό πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, το οποίο επιβάλλεται ανεξάρτητα από την επιβολή πρόσθετου φόρου». Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 38 του ίδιου νόμου «Οι διατάξεις των άρθρων 4 … έως και 9 εφαρμόζονται για παραβάσεις που διαπράττονται από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά» κατά δε την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, οι μνημονευόμενες ως άνω λοιπές διατάξεις του ν. 2523/1997 άρχισαν να ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.9.1997.
  1. Επειδή, στην πάγια διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 2523/1997 προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, η επιβολή προστίμου ισόποσου έως τριπλάσιου του φόρου που δεν αποδόθηκε σε περιπτώσεις μη νόμιμης εκπτώσεως, μη νόμιμης επιστροφής ή μη νόμιμης αποδόσεως του φόρου επί τη βάσει πλαστών, εικονικών ή νοθευμένων στοιχείων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, κατ’ αρχήν, για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων οι οποίες διαπράττονται από την δημοσίευση του ως άνω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (11.9.1997) και εφεξής, η ρύθμιση δε που περιέχεται στη διάταξη αυτή, επιεικέστερη από την προηγούμενη ρύθμιση (της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 1642/1986, η οποία, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προέβλεπε επιβολή προστίμου πενταπλασίου του μη αποδοθέντος κ.λ.π. φόρου), εφαρμόζεται, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 24 του ν. 2523/1997, και για παραβάσεις που έχουν διαπραχθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, μόνον, όμως, εφ’ όσον συντρέχουν οι καθοριζόμενες στην πιο πάνω διάταξη προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, εφαρμόζεται όταν, κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του ν. 2523/1997, έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις για την επιβολή προστίμου και κατά τον ίδιο χρόνο οι σχετικές υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιπροσθέτως δε εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υποβάλουν εμπροθέσμως αίτηση στη φορολογική αρχή ζητώντας τη διοικητική επίλυση της διαφοράς με βάση την επιεικέστερη αυτή διάταξη. Αν δεν επιτευχθεί η διοικητική επίλυση της διαφοράς, οι υποθέσεις αυτές κρίνονται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν όταν διαπράχθηκαν οι σχετικές παραβάσεις (Σ.τ.Ε. 1524/2010, 1438, 2690, 2950/2006, 3414, 3586/2004, 100, 102/2003).
  1. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την υπ’ αριθ. 1371/11.11.1996 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ……… επιβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών, την εμπορία και παραγωγή διαφημίσεων και διαφημιστικών ταινιών και την προβολή τους σε τηλεοπτικούς σταθμούς, τηρεί, δε, βιβλία και στοιχεία Γ΄ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, πρόστιμο ίσο με το πενταπλάσιο του Φ.Π.Α. που δεν απέδωσε, ήτοι πρόστιμο συνολικού ποσού 45.549.000 δραχμών, κατ’ επίκληση του άρθρου 48 παρ. 3 του ν. 1642/1986, για το λόγο ότι υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις Φ.Π.Α., για το διαχειριστικό έτος 1993, χρησιμοποιώντας εικονικά τιμολόγια, που είχαν εκδοθεί από άλλες επιχειρήσεις και τα οποία είχε καταχωρίσει στα βιβλία της. Κατά της πράξης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε προσφυγή στις 2.12.1996, η οποία απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση. Εφεση κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε τόσο από το αναιρεσείον Δημόσιο όσο και από την αναιρεσίβλητη εταιρεία. Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση του Δημοσίου ως αβάσιμη. Αντιθέτως, αφού έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2523/1997 ως ευμενέστερη εφαρμόζεται αναδρομικά και στην κρινόμενη υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την έφεση της αναιρεσίβλητης και περιόρισε το επιβληθέν σε βάρος της πρόστιμο σε ποσό ίσο με το τριπλάσιο του φόρου που δεν απέδωσε, ήτοι σε 27.329.400 δραχμές.
  1. Επειδή, η ανωτέρω κρίση του Διοικητικού Εφετείου στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατιθεμένων διατάξεων διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην έκτη σκέψη, η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2523/1997, στην οποία προβλέπεται πρόστιμο από το ισόποσο έως το τριπλάσιο του φόρου που δεν αποδόθηκε, δεν εφαρμόζεται αυτομάτως σε όλες τις σχετικές με επιβολή προστίμων υποθέσεις, οι οποίες ήταν εκκρεμείς όταν άρχισε να ισχύει ο νόμος αυτός, αλλά μόνον εφόσον συντρέχουν οι καθοριζόμενες στην παράγραφο 4 του άρθρου 24 του ίδιου νόμου προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η υποβολή εμπροθέσμως αίτησης στη φορολογική αρχή για διοικητική επίλυση της διαφοράς. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ύψος του επιβλητέου προστίμου, δεδομένου ότι δεν βεβαιώνεται ότι είχε υποβληθεί τέτοια αίτηση από την αναιρεσίβλητη, η δε υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρίνισης κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

 Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί εν μέρει την 6727/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

 Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 2013.

 Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος                                             Η Γραμματέας

 Ε. Γαλανού                                                                       Α. Ζυγουρίτσα


ΣτΕ  1534/2012

Λαθρεμπορία και εισαγωγές κοινοτικών αυτοκινήτων. Μετά την ισχύ του ν. 2960/ 2001, η κατοχή ή κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις, χαρακτηρίζονται πλέον ως απλές τελωνειακές παραβάσεις και όχι ως λαθρεμπορία, όπως γινόταν με τις αντίστοιχες διατάξεις των νόμων 2682/1999 και 2127/1993.

Εφαρμογή του ευμενέστερου νομοθετικού καθεστώτος και στις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου και ήσαν εκκρεμείς. Μη νόμιμα ακυρώθηκε η καταλογιστική πράξη επιβολής πολλαπλών τελών, αφού εσφαλμένα κρίθηκε ότι διαπράχθηκε απλή τελωνειακή παράβαση, αν και εφαρμόστηκε ο ν. 2127/1993. Το εφετείο οφείλει να ερευνήσει την περίπτωση εφαρμογής του επιεικέστερου καθεστώτος του νέου Τελωνειακού Κώδικα.

Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 1916/2002 ΔΕφΑθ )

Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση με την υπ΄ αριθμ. 3197/2011 απόφαση του Τμήματος.

ΕΔΔΔΔ 2012/804

METAΕΝΕΣΤΕΡΕΣ

1064/2013 ΣΤΕ

Λαθρεμπορία. Εισαγωγή αυτοκινήτων από χώρες της ΕΕ και διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως, με τη χρησιμοποίηση τεχνασμάτων. Επιβολή κατά του υπευθύνου της διοικητικής κυρώσεως του πολλαπλού τέλους.

Πότε δεν απαιτείται να διατυπώνεται αιτιολογημένα κρίση περί της συνδρομής του στοιχείου του δόλου. Το διοικητικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να τη συνεκτιμήσει.

Ο προσδιορισμός της φορολογητέας αξίας του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με κριτήριο την παλαιότητά του δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθ. 219/2005 απόφαση του ΔΕφΙωαν ) Όμοια με τις υπ΄ αριθ. 1065/2013, 1066/2013 και 1067/2013 αποφάσεις ΣτΕ.

2374/2013 ΣΤΕ

Λαθρεμπορία. Πότε στοιχειοθετείται.

Επιβολή πολλαπλού τέλους όταν τελούνται με δόλο οι πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση. Πότε δεν απαιτείται να διαπιστώνεται ειδικά η συνδρομή του στοιχείου του δόλου.

Ο αναιρεσείων, τελωνειακός υπάλληλος, παραποίησε τον αριθμό πλαισίου του με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας εισαχθέντος αυτοκινήτου με το καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής και εν συνεχεία κλαπέντος, και του τοποθέτησε  πινακίδες κυκλοφορίας άλλου αυτοκινήτου.

Περιστατικά.

Το διοικητικό δικαστήριο δεν δεσμευόταν από την αθωωτική απόφαση.

Στην περίπτωση διαπράξεως λαθρεμπορίας από δημοσίους υπαλλήλους αποκλείεται η μη άσκηση ποινικής διώξεως ή η κατάργηση της δίκης.

Απορρίπτεται η αναίρεση  (επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 786/2008 ΔΕφΠειρ )

2949/2013 ΣΤΕ

Λαθρεμπορία. Για την επιβολή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με δόλο των οικείων πράξεων ή παραλείψεων.

Πότε δεν απαιτείται να διατυπώνεται κατά τρόπο ειδικό η σχετική κρίση του διοικητικού δικαστηρίου.

Αιτιολογημένα το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων διέπραξε λαθρεμπορία. Η αθωωτική απόφαση δεν προσκομίσθηκε προαποδεικτικώς και δεν όφειλε το διοικητικό εφετείο να τη συνεκτιμήσει.

Η δήλωση ψευδών στοιχείων ή η παραποίηση των παραστατικών από τα οποία προσδιορίζεται το έτος πρώτης κυκλοφορίας του εισαγόμενου αυτοκινήτου, στοιχειοθετεί λαθρεμπορία και το άρθρο 137 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα δεν είναι επιεικέστερο του άρθρου 88 του ν. 2127/1993.

Η έκδοση συμπληρωματικής πράξεως χρεώσεως δασμών και φόρων δεν επιτρέπεται μετά την παραγραφή του αδικήματος.

Συμπληρωματική χρέωση μετά τη διαπίστωση της λανθασμένης δασμολογικής κατάταξης του αυτοκινήτου ως φορτηγού, ενώ έπρεπε να είχε καταταγεί ως επιβατηγό τύπου JΕΕΡ. Δεν προβλέπεται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας έκδοσης της καταλογιστικής πράξης η συγκοινοποίηση του πρωτοκόλλου τελωνειακής παράβασης. Πότε δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή από την τελωνειακή αρχή είτε των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αντιστοιχούν στο λαθρεμπόρευμα ή χρηματικής ποινής ίσης με την αξία των αντικειμένων της λαθρεμπορίας.

Ο καταλογισμός των φορολογικών επιβαρύνσεων και πολλαπλού τέλους δεν εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα καταβολής τους από τους υπόχρεους.

Το επιβληθέν πολλαπλό τέλος είναι το ελάχιστο προβλεπόμενο που μπορούσε να επιβληθεί με βάση την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 93 του ΤΚ.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθ. 141/2007 απόφαση του ΔΕφΛαρ )

Όμοια με την υπ΄ αριθ. 2950/2013 απόφαση ΣτΕ.

Αριθμός 1534/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2011 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Α.- Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Ο.- Μ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

 Για να δικάσει την από 20 Ιουνίου 2003 αίτηση:

του Διευθυντή Διεύθυνσης Παρακολούθησης και Ελέγχου Ανασταλτικών Καθεστώτων  (ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ.), ο οποίος παρέστη με την Βάϊα Παπακωνσταντίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,  κατά του …………., κατοίκου ………….. (οδός ………..αρ……..), ο οποίος δεν παρέστη.

 Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Διευθυντής επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1916/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Νίκα.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Διευθυντή, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

  1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο καταβολή παραβόλου.
  1. Eπειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1916/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, κατ’ αποδοχήν εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η υπ’ αριθμ. 3063/1998 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, έγινε δεκτή η από 11.2.1997 προσφυγή του αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε η υπ’ αριθμ. 748/95/14.1.1997 πράξη του Διευθυντού της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (Ε.Υ.Τ.Ε.), με την οποία ο αναιρεσίβλητος χαρακτηρίστηκε υπαίτιος λαθρεμπορίας αυτοκινήτου και επιβλήθηκαν εις βάρος του πολλαπλά τέλη ύψους 16.630.000 δραχμών.
  1. Επειδή, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Β΄ Τμήματος με την υπ’ αριθμ. 3197/2011 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως του ιδίου Τμήματος λόγω σπουδαιότητος.
  1. Επειδή, νομίμως εχώρησε η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, εφ’ όσον, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελητρίας του Δικαστηρίου τούτου Ειρήνης Γιαννούτσου με ημερομηνία 10.11.2011, αντίγραφο της προαναφερθείσης παραπεμπτικής αποφάσεως, στην οποία ορίζετο και ρητή δικάσιμος, επιδόθηκε εμπροθέσμως και εν γένει νομοτύπως σε συστεγαζόμενο συνεργάτη του δικηγόρου που είχε παραστεί ως πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου κατά την συζήτηση ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος.
  1. Επειδή, ο ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 48) προέβλεπε στο άρθρο 75, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, ότι: «Αυτοκίνητα οχήματα και μοτοσυκλέτες, που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης Ε.Ο.Κ. και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας από άλλα Κράτη – Μέλη της Κοινότητας, υπόκεινται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης που προβλέπεται [εννοείται στο άρθρο 1 του ν. 363/1976, ΦΕΚ Α΄152] για τα εισαγόμενα ή εγχωρίως παραγόμενα αυτοκίνητα» και στο άρθρο 77 ότι «1. Η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η είσοδος του οχήματος στο εσωτερικό της χώρας. 2. Ο φόρος καθίσταται απαιτητός την 15η ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν κατά τον οποίο γεννήθηκε η φορολογική υποχρέωση … 3. Για τα οχήματα που έχουν υπαχθεί στα καθεστώτα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 84 του παρόντος, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και ο Φ.Π.Α. καθίστανται απαιτητοί κατά την έξοδο των οχημάτων, έστω και αντικανονικά, από τα καθεστώτα αυτά». Περαιτέρω, με το άρθρο 79 εθεσπίζετο η υποχρέωση δηλώσεως στις τελωνειακές αρχές της εισαγωγής των οχημάτων του άρθρου 75 ως εξής: «1. Τα οχήματα του άρθρου 75, κατά την άφιξή τους στον πρώτο τόπο προορισμού, δηλώνονται στην πλησιέστερη τελωνειακή αρχή. Υπόχρεοι στη δήλωση αυτή είναι ο ιδιοκτήτης ή ο παραλήπτης των οχημάτων ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός τους ή το πρόσωπο, στην κατοχή του οποίου τίθενται τα οχήματα. 2 Όταν τα παραπάνω οχήματα μεταφέρονται, αυτοδύναμα, δηλώνονται αμέσως από το πρόσωπο, που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή, στην πλησιέστερη τελωνειακή αρχή. 3. … 4. Η κατά τις ανωτέρω παραγράφους δήλωση δεν υποβάλλεται όταν τα οχήματα του άρθρου 75 εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2» και με το άρθρο 80 επεβάλλετο η υποβολή ειδικής δηλώσεως στις τελωνειακές αρχές με σκοπό την βεβαίωση και είσπραξη του ειδικού φόρου καταναλώσεως ως ακολούθως: «1. Υπόχρεος στην καταβολή του φόρου είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 2. Για τη βεβαίωση και είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμενης αξίας ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής, υποβάλλεται στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ειδική δήλωση, μέχρι και την επόμενη εργάσιμη ημέρα από εκείνη κατά την οποία ο φόρος κατέστη απαιτητός και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Προκειμένου περί των οχημάτων των παρ.1 και 2 του άρθρου 84 η ειδική δήλωση υποβάλλεται κατά την έξοδο αυτών από τα ανασταλτικά καθεστώτα. Με την ειδική δήλωση, που αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου, συνεισπράττεται και ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας. 3 …». Δυνάμει του άρθρου 84 παρ.2 του ως άνω νόμου «η απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, που παρέχεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις στα οχήματα που εισάγονται προσωρινά από τρίτες χώρες και τίθενται στο τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής, εφαρμόζεται, ανάλογα, υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις και στα οχήματα του άρθρου 75, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, για να χρησιμοποιηθούν προσωρινά στο εσωτερικό της χώρας». Κατά το άρθρο 87 παρ.1 «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 84, πρόσωπα εγκατεστημένα στο εσωτερικό της χώρας δεν επιτρέπεται να κατέχουν πέρα από την προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 80 προθεσμία ή να κυκλοφορούν πέρα από την προβλεπόμενη από την παρ. 3 του άρθρου 79 προθεσμία τα οχήματα του άρθρου 75». Τέλος, στο άρθρο 88 ορίζοντο τα ακόλουθα: «1. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα. 2. Ανεξάρτητα από την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου επιβάλλονται και τα παρακάτω, κατά περίπτωση, πρόστιμα : α) …». Εξ άλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 89 του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικος (ΦΕΚ Α΄ 73), ορίζετο ότι «η μη τήρησις των περί τας τελωνειακάς εργασίας και την τελωνειακήν υπηρεσίαν διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβασις» και στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου ότι «ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται η καθ’ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσι δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου και εάν ήθελεν κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας». Στην παρ. 1 του άρθρου 100 του ιδίου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939 (ΦΕΚ Α’ 495), ορίζετο ότι «Λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ’ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ’ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον», στην δε παρ. 3 του άρθρου 97 του αυτού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του α.ν. 1514/1950, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 23 του ν. 495/1976 (ΦΕΚ Α΄337) ορίζετο ότι «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου, ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών, επιβάλλεται, κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομ. του παρόντος, ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενο ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων εν συνόλω, δια πάντας τους συνυπαιτίους».
  1. Επειδή, στη συνέχεια, οι ανωτέρω παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993, όπως είχαν εν τω μεταξύ τροποποιηθεί με το άρθρο 13 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ Α΄43), αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 13 του ν. 2443/1996 (ΦΕΚ Α΄265) ως εξής: «1. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων των αναφερομένων στο άρθρο 75 οχημάτων, καθώς και η μη τήρηση των προβλεπόμενων από τα άρθρα 75 και επόμενα διατυπώσεων, με σκοπό τη μη καταβολή των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία και τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του ν. 1165/1918. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, η μη τήρηση των προβλεπόμενων από τα άρθρα 75 και επόμενα διατυπώσεων χαρακτηρίζεται ως τελωνειακή παράβαση, του άρθρου 89 παρ. 1 του ν. 1165/1918 και επισύρει κατά των παραβατών τα κατωτέρω, κατά περίπτωση πρόστιμα …».
  1. Επειδή, όπως εκρίθη με τις υπ’ αριθμ. 190-193/2007 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου, από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2127/1993, του ν. 2443/1996 και του Τελωνειακού Κώδικα προκύπτει ότι η διά της χρησιμοποιήσεως τεχνασμάτων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής στο Δημόσιο των υπ’ αυτού κατά την εισαγωγή αγαθών στη Χώρα (ή κατά την εξαγωγή από αυτή) εισπρακτέων δασμών, τελών, δικαιωμάτων και φόρων εν γένει, οίος είναι και ο προσωρινώς διατηρούμενος για τα εισαγόμενα από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητος αυτοκίνητα ειδικός φόρος καταναλώσεως, συνιστά την (διοικητική) τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας, που επισύρει κατά του υπευθύνου την επιβολή της διοικητικής κυρώσεως του πολλαπλού τέλους. Εξάλλου, στη ρύθμιση της επιβολής διοικητικών κυρώσεων για την διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής στο Δημόσιο των κατά τα ανωτέρω υπ’ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, δικαιωμάτων και φόρων εν γένει, ουδεμία επήλθε μεταβολή με την αντικατάσταση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993 διά του άρθρου 2 του ν. 2443/1996, αφού για την παράβαση αυτή, δηλαδή την (διοικητική) τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας, συντρεχουσών των κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 89 του Τελωνειακού Κώδικα προϋποθέσεων, προβλέπεται η επιβολή των αυτών διοικητικών κυρώσεων (πολλαπλών τελών και προστίμων) τόσο με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 88 του ν. 2127/1993, όπως είχαν προ της αντικαταστάσεώς τους διά του άρθρου 2 του ν. 2443/1996, όσο και με τις ίδιες αυτές διατάξεις, όπως διαμορφώθηκαν μετά την αντικατάστασή τους διά του προαναφερθέντος άρθρου 2 του ν. 2443/1996.

  1. Επειδή, ακολούθως, με το ν. 2682/1999 «Διαρρυθμίσεις στη φορολογία των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 16) καταργήθηκε – για λόγους απλούστευσης, όπως αναφέρεται στην εισηγητική του έκθεση – ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος που προβλέπονταν στα άρθρα 1 και 3 παρ. 1 του ν. 363/1976 για τα επιβατηγά αυτοκίνητα και καθιερώθηκε νέο τέλος με την ονομασία «τέλος ταξινόμησης». Ειδικότερα, στο νόμο αυτό (2682/1999) προεβλέποντο τα εξής: Άρθρο 1. «Έννοια όρων. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) «Κοινοτικά οχήματα»: Τα αυτοκίνητα οχήματα και οι μοτοσυκλέτες που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας από τα λοιπά Κράτη – Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). β) …». Άρθρο 2 «Τέλος ταξινόμησης επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης. 1. Επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Κανονισμός Ε.Ο.Κ. αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 ΕΕL 256 της 7.9.1987) υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης επί της φορολογητέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος και του άρθρου 4 του ν. 1573/1985 (ΦΕΚ 201 Α’), όπως ισχύουν. 2. …». Άρθρο 9 «Χρόνος γένεσης υποχρέωσης καταβολής του τέλους ταξινόμησης και απαιτητό αυτού. 1. Η υποχρέωση καταβολής του τέλους ταξινόμησης γεννάται: -Για τα κοινοτικά οχήματα και για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας … 2. Το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν τη θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία και για τα οχήματα των άρθρων 2 … του παρόντος, το αργότερο: -Για τα μεταφερόμενα … από τα λοιπά Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη 15η ημέρα του επομένου μην από αυτόν που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού. …3. Όταν τα οχήματα τίθενται σε ένα από τα καθεστώτα αναστολής του άρθρου 14 του παρόντος νόμου …, το τέλος ταξινόμησης και ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) καθίστανται απαιτητοί κατά την έξοδο των οχημάτων, έστω και αντικανονικά από τα καθεστώτα αυτά. …». Άρθρο 10. «Μεταφορά, αποστολή, άφιξη οχημάτων από τα λοιπά Κράτη – Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 1. Τα κοινοτικά οχήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 … του παρόντος νόμου, κατά την άφιξή τους στον πρώτο τόπο προορισμού, δηλώνονται αμέσως στην πλησιέστερη Τελωνειακή Αρχή … 4. Η κατά τις ανωτέρω παραγράφους δήλωση δεν υποβάλλεται όταν τα κοινοτικά οχήματα εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. 5. …». Άρθρο 11 «Βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης οχημάτων- Πιστοποιητικό Ταξινόμησης. 1. Υπόχρεος στην καταβολή του τέλους ταξινόμησης είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 2. Για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του φόρου προστιθέμενης αξίας ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής κοινοτικών οχημάτων, υποβάλλεται στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ειδική δήλωση μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το τέλος καθίσταται απαιτητό και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Για τα οχήματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 14 η ειδική δήλωση υποβάλλεται κατά την έξοδο αυτών από τα ανασταλτικά καθεστώτα. Με την ειδική δήλωση, που αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου, συνεισπράττεται και ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας …». ΄Αρθρο 14 «Καθεστώτα αναστολής και προσωρινής απαλλαγής οχημάτων. 1. … 2. Τα κοινοτικά οχήματα δύνανται να παραμένουν προσωρινά στο εσωτερικό της χώρας χωρίς να απαιτείται η καταβολή του τέλους ταξινόμησης και του Φ.Π.Α. Για τη χορήγηση της προσωρινής αυτής απαλλαγής από την καταβολή του τέλους ταξινόμησης και του Φ.Π.Α. εφαρμόζονται ανάλογα οι όροι και προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής για τα οχήματα τρίτων χωρών στη χώρα. 3. … 4. …». Άρθρο 17 «Περιορισμοί στην κατοχή και κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων. 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 14, πρόσωπα εγκατεστημένα στο εσωτερικό της χώρας δεν επιτρέπεται να κατέχουν πέρα από την προβλεπόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 11 προθεσμία ή να κυκλοφορούν πέρα από την προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 10 κοινοτικά οχήματα χωρίς την καταβολή του τέλους ταξινόμησης. 2. …». Άρθρο 18. «Παραβάσεις-κυρώσεις. Α. Κοινοτικά οχήματα. 1. Η κατοχή ή η κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 και 11 του παρόντος νόμου αποτελεί λαθρεμπορία και εφαρμόζονται οι σχετικές περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ 73 Α΄) … Στις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται από την παράγραφο Α4 του παρόντος άρθρου. 2. … 4. Η διάπραξη των αναφερόμενων παρακάτω παραβάσεων χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και επισύρει κατά περίπτωση, τα ακόλουθα πρόστιμα: α) Για τη μη υποβολή της δήλωσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 πρόστιμο εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών για κάθε όχημα. β) … 5. … Β. … Γ. Οχήματα Κοινοτικών και Τρίτων Χωρών. 1. Πέρα από την επιβολή των προστίμων που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους Α4 … τα οχήματα υπόκεινται και σε προσωρινή συντηρητική δέσμευση με πράξη της τελωνειακής αρχής που διαπίστωσε την παράβαση … 3. Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας του ν. 1165/1918 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις δήλωσης ψευδών στοιχείων ή παραποίησης των κατατιθεμένων παραστατικών, από τα οποία προσδιορίζεται το έτος πρώτης κυκλοφορίας των αυτοκινήτων ή η αντιρρυπαντική τεχνολογία αυτών, με αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή την είσπραξη μειωμένου τέλους ταξινόμησης. 4. Οι παραβάσεις των περιπτώσεων ι΄ και κ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 100 του ν. 1165/1918 Κώδικα [αφορούν αφαίρεση, παραποίηση κλπ πλαισίου αυτοκινήτου, υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση] εφαρμόζονται ανάλογα και για το τέλος ταξινόμησης και τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του ίδιου νόμου. 5. Οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις προϊσχύουσες του νόμου αυτού διατάξεις». Άρθρο 22. «1. Όπου στις κείμενες διατάξεις και στις κατ` εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες διοικητικές πράξεις αναφέρεται ειδικός Φόρος Κατανάλωσης ή εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος νοείται εφεξής τέλος ταξινόμησης. Οι διοικητικές και κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 75 και επόμενα του ν. 2127/1993, αναλόγως προσαρμοζομένων, εξακολουθούν να ισχύουν και για την εφαρμογή του παρόντος νόμου». Άρθρο 29. «1. Από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος νόμου καταργούνται οι παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν: α) Των άρθρων 75 έως και 88, του άρθρου 90 και της παραγράφου 1 του άρθρου 89 του ν. 2127/1993 … β) του ν. 363/1976 …». Άρθρο 36. «Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από 16 Νοεμβρίου 1998, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις».
  1. Επειδή, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 2682/1999 ενσωματώθηκαν κατά βάση στον επακολουθήσαντα ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (ΦΕΚ Α` 265/22.11.2001). Ούτω τα άρθρα 120 έως και 141 του τελευταίου αυτού νόμου προέρχονται, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση αυτού, από τον ν. 2682/1999. Ειδικότερα στο άρθρο 129, τιτλοφορούμενο «Μεταφορά, αποστολή, άφιξη οχημάτων από τα λοιπά Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης», ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Τα κοινοτικά οχήματα …κατά την άφιξή τους στον πρώτο τόπο προορισμού δηλώνονται αμέσως στην πλησιέστερη Τελωνειακή Αρχή. … 2. Όταν τα παραπάνω οχήματα μεταφέρονται αυτοδύναμα στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή στην πλησιέστερη Τελωνειακή Αρχή. 5. …». Περαιτέρω, το άρθρο 130 αναφερόμενο στην «βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης οχημάτων» ορίζει ότι «1. Υπόχρεος στην καταβολή του τέλους ταξινόμησης είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 2. Για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής κοινοτικών οχημάτων, υποβάλλεται στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ειδική δήλωση μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το τέλος καθίσταται απαιτητό και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Για τα οχήματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 133 η ειδική δήλωση υποβάλλεται κατά την έξοδο αυτών από τα ανασταλτικά καθεστώτα. Με την ειδική δήλωση, που αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου, συνεισπράττεται και ο οφειλόμενος Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) 3.…». Όμως, στο άρθρο 137 «Παραβάσεις – Κυρώσεις» του νεωτέρου αυτού νόμου (2960/2001) η κατοχή ή κυκλοφορία εντός της χώρας κοινοτικών οχημάτων άνευ τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση. Ειδικότερα στο άρθρο αυτό ορίζονται τα εξής: «Α. Κοινοτικά οχήματα : 1. Η κατοχή ή η κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 129 και 130 του παρόντα Κώδικα, αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα. Στις ανωτέρω περιπτώσεις επιβάλλεται πρόστιμο, το οποίο καθορίζεται στο ύψος των αναλογουσών στο όχημα φορολογικών επιβαρύνσεων. 2. … Β. Οχήματα Τρίτων Χωρών … Γ. Οχήματα Κοινοτικών και Τρίτων Χωρών: 1. … 3. Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις δήλωσης ψευδών στοιχείων ή παραποίησης των κατατιθεμένων παραστατικών, από τα οποία προσδιορίζεται το έτος πρώτης κυκλοφορίας των αυτοκινήτων ή η αντιρρυπαντική τεχνολογία αυτών, με αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή την είσπραξη μειωμένου τέλους ταξινόμησης. 4. Οι παραβάσεις των περιπτώσεων (η) και (θ) της παραγράφου 2 του άρθρου 155 του παρόντα Κώδικα [αφορούν αφαίρεση, παραποίηση κλπ πλαισίου αυτοκινήτου, υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση] εφαρμόζονται ανάλογα και για το τέλος ταξινόμησης και τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του ίδιου νόμου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή και για τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του παρόντα Κώδικα και εκκρεμούν στα Ποινικά ή Διοικητικά Δικαστήρια ή στις Τελωνειακές και λοιπές Διωκτικές Αρχές, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υποβάλουν αίτηση για υπαγωγή στις παρούσες διατάξεις, εντός έξι (6) μηνών από της παραλαβής σχετικής υπηρεσιακής κλήσης, παραιτηθούν των ενδίκων μέσων και καταβάλουν τα προβλεπόμενα, από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οφειλόμενα πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη. 6. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 184 του ιδίου Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα ορίζεται ότι «1. Από την έναρξη εφαρμογής του παρόντα Κώδικα καταργούνται οι παρακάτω διατάξεις όπως ισχύουν: α) του ν. 1165/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικα», β) … γ) των άρθρων 1 έως και 21, των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 22 του ν. 2682/ 1999, δ) … ε) … 2. Επίσης, καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα» και στο άρθρο 185 ότι «Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 2002».
  1. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 18 Α.1 του ν. 2682/1999, στην οποία προβλεπόταν ότι η κατοχή ή κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις των άρθρων 10 και 11 του νόμου εκείνου αποτελεί λαθρεμπορία και εφαρμόζονται οι σχετικές περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918), είχε την έννοια ότι παρέπεμπε στις προϋποθέσεις της λαθρεμπορίας κατά τον Τελωνειακό Κώδικα, μεταξύ των οποίων η ύπαρξη δόλου, και στοιχούσε, ως εκ τούτου, προς την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 88 του ν. 2127/ 1993, όπως αυτή ίσχυσε πρό και μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 2 του ν. 2443/1996. Αντιθέτως, υπό το νεώτερο καθεστώς του ν. 2960/2001 (άρθρο 137 Α.1), η κατοχή ή κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα χωρίς να έχει τηρηθεί καμμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 129 και 130 του εν λόγω νόμου (αντίστοιχα των άρθρων 10 και 11 του ν. 2682/1999) χαρακτηρίζονται πλέον ως απλές τελωνειακές παραβάσεις και όχι ως λαθρεμπορία τιμωρουμένη με πολλαπλό τέλος, όπως προβλεπόταν από τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2682/1999 και του άρθρου 88 παρ.1 του ν. 2127/1993, οι οποίες, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 2960/2001 «απέβησαν τελικά αναποτελεσματικές». Συνεπώς, το νεώτερο καθεστώς του 2960/2001 (με ισχύ από 1.1.2002) είναι κατά τούτο ευμενέστερο από το προγενέστερο. Και ναι μεν, περαιτέρω, το άρθρο 7 του ν. 3453/2006 (ΦΕΚ Α΄ 74) αντικατέστησε, μετά την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ως άνω άρθρο 137 του ν. 2960/2001, όμως, οι ρυθμίσεις του νεότερου αυτού νόμου δεν καταλαμβάνουν, εν όψει των οριζομένων στην παράγραφο 11 εδαφ. δεύτερο του ανωτέρω άρθρου 7, την προκειμένη υπόθεση στο παρόν αναιρετικό στάδιο εν όψει των δεδομένων της.
  1. Επειδή, με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 137 Γ. 5 του ν. 2960/2001 προεβλέφθη η εφαρμογή του ευμενεστέρου νομοθετικού καθεστώτος του νέου Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001) και στις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως αυτού (22.11.2001) και ήσαν εκκρεμείς κατά την ημερομηνία αυτή είτε ενώπιον της Διοικήσεως είτε ενώπιον των δικαστηρίων υπό τις ταχθείσες από την εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις. Κατά την έννοια της ως άνω μεταβατικής διατάξεις, ερμηνευομένης εν όψει και του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος περί παροχής έννομης προστασίας, οι προϋποθέσεις αυτές συνίστανται α) στην υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο μέσα σε προθεσμία έξη μηνών από την παραλαβή σχετικής υπηρεσιακής κλήσεως, β) στην καταβολή των ήδη προβλεπομένων, αναλόγως της περιπτώσεως, προστίμων και γ) στην παραίτηση από τα ένδικα μέσα κατά των σχετικών διοικητικών πράξεων και αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν υπό το παλαιότερο καθεστώς και οι οποίες, μετά την έκδοση των πράξεων επιβολής προστίμου επί τη βάσει του νεωτέρου ευμενεστέρου νομοθετικού καθεστώτος, παύουν να ισχύουν ή δεν εκτελούνται, αντιστοίχως.
  1. Επειδή, εν προκειμένω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα εξής: στις 29.3.1995 από τον τελωνειακό έλεγχο που έγινε από υπαλλήλους της ΕΥΤΕ στην οικία του αναιρεσιβλήτου στη ……………… διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος κατείχε, μεταξύ άλλων, ένα Ι.Χ. αυτοκίνητο μάρκας MASERATI με ιταλικό αριθμό κυκλοφορίας ……. , το οποίο είχε εισάγει τον Απρίλιο του έτους 1994 από την Ιταλία στην Ελλάδα, χωρίς να το δηλώσει κατά την εισαγωγή και χωρίς έκτοτε να το τελωνίσει ή να το επανεξαγάγει, με αποτέλεσμα να μην καταβληθούν οι αναλογούσες φορολογικές επιβαρύνσεις. Ο αναιρεσίβλητος, εξεταζόμενος ενώπιον της τελωνειακής αρχής, ισχυρίστηκε ότι δεν δήλωσε το ως άνω αυτοκίνητο κατά την εισαγωγή του λόγω της ιδιότητάς του ως μονίμου κατοίκου του εξωτερικού (Ιταλίας) και ότι δεν το επανεξήγαγε μέσα στη νόμιμη προθεσμία για λόγους ανωτέρας βίας. Η τελωνειακή αρχή, μη αποδεχθείσα τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, προέβη, στις 9.11.1995, στην κατάσχεση του αυτοκινήτου αυτού, ως αντικειμένου λαθρεμπορίας, και εξέδωσε εις βάρος του την επίδικη καταλογιστική πράξη επιβολής πολλαπλού τέλους. Προσφυγή του αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτής απορρίφθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ’ αριθμ. 3063/1998 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, η έφεση του, όμως, κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 88 του ν. 2127/1993, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 2 του ν. 2443/1996, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων των αναφερόμενων στο άρθρο 75 οχημάτων, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση και όχι ως λαθρεμπορία, με αποτέλεσμα η διαφυγή εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των οφειλομένων φόρων για το επίμαχο αυτοκίνητο, εν όψει του ότι έλαβε χώρα πριν την κατά τα ως άνω αντικατάσταση του άρθρου 88 του ν. 2127/1993, να μην φέρει το χαρακτήρα λαθρεμπορίας, αλλά απλής τελωνειακής παραβάσεως. Για τον λόγο αυτό το διοικητικό εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την προσφυγή του αναιρεσιβλήτου και κατέληξε ότι αυτή έπρεπε να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η επίδικη καταλογιστική πράξη επιβολής πολλαπλών τελών.
  1. Επειδή, η ανωτέρω κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι νόμιμη διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη, κατά τα προεκτεθέντα ερμηνεία του ν. 2127/1993 (ΣτΕ 190-3/2007 Ολομ.). Για τον λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο οφείλει, εν όψει των προαναφερθεισών νομοθετικών μεταβολών που κατέλαβαν την προκειμένη υπόθεση, και ιδία εν όψει της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 137 Γ. 5 του ν. 2960/2001, να ερευνήσει την τυχόν συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής σ’ αυτήν του επιεικεστέρου καθεστώτος του νέου Τελωνειακού Κώδικα (ν.2960/2001) αναφορικά με τις κυρώσεις για τη κατοχή ή κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 129 και 130 του εν λόγω νόμου (πρβλ. ΑΠ 1172/2004).

Δ Ι Α  Τ Α Υ Τ Α

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1916/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αιτιολογικό.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2012

               Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος                Ο Γραμματέας του Β΄ Τμήματος

                       Φ. Αρναούτογλου                                             Ι. Μητροτάσιος

 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2012.

                   Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος                                       Η Γραμματέας

                              Ε. Γαλανού                                                       Α. Ζυγουρίτσα


2959/1995 ΣΤΕ

 Απαλλαγές φορολογουμένου. Ο επικαλούμενος αυτές πρέπει να αποδεικνύει την συνδρομή όλων των σχετικών προϋποθέσεων του νόμου.

Διαπίστωση από την φορολογική αρχή της ελλείψεως μίας προϋποθέσεως που δεν απαιτείται από το νόμο.

Το δικαστήριο κρίνοντας την άνω ως αποδεδειγμένη ή με την άνω προϋπόθεση δεν δύναται να συναγάγει ως αποδεδειγμένη εκ μόνου του λόγου αυτού την συνδρομή και των κατά νόμων απαιτουμένων προϋποθέσεων αλλά οφείλει να εκδώσει  προδικαστική απόφαση αν τούτο είναι αναγκαίο για την διαπίστωση της συνδρομής αυτών.

Αναίρεση της υπ αριθμόν 3346/1990 αποφάσεως του ΔΕφΑθ  που έκρινε το αντίθετο.

Αριθμός   2959/1995

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ  Γ`

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου  1995, με την εξής σύνθεση: Χ. Γεραρής, Σύμβουλος της Επικρατείας,  Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα,  Φ.Στεργιόπουλος, Ε. Γαλανού, Σύμβουλοι, Α. Γκότσης, Ε. Σαρπ, Πάρεδροι.Γραμματέας η Δ. Μουζάκη.

   Γ ι α  να δικάσει την από 20 Ιουνίου 1991 αίτηση:

   Τ ο υ  Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, ο οποίος παρέστη  με τον Δ. Παπαδόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

  κ α τ ά  της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στην Αθήνα οδός  ……………….., η οποία δεν παρέστη.

   Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να  αναιρεθεί η υπ` αρ. 3346/1990 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

   Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Α. Γκότση.

  Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του  αναιρεσείοντος  Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους  προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

  Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε  διάσκεψη και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

  1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση η οποία ασκήθηκε κατά το νόμο χωρίς να καταβληθούν τέλη και παράβολο, ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως 3346/90 του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας, με την οποία έγινε εν  μέρει δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως 1482/85 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας και μεταρρυθμίσθηκε η απόφαση αυτή, με την οποία είχε απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά του υπ` αριθ.  31/81 φύλλου ελέγχου φόρου κύκλου εργασιών, έτους 1980, τουΟικονομικού  Εφόρου Φ.Α.Ε.Ε. Αθήνας.
  1. Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ` αριθ. 687 και 688, της 23-11-1994, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθήνας Αθαν. Αμπράση, στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παρέστη κατά τη  συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιδόθηκαν νομότυπα και  εμπρόθεσμα αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως και της πράξεως του Προέδρου  του Β Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου. Επομένως, η υπό κρίση  αίτηση, η οποία ασκήθηκε και κατά λοιπά παραδεκτώς είναι τύποις δεκτή και  εξεταστέα κατ` ουσίαν, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
  1. Επειδή, στο άρθρο 13 παρ. 2 του ν.δ. 4486/1965 (131 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 542/1977 (41Α), ορίζεται ότι «Απαλλάσσονται του φόρου κύκλου εργασιών του εδαφίου α του άρθρου 1 του Α.Ν. 660/1937… τα ακαθάριστα έσοδα των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων εκ πωλήσεως προϊόντων, προς δικαιουμένους, κατά τας ισχυούσας διατάξεις, απαλλαγής από του φόρου κύκλου εργασιών, εν περιπτώσει  εισαγωγής υπό των ιδίων, ομοίων προϊόντων εκ του εξωτερικού… Οι όροι και η  εν γένει διαδικασία της απαλλαγής καθορίζονται δι` αποφάσεως του Υπουργού  Οικονομικών». Βάσει της τελευταίας αυτής εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε  η υπ Ν`αριθ. Μ. 837/101/27.2.1980 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «περί  διαδικασίας απαλλαγής έτοιμου προϊόντος» (317 Β/28.3.1980). Εξάλλου, στην  παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 43/1968 (288 Α) ορίζεται ότι «Αι εντός μιας πενταετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, ιδρυθησόμεναι χοιροτροφικαί επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους… απαλλάσσονται ολοσχερώς της  φορολογίας εισοδήματος επί μίαν πενταετίαν από της ενάρξεως της λειτουργίας  των…», ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι «χοιροτροφικαί επιχειρήσεις  μεγάλου μεγέθους είναι: α) Αι επιχειρήσεις αναπαραγωγής βελτιωμένων φυλών  χοίρων των οποίων ο αριθμός των ενηλίκων θηλέων ζώων να ανέρχεται στις 500  κεφαλάς, διαρκώς καθ` όλην την πενταετίαν… β) Αι επιχειρήσεις παχύνσεως  βελτιωμένων χοίρων δυναμικότητος τουλάχιστον 2.000 κεφαλών ετησίως  προερχομένων είτε εξ ιδίας παραγωγής είτε εξ ετέρων εγχωρίων πηγών,….».  Περαιτέρω στο άρθρο 5 του ίδου ν. δ/τος ορίζεται ότι «αναπαραγωγά ζώα, αυτοκίνητα-ψυγεία, μηχανήματα και εξαρτήματα εισαγόμενα εκ του εξωτερικού  δια τας ανάγκας των ως άνω χοιροτροφικών επιχειρήσεων απαλλάσσονται  παντός δασμού, τέλους, φόρου και πάσης ετέρας επιβαρύνσεως», ενώ, τέλος,  στο άρθρο 7 του ν. δ/τος αυτού προβλέπεται ότι «των ευεργημάτων του  παρόντος απολαμβάνουν μόνον αι χοιροτροφικαί επιχειρήσεις, των οποίων αι  εγκαταστάσεις είναι συγχρόνου τύπου και σύμφωναι με τας νεωτάτους μεθόδους  της ζωοτεχνίας κατά τα οριζόμενα δι` αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας.  Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 75 του Κ.Φ.Δ. (π.δ. 331/1985 Ακ 116), «1. Με  την προσφυγή η υπόθεση  άγεται ενώπιον του δικαστηρίου και ελέγχεται ως προς  το νόμω βάσιμο της πράξης στο σύνολό της, ενώ ως προς το ουσία βάσιμο της  πράξης μέσα στα όρια της προσφυγής. 2. Το δικαστήριο τη νομικώς πλημμελή  πράξη την ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει ή τη μεταρρυθμίζει αναλόγως, προς  όφελος ήκαι προς βλάβη ακόμη του προσφεύγοντος, χωρίς να δεσμεύεται από  τα αιτήματά του. Την ουσιαστικώς εσφαλμένη πράξη την ακυρώνει ή τη μεταρρυθμίζει μόνο μέσα στα όρια της προσφυγής», ενώ, σύμφωνα με το άρθρο  122 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ουσιαστικού φορολογικού νόμου, κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να αποδείξει τα  πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι ισχυρισμοί του. Ο άλλος  διάδικος έχει δικαίωμα να ανταποδείξει». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών  του Κ.Φ.Δ., όταν ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος προβλέπει φορολογική  απαλλαγή ή έκπτωση κονδυλίου από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως, ο  αιτούμενος την απαλλαγή ή την έκπτωση πρέπει να επικαλείται και να  αποδεικνύει τη συνδρομή όλων των σχετικών προϋποθέσεων, για τη νόμιμη δε  βάση της απορριπτικής του αιτήματος πράξεως της φορολογικής αρχής αρκεί η  διαπίστωση περί ελλείψεως και μιας μόνο προϋποθέσεως. Εφόσον δε η  φορολογική αρχή περιορίσθηκε στη διαπίστωση αυτή, χωρίς να κρίνει περί της  συνδρομής ή μη των λοιπών προϋποθέσεων ή έκρινε ότι δεν συντρέχει  προϋπόθεση, η οποία όμως δεν απαιτείται από το νόμο, το διοικητικό  δικαστήριο, επιλαμβανόμενο προσφυγής του φορολογουμένου και κρίνοντας ως  συντρέχουσα ή ως μη απαιτούμενη κατά νόμο την αμφισβητηθείσα από τη  φορολογική αρχή προϋπόθεση, δεν δύναται να συναγάγει ως αποδεδειγμένη τη  συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων εκ μόνου του λόγου ότι η  φορολογική αρχή δεν έκρινε επ` αυτών και, συνεπώς, δεν δύναται να χωρήσει σε ακύρωση της απορριπτικής πράξεως και αναγνώριση της φορολογικής απαλλαγής ή της εκπτώσεως, αλλά οφείλει, προκειμένου να αναγνωρίσει τη φορολογική απαλλαγή ή έκπτωση, να κρίνει κατ` ουσίαν περί της συνδρομής ή  μη των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, εν όψει των προσαχθέντων από το φορολογούμενο αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδοντας προς τούτο, αν παρίσταται  ανάγκη, και προδικαστική απόφαση (Σ.τ.Ε. 38/1992).
  1. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακαθάριστα έσοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία  έχει ως αντικείμενο εργασιών, μεταξύ άλλων, την παραγωγή με το σύστημα της συναρμολόγησης, την πώληση και την εγκατάσταση μηχανημάτων αυτόματης τροφοδοσίας και ύδρευσης μεγάλων χοιροτροφικών επιχειρήσεων υπήχθησαν, κατά τη χρήση 1.1.-31.12.1980, σε ΦΚΕ, για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε από αυτή  η διαδικασία απαλλαγής που ορίζεται στην πιο πάνω υπουργική απόφαση. Το  διοικητικό εφετείο έκρινε ότι από τα επίδικα ακαθάριστα έσοδα δεν υπόκεινται  σε φόρο κύκλου εργασιών και ότι, συνεπώς, τοεπίδικο φύλλο ελέγχου είναι μη  νόμιμο και ακυρωτέο, τα εκ δρχ. 182.925 ακαθάριστα έσοδα της  αναιρεσίβλητης, τα οποία προέκυψαν κατά το προηγούμενο της δημοσιεύσεως της υπουργικής αποφάσεως χρονικό διάστημα (1/1-27/3/1980), με τη σκέψη ότι  εφόσον η ως άνω υπουργική απόφαση δεν ίσχυε κατά το χρονικό αυτό διάστημα  και συνεπώς δεν κατελάμβανε τα εν λόγω ακαθάριστα έσοδα δεν ήταν αναγκαία  εν προκειμένω για την απαλλαγή των εσόδων αυτών από το φόρο η τήρηση των  όρων της υπουργικής αποφάσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι οι σχετικές  προϋποθέσεις απαλλαγής προβλέπονται ευθέως από το νόμο. Η κρίση όμως  αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το  διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι τα εν λόγω ακαθάριστα έσοδα της  αναιρεσίβλητης απαλλάσσονται από τον ΦΚΕ, χωρίς, όπως έπρεπε, να βεβαιώνει  ότι συνέτρεχαν οι οριζόμενες από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 13  παρ. 2 του ν.δ. 4486/1965 σε συνδυασμό με εκείνες του ν.δ. 43/1968 προϋποθέσεις για την απαλλαγή αυτή. Για το λόγο συνεπώς αυτό που βάσιμα προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει ν` αναιρεθεί και η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνηση στο πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

   Δέχεται την αίτηση.

   Αναιρεί την απόφαση 3346/90 του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας,  στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το σκεπτικό.

    Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του  Δημοσίου, ανερχόμενη στο ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων (28.000) δραχμών.

  Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 1995

   Ο Προεδρεύων Σύμβουλος            Η Γραμματέας

   Χ. Γεραρής                         Δ. Μουζάκη

 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης Μαϊου 1995.

  Ο Προεδρεύων Σύμβουλος         Η Γραμματέας

   Ηλ. Παπαγεωργίου             Π. Στεργιοπούλου


4515/1995 ΣΤΕ

Φορολογία ακίνητης περιουσίας.

 Από το φόρο ακίνητης περιουσίας του νόμου 11/1975 εξαιρέθηκαν όχι όλα αδιακρίτως τα ακίνητα της επιχείρησης που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 4171/1961, αλλά μόνον εκείνα, για την κτήση των οποίων διετέθησαν χρήματα της επενδύσεως, καθώς και εκείνα που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πάγια στοιχεία της επιχείρησης για την εξυπηρέτηση επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ασκηση προσφυγής και όρια ελέγχου του δικαστηρίου. Όταν ο φορολογικός νόμος προβλέπει φορολογική απαλλαγή, ο αιτούμενος την απαλλαγή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει τη συνδρομή όλων των απαιτουμένων προϋποθέσεων.

Για τη νόμιμη απόρριψη του αιτήματος για  απαλλαγή από τη φορολογική αρχή αρκεί η διαπίστωση ότι λείπει και μία μόνο προϋπόθεση χορήγηση αυτής. Το δικαστήριο δεν μπορεί να συναγάγει ως αποδεδειγμένη τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων εκ μόνου του λόγου ότι η φορολογική αρχή δεν έκρινε επύ αυτών, αλλά οφείλει να διαπιστώσει τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων.

Περιστατικά. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Ομοια και η 4516/1995 ΣτΕ.

Αριθμός  4515/1995

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ  Β

  Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 1995 με την εξής σύνθεση: Σ. Γιάγκας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β Τμήματος, Σ. Καραλής, Δ. Κωστόπουλος, Σύμβουλοι, Ε. Σάρπ, Σ. Μαρκάτης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β Τμήματος.

  Γ ι α  να δικάσει την από 14 Μαϊου 1992 αίτηση :

 τ ο υ  Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Παν. Κιούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

 κ α τ ά  της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα (……….), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο …., που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.

 Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η 17/1992 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ε. Σάρπ.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, σε αίθουσα του Δικαστηρίου, κ α ι  α φ ο ύ     μ ε λ έ τ η σ ε     τ α     σ χ ε τ ι κ ά     έ γ γ ρ α φ α

  Σ κ έ φ θ η κ ε     κ α τ ά      τ ο     Ν ό μ ο

  1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή τελών και παραβόλου.

 2.Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ` αριθ. 17/1992 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη κατόπιν αναιρέσεως της υπ` αριθ. 1075/1985 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου με την υπ` αριθ. 3710/1990 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας και εξαφανίσθηκε η υπ` αριθ. 2692/1982 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε, κατά παραδοχή προσφυγής της ίδιας εταιρείας, έγινε δεκτή επιφύλαξη που είχε αυτή διατυπώσει στην υποβληθείσα για το έτος 1975 δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας, κατά τον Ν. 11/1975, και ακυρώθηκε η εκδοθείσα εις βάρος της από τον Οικονομικό Εφορο ΦΑΒΕ Αθηνών για το έτος αυτό υπ` αριθ. 127/1980 πράξη περί επιβολής του εν λόγω φόρου.

  1. Επειδή, με την μνημονευθείσα ανωτέρω υπ` αριθ. 3710/1990 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 4171/1961 δεν υπόκεινται στον εισαχθέντα με τον Ν. 11/1975 φόρο ακίνητης περιουσίας, εφόσον συντρέχουν για τις επιχειρήσεις αυτές οι προϋποθέσεις που τάσσονται στην παρ. 10 του άρθρου 2 του εν λόγω Ν. 4171/1961, η οποία (όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 916/1971) ορίζει ότι «μέχρις εξοφλήσεως των μακροπροθέσμων δανείων, των συναφθέντων πρό της ενάρξεως της παραγωγικής δράσεως της επιχειρήσεως και πάντως ουχί πέραν των δέκα ετών από της λήξεως του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου ήρξατο η παραγωγική δράσις α)  . . .  β) δεν επιβάλλεται φόρος επί της περιουσίας της επιχειρήσεως». Με την ίδια απόφαση κρίθηκε περαιτέρω ότι κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 4171/1961, από το φόρο ακίνητης περιουσίας του Ν. 11/1975 εξαιρέθηκαν όχι όλα αδιακρίτως τα ακίνητα της επιχειρήσεως, αλλά μόνον εκείνα, για την κτήση των οποίων διετέθησαν χρήματα της επενδύσεως, καθώς και εκείνα τα οποία χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πάγια στοιχεία της επιχειρήσεως για την εξυπηρέτηση επιχειρηματικής δραστηριότητος συνδεομένης προς την επένδυση, είναι δε αδιάφορο για την ως άνω εξαίρεση αν τα ακίνητα αυτά απεκτήθησαν πριν από την πραγματοποίηση της επενδύσεως ή μετά από αυτήν και αν η αξία των αντιπροσωπεύει ή όχι μέρος του αποτελούντος το αντικείμενο της επενδύσεως κεφαλαίου.
  1. Επειδή, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 5 του ΚΦΔ (π.δ. 331/1985-116 Α), «1. Με την προσφυγή η υπόθεση άγεται ενώπιον του δικαστηρίου και ελέγχεται ως προς το νόμω βάσιμο της πράξης στο σύνολό της, ενώ ως προς το ουσία βάσιμο της πράξης μέσα στα όρια της προσφυγής. 2. Το δικαστήριο τη νομικώς πλημμελή πράξη την ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει ή τη μεταρρυθμίζει αναλόγως, προς όφελος ή και προς βλάβη ακόμη του προσφεύγοντος, χωρίς να δεσμεύεται από τα αιτήματά του. Την ουσιαστικώς εσφαλμένη πράξη την ακυρώνει ή τη μεταρρυθμίζει μόνο μέσα στα όρια της προσφυγής», ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 122 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ουσιαστικού φορολογικού νόμου, κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι ισχυρισμοί του. Ο άλλος διάδικος έχει δικαίωμα να ανταποδείξει». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών του ΚΦΔ, όταν ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος προβλέπει φορολογική απαλλαγή, ο αιτούμενος την απαλλαγή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει τη συνδρομή όλων των σχετικών προϋποθέσεων, για τη νόμιμη δε βάση της απορριπτικής του αιτήματος πράξεως της φορολογικής αρχής αρκεί η διαπίστωση περί ελλείψεως και μιας μόνο προϋποθέσεως. Εφόσον δε η φορολογική αρχή περιορίσθηκε στη διαπίστωση αυτή, χωρίς να κρίνει περί της συνδρομής ή μη των λοιπών προϋποθέσεων ή έκρινε ότι δεν συντρέχει προϋπόθεση, η οποία όμως δεν απαιτείται από το νόμο, το διοικητικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο προσφυγής του φορολογουμένου και κρίνοντας ως συντρέχουσα ή ως μη απαιτούμενη κατά νόμο την αμφισβητηθεί σα από τη φορολογική αρχή προϋπόθεση, δεν δύναται να συναγάγει ως αποδεδειγμένη τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων εκ μόνου του λόγου ότι η φορολογική αρχή δεν έκρινε επ` αυτών και, συνεπώς, δεν δύναται να χωρήσει σε ακύρωση της απορριπτικής πράξεως και αναγνώριση της φορολογικής απαλλαγής, αλλά οφείλει, προκειμένου να αναγνωρίσει τη φορολογική απαλλαγή, να κρίνει κατ` ουσίαν περί της συνδρομής ή μη των λοιπών νόμιμων προϋποθέσων, εν όψει των προσαχθέντων από το φορολογούμενο αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδοντας προς τούτο, αν παρίσταται ανάγκη, και προδικαστική απόφαση.
  1. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία υδραυλικών ειδών και ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, ειδών οικιακού εξοπλισμού, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών και επίπλων, υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 4171/1961 με την υπ` αριθ. 1429/Α4/137/21.12.1 973 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Βιομηχανίας (ΦΕΚ 1492/1973 τ. Β), όπως τροποποιήθηκε με τις μεταγενέστερες υπ` αριθ. Ε1/8665/137/25.11.1976 και Ε1/7495/137/293Β/26.1.1978 κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών, προς επέκταση βιομηχανικής αυτής μονάδος, ευρισκομένης στην θέση «Δραγάνα» Θηβών, με την προσθήκη νέων μηχανημάτων και εγκαταστάσεων. Η αναιρεσίβλητη εταιρεία υπέβαλε για το κρινόμενο έτος δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας, κατά τον Ν. 11/1975, στην οποία περιέλαβε επτά ακί νητα, διετύπωσε δε την επιφύλαξη, κατ` άρθρο 5 του Ν.Δ. 3629/1956, ότι απαλλασσόταν από τον εν λόγω φόρο,σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 10 του Ν. 4171/1961. Η φορολογική αρχή απέρριψε την επιφύλαξη αυτή, με την αιτιολογία ότι τα ανωτέρω ακίνητα «δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των πραγματοποιηθεισών επενδύσεων». Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την υπ` αριθ. 1075/1985 απόφασή του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν απαλλασσόταν από τον κατά τον Ν. 11/1975 φόρο ακίνητης περιουσίας για τα ανωτέρω ακίνητά της, με την αιτιολογία ότι εκ των ως άνω κοινών υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες αυτή υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 4171/1961, προκύπτει ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στην αξία της υπαχθείσης με τις αποφάσεις αυτές στις διατάξεις του Ν. 4171/1961 επενδύσεως, είχαν δε αγορασθεί με κεφάλαια της επιχειρήσεως πριν από την υπαγωγή της εταιρείας στις διατάξεις του αναπτυξιακού αυτού νόμου. Η ανωτέρω όμως απόφαση του Διοικητικού Εφετείου αναιρέθηκε με την μνημονευθείσα ανωτέρω υπ` αριθ. 3710/1990 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι,προκειμένου περί ακινήτων ανηκόντων σε επιχειρήσεις υπαχθείσες στις διατάξεις του Ν. 4171/1961, για την εξαίρεσή τους από το φόρο ακίνητης περιουσίας αρκεί, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του ως άνω νόμου, το ότι τα ακίνητα αυτά χρησιμοποιούνται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν, ως πάγια στοιχεία, για την εξυπηρέτηση επιχειρηματικής δραστηριότητας συνδεομένης προς την υπαχθείσα στον ρηθέν τα Ν. 4171/1961 επένδυση και δεν απαιτείται να έχει περιληφθεί η αξία τους στο κεφάλαιο της επενδύσεως αυτής. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, επανελθόν επί της υποθέσεως μετά την κατά τ` ανωτέρω αναίρεση της προγενέστερης αποφάσεώς του, έκρινε, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αναιρεσίβλητη, υπαχθείσα στις διατάξεις του Ν. 4171/1961, δεν υπέκειτο στον φόρο ακίνητης περιουσίας του Ν. 11/1975 για χρονικό διάστημα 10 ετών από την λήξη του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου άρχισε η παραγωγική δ ράση αυτής και ότι, επομένως, δεν υπέκειτο στο φόρο αυτό για το κρινόμενο έτος (1975), το οποίο περιλαμβανόταν στην εν λόγω δεκαετία. Το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφασή του, ότι ναι μεν από τον φόρο του Ν. 11/1975 δεν εξαιρούνται όλα αδιακρίτως τα ακίνητα της υπαχθείσης στις διατάξεις του Ν. 4171/1961 επιχειρήσεως, αλλά μόνον εκείνα, για την κτήση των οποίων διετέθησαν χρήματα της επενδύσεως, καθώς και εκείνα τα οποία χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πάγια στοιχεία της επιχειρήσεως για την εξυπηρέτηση επιχειρηματικής δραστηριότητος συνδεομένης προς την επένδυση, πλην όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε το ότι τα ακίνητα, για τα οποία είχε υποβάλει δήλωση η αναιρεσίβλητη, χρησιμοποιούνται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως ανωτέρω. Κατόπιν τούτου το Διοικητικό Εφετείο, με την ίδια απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή της αναιρεσίβλητης, και, κατά παραδοχή της εν λόγω προσφυγής, δέχθη κε την διατυπωθείσα στην δήλωση  της αναιρεσίβλητης επιφύλαξη και ακύρωσε την εκδοθείσα εις βάρος της ένδικη πράξη επιβολής φόρου ακίνητης περιουσίας. Η ανωτέρω όμως κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη απαλλάσσεται από τον φόρο ακίνητης περιουσίας του Ν. 11/1975 χωρίς να βεβαιώνει θετικά ότι συνέτρεχαν όλες οι απαιτούμενες κατά νόμο προϋποθέσεις για την απαλλαγή αυτή, και ειδικότερα ότι είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της παραγωγικής δράσεως της επιχειρήσεως μακροπρόθεσμα δάνεια, τα οποία δεν είχαν ακόμη εξοφληθεί, και ότι τα επίδικα ακίνητα χρησιμοποιούντο ή προορίζοντο να χρησιμοποιηθούν ως πάγια στοιχεία της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης για την εξυπηρέτηση επιχειρηματικής δραστηριότητος συνδεομένης προς την επένδυση. Για το λόγο, συνεπώς, αυτό, που βάσιμα προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

 Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

 Αναιρεί την υπ` αριθ. 17/1992 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.

 Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη εταιρεία την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) δραχμές.

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 1995 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Σεπτεμβρίου 1995.

 Ο Πρόεδρος του Β Τμήματος        Η Γραμματέας του Β Τμήματος

  Σ. Γιάγκας                          Μ. Μπερδεμπέ


 

2140/2014 ΣΤΕ

Προϋποθέσεις για την απαλλαγή της ναυλώσεως πλοίου από την επιβολή φπα.

Αν η  αναφυόμενη με την προσφυγή διαφορά περιορίζεται στον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως ναύλωσης ή παροχής υπηρεσιών ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών, υποκείμενη σε ΦΠΑ, και γίνει δεκτό ότι η εγγραφή αφορά σε ναύλωση, το δικαστήριο δεν δύναται να κρίνει για τη συνδρομή των προϋποθέσεων απαλλαγής από το ΦΠΑ, εφόσον το ζήτημα αυτό δεν έχει αποτελέσει  αντικείμενο αμφισβητήσεως από τη φορολογική αρχή. Αντίθετη μειοψηφία. Κρίση ότι είχε συναφθεί εν προκειμένω σύμβαση ναυλώσεως.

Μη νόμιμη η κρίση ότι οι ένδικες εκροές νομίμως υπήχθησαν σε ΦΠΑ, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων απαλλαγής.

Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την υπ΄αριθμ. 252/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά).

Η υπόθεση εισήχθη στην επταμελή σύνθεση με την υπ΄αριθ. 485/2014 απόφαση του ΣτΕ.

ΔΦΟΡΝ 2014/1705, ΔΦΟΡΝ 2015/537

 Αριθμός 2140/2014

 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

 ΤΜΗΜΑ Β`

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β` Τμήματος, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Εμμ.Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β` Τμήματος. Για να δικάσει την από 2 Ιουνίου 2010 αίτηση:

 της Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στον Πειραιά (οδός ………….. αρ. …), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 252/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Εμμ. Κουσιουρή.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

 Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

 Σκέφθηκε κατά το Νόμο

  1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (787115, 2395845, 2028687, 2343079/2010 ειδικά γραμμάτια παραβόλου), η υπόθεση δε έχει παραπεμφθεί λόγω σπουδαιότητας στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την 485/2014 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως.
  1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 252/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, κατ’ αποδοχήν εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η 379/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και απορρίφθηκε προσφυγή της ήδη αιτούσας εταιρείας κατά της 14/20.5.2002 προσωρινής πράξεως προσδιορισμού ΦΠΑ οικονομικού έτους 2001 του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Πλοίων Πειραιώς, με την οποία της καταλογίσθηκε επιπλέον φόρος προστιθέμενης αξίας 67.484 ευρώ και πρόσθετος φόρος λόγω ανακρίβειας της υποβληθείσας δηλώσεως 73.357 ευρώ.

  1. Επειδή, ο ν. 2859/7-11-2000 (248 Α`) «Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας», όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προέβλεπε τα ακόλουθα: άρθρο 1 «Επιβολή του φόρου. Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία «φόρος προστιθέμενης αξίας» σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου», άρθρο 2 «1. Αντικείμενο του φόρου είναι: α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα, β) η εισαγωγή αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, γ) η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών που πραγματοποιείται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο, ο οποίος ενεργεί με αυτή την ιδιότητα ή από μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο, όταν ο πωλητής είναι υποκείμενος στο φόρο εγκαταστημένος σε άλλο κράτος μέλος, ενεργεί με αυτή την ιδιότητα και δεν απαλλάσσεται από το φόρο λόγω ύψους πραγματοποιηθέντος ετήσιου κύκλου εργασιών, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας του, ούτε υπάγεται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 13. Ειδικά, η ενδοκοινοτική απόκτηση καινούργιων μεταφορικών μέσων υπάγεται στο φόρο, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του εγκαταστημένου στο εσωτερικό της χώρας προσώπου, δ) …», άρθρο 8 «Παροχή υπηρεσιών. 1. Παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται κάθε πράξη που δε συνιστά παράδοση αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 7. Η πράξη αυτή μπορεί να συνίσταται ιδίως σε: α) μεταβίβαση ή παραχώρηση της χρήσης ενός άυλου αγαθού, β) υποχρέωση για παράλειψη ή ανοχή μιας πράξης ή κατάστασης, άρθρο 11 «Ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών. 1. Ενδοκοινοτική απόκτηση, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται η απόκτηση της εξουσίας να διαθέτει κάποιος ως κύριος ενσώματα κινητά αγαθά, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται στον αποκτώντα από τον πωλητή ή τον αποκτώντα ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, στο εσωτερικό της χώρας από άλλο κράτος μέλος, από το οποίο αναχώρησε η αποστολή ή η μεταφορά του αγαθού. …», άρθρο 14 Τόπος παροχής υπηρεσιών. 1 . Η παροχή υπηρεσιών θεωρείται ότι πραγματοποιείται στην Ελλάδα, εφόσον κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης αυτός που παρέχει τις υπηρεσίες έχει στο εσωτερικό της χώρας την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας ή τη μόνιμη εγκατάστασή του από την οποία παρέχονται οι υπηρεσίες ή, αν δεν υπάρχει έδρα ή μόνιμη εγκατάσταση, την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του. 2. Κατ’ εξαίρεση, ο τόπος παροχής θεωρείται ότι βρίσκεται στην Ελλάδα στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες δραστηριότητες: α)… β)…. γ) υπηρεσίες ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών 4. Επίσης, κατ` εξαίρεση ο τόπος παροχής υπηρεσιών θεωρείται ότι βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας στις παρακάτω περιπτώσεις υπηρεσιών, εφόσον παρέχονται σε λήπτη που διαθέτει αριθμό φορολογικού μητρώου Φ.Π.Α. στο εσωτερικό της χώρας: α) ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών της οποίας ο τόπος αναχώρησης δεν βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και παροχή υπηρεσιών από πρόσωπα που μεσολαβούν ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό άλλων προσώπων, για την πραγματοποίηση των πράξεων αυτών,……” άρθρο 27 «Ειδικές απαλλαγές. 1. Απαλλάσσονται από το φόρο: α)..… δ) η ναύλωση πλοίων και η μίσθωση αεροσκαφών, εφόσον προορίζονται για την περαιτέρω ενέργεια φορολογητέων πράξεων ή πράξεων απαλλασσόμενων με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών. Εξαιρείται η ναύλωση ή η μίσθωση σκαφών ή αεροσκαφών ιδιωτικής χρήσης που προορίζονται για αναψυχή ή αθλητισμό. …2. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.». Κατ’ εξουσιοδότηση δε της αντίστοιχης διάταξης της παρ.2 του άρθρου 22 του ν.1642/86 εκδόθηκε η ΥΑ Π8271/4879/ΠΟΛ366/1987 (Β` 3/1988) με τα άρθρα 34-36 της οποίας ορίσθηκαν τα ακόλουθα για την απαλλαγή της ανωτέρω περίπτωσης δ`: «Αρθρο 34. Η απαλλαγή της ναύλωσης σκαφών, που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 22, παρέχεται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που ορίζονται στα παρακάτω άρθρα 35 και 36. Αρθρο 35. Για την απαλλαγή που προβλέπεται από το προηγούμενο άρθρο απαιτείται η ναύλωση ή η χρονοναύλωση του σκάφους να είναι ολική και να γίνεται με σκοπό την περαιτέρω εκμετάλλευση του από το ναυλωτή δηλ. για τη διενέργεια φορολογητέων πράξεων ή αφορολόγητων με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου…. . Αρθρο 36. 1. Ο εκναυλωτής σε κάθε περίπτωση υποχρεούται, μέσα σε δέκα (10) μέρες από την υπογραφή του σχετικού ναυλοσύμφωνου, να το προσκομίσει στον αρμόδιο για την επιβολή του Φ.Π.Α. οικονομικό του έφορο σε τρία (3) αντίτυπα. Από το ναυλοσύμφωνο πρέπει να προκύπτουν τα πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων, ο Α.Φ.Μ. αυτών, το όνομα, το είδος, η κατηγορία και ο αριθμός νηολογίου του σκάφους, ο χρόνος ναύλωσης αυτού καθώς και το αντίτιμο της ναύλωσης. Με το ναυλοσύμφωνο συνυποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86 του ναυλωτή, σε δύο (2) αντίτυπα, ότι στο σκάφος θα χρησιμοποιηθεί για τη διενέργεια φορολογητέων πράξεων ή αφορολόγητων με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου. 2. Ο παραπάνω Οικον. Εφορος θεωρεί τα δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου σε όλες τις σελίδες, ενεργεί σχετική πράξη για την απαλλαγή σε όλα τα αντίτυπα και – Αποστέλλει από ένα θεωρημένο αντίτυπο του ναυλοσύμφωνου και της υπεύθυνης δήλωσης, στον αρμόδιο για την επιβολή του Φ.Π.Α. οικον. έφορο του ναυλωτή, παραδίδει στον εκναυλωτή τα υπόλοιπα αντίτυπα. – Ο εκναυλωτής παραδίδει το ένα θεωρημένο αντίτυπο του ναυλοσύμφωνου στο ναυλωτή και το άλλο αντίτυπο μαζί με το αντίτυπο της υπεύθυνης δήλωσης, διαφυλάσσει ως δικαιολογητικά της απαλλαγής από το φόρο της συγκεκριμένης πράξης.».
  1. Επειδή, κατά τις διατάξεις αυτές, ο νομοθέτης προβλέπει ειδικώς την απαλλαγή της ναυλώσεως πλοίου από την επιβολή φπα, υπό μια τυπική προϋπόθεση, ο εκναυλωτής μέσα σε δέκα μέρες από την υπογραφή του σχετικού ναυλοσύμφωνου, να το προσκομίσει στον αρμόδιο για την επιβολή του Φ.Π.Α. Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., και υπό μια ουσιαστική, η ναύλωση του πλοίου να προορίζεται για την περαιτέρω ενέργεια φορολογητέων πράξεων ή πράξεων απαλλασσόμενων με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών. Εντεύθεν έπεται ότι όταν ο φορολογούμενος, θεωρώντας ότι έχει τις εν λόγω προϋποθέσεις, προχωρεί σε σχετική εγγραφή, η δε φορολογική αρχή, αμφισβητώντας την, αρνείται την χορήγηση της απαλλαγής από το ΦΠΑ της προβλεπόμενης στο άρθρο 27 παρ. 1 περ. δ` του ν. 2859/2000 με μόνη την αιτιολογία ότι η επίδικη σύμβαση δεν συνιστά ναύλωση, αλλά αφορά παροχή υπηρεσιών ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών υποκείμενη σε ΦΠΑ, κατ’ άρθρο 14 παρ. 1 και 4 περ. α` του ν. 2859/2000, η διαφορά που ανακύπτει από την προσφυγή κατά της πράξεως της αρχής περιορίζεται στον χαρακτηρισμό της συμβάσεως. Σε περίπτωση, συνεπώς που, στο πλαίσιο της σχετικής δίκης, γίνει δεκτό, σε αντίθεση με ό,τι είχε δεχθεί η φορολογική αρχή, ότι η εγγραφή αφορά σε ναύλωση, το δικαστήριο δεν δύναται να κρίνει για τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απαλλαγή της συγκεκριμένης δραστηριότητας από το ΦΠΑ εφόσον το ζήτημα αυτό δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο αμφισβητήσεως από τη φορολογική αρχή. Κατά την γνώμη, όμως, του Συμβούλου Γ. Τσιμέκα, όταν η φορολογική αρχή, αμφισβητώντας την ίδια τη βάση της οικείας εγγραφής, έχει θεωρήσει ότι η επίδικη σύμβαση δεν συνιστά ναύλωση, απαλλασσόμενη, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, από τον ΦΠΑ, αλλά αφορά παροχή υπηρεσιών ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών υποκείμενη σε ΦΠΑ, αντικείμενο της διαφοράς αποτελεί αυτό καθαυτό το ζήτημα, στο σύνολό του, αν, υπό το συγκεκριμένο πραγματικό, συνέτρεχε κατά το νόμο περίπτωση απαλλαγής. Εφ’ όσον δε το δικαστήριο, αντίθετα από τη φορολογική αρχή, κρίνει ότι συνέτρεχε η νόμιμη βάση για την απαλλαγή, λόγω του χαρακτήρα της σύμβασης ως ναύλωσης, υποχρεούται στη συνέχεια, ως δικαστήριο της ουσίας, να κρίνει για τη συνδρομή των πιο πάνω νομίμων προϋποθέσεων υπό τις οποίες τελεί η απαλλαγή, επί των οποίων ούτε αποφάνθηκε ούτε είχε λόγο να αποφανθεί η φορολογική αρχή. Για την κρίση του, εξ άλλου, αυτή, το δικαστήριο εκτιμά τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, καθώς και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, το οποίο και μπορεί να συμπληρώσει με προδικαστική του απόφαση, αποφαίνεται δε σχηματίζοντας πλήρη δικανική πεποίθηση και, εν αδυναμία, επιρρίπτοντας το βάρος της αποδείξεως στον φορολογούμενο, ο οποίος, καθώς είναι εκείνος που επικαλείται την ύπαρξη της φορολογικής απαλλαγής, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων (πρβλ. ΣτΕ 2333-2338/1989 επτ., βλ. και ΣτΕ 1496/1998 επτ., 2170/2003).
  1. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι κατά τη χρονική περίοδο 1.1-31.12.2000 η ήδη αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία, η οποία συνεστήθη στις 19-1-1999 με έδρα τον Πειραιά, είχε υπό την εκμετάλλευσή της το ιδιόκτητο φορτηγό πλοίο ………….. (Ν.Π.8899) και πραγματοποιούσε μεταφορές φορτίων χύδην τόσο στο εσωτερικό της Χώρας όσο και ενδοκοινοτικές μεταφορές μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, τηρούσε δε βιβλία Β` Κατηγορίας του Κ.Β.Σ. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο δήλωσε φορολογητέες εκροές 328.195.550 δραχμών, τις οποίες υπέβαλε σε Φ.Π.Α. ανερχόμενο σε 59.075.199 δραχμές. Σε προσωρινό φορολογικό έλεγχο που επακολούθησε (σχετική η από 9-5-2002 έκθεση ελέγχου της αρμόδιας φορολογικής αρχής) προστέθηκε στις φορολογητέες εκροές ποσό 127.751.330 δραχμών, που αντιστοιχούσε σε εκροές, τις οποίες η μεν εταιρεία είχε θεωρήσει ως απαλλασσόμενες με δικαίωμα εκπτώσεως και δεν είχε υποβάλει σε φόρο, η δε φορολογική αρχή θεώρησε υποκείμενες σε φόρο. Ειδικότερα, οι εν λόγω εκροές φέρεται ότι αντιπροσώπευαν το ναύλο που είχε εισπράξει η αναιρεσείουσα εταιρεία για την εκναύλωση του ανωτέρω πλοίου της στην ανώνυμη εταιρεία «…………..», προκειμένου η τελευταία να μεταφέρει στις εγκαταστάσεις της στο Βόλο φορτία πρώτων υλών, τα οποία είχε αγοράσει στην Ιταλία. Η φορολογική αρχή, κατ` επίκληση των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 1 και 4 περ. α` του ν. 2859/2000, θεώρησε ότι επρόκειτο για υπηρεσίες ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών με τόπο αναχωρήσεως άλλο κράτος-μέλος (Ιταλία) και τόπο αφίξεως την Ελλάδα, οι οποίες υπόκεινται σε Φ.Π.Α., εφ` όσον τόσο ο παρέχων τις υπηρεσίες όσο και ο λήπτης των υπηρεσιών έχουν αριθμό φορολογικού μητρώου Φ.Π.Α. στην Ελλάδα, υπόχρεος δε για την απόδοση του φόρου στην περίπτωση αυτή είναι ο παρέχων τις υπηρεσίες. Κατόπιν τούτου, η φορολογική αρχή εξέδωσε την 14/2002 προσωρινή πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. και προσδιόρισε την αξία των φορολογητέων εκροών σε 455.946.880 δραχμές (έναντι αξίας βάσει δήλωσης 328.195.550 δραχμών), με αποτέλεσμα να προκύψει χρεωστικό υπόλοιπο 22.995.240 δραχμών (έναντι μηδενικού υπολοίπου της δηλώσεως), επί πλέον δε επέβαλε πρόσθετο φόρο ανακρίβειας. Κατά της πράξεως αυτής η αναιρεσείουσα εταιρεία άσκησε προσφυγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση παροχής υπηρεσίας ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών, όπως υπέλαβε η φορολογική αρχή, αλλά για ολική ναύλωση του πλοίου στην ………….. με σκοπό την περαιτέρω ενέργεια από τη ναυλώτρια φορολογητέας πράξεως, ήτοι αγοράς πρώτων υλών και ολοκληρώσεως της συναλλαγής με την παράδοση των αγαθών στην εγκατάστασή της στην Ελλάδα, η οποία (ναύλωση) υπάγεται στις ειδικές περιπτώσεις απαλλαγών του άρθρου 27 του ν. 2859/2000. Οπως παρατίθεται το πρώτον στο ιστορικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, «από την πλευρά της η διάδικος φορολογική αρχή προέβαλε, με την έκθεση των απόψεών της, ότι η εν λόγω απαλλαγή παρέχεται υπό τις οριζόμενες στο νόμο προϋποθέσεις, οι οποίες, όπως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο, δεν τηρήθηκαν». Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2859/2000, δέχθηκε ότι η μεταφορά αγαθών δια θαλάσσης, κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αποβλέπουν στη μεταφορά πραγμάτων με το πλοίο, εμπίπτει στην έννοια της ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών που υπόκειται σε Φ.Π.Α., ενώ, αντιθέτως, η σύμβαση με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη «αποβλέπουν μεν στο μεταφορικό αποτέλεσμα, σε συσχετισμό όμως με την παραχώρηση (ολική ή μερική) του πλοίου (ναύλωση εν στενή εννοία) δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εκτίμηση του οικείου ναυλοσυμφώνου που είχε τεθεί υπ` όψιν του φορολογικού ελέγχου και το οποίο προσκόμισε στο δικαστήριο η αναιρεσείουσα, έκρινε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν σε θαλάσσια μεταφορά αγαθών σε συνδυασμό όμως με την παραχώρηση χώρου του πλοίου και δη σε ημερομηνίες που δεν ήσαν εξ αρχής καθορισμένες από την εκναυλώτρια αλλά επελέγησαν κατόπιν συμφωνίας των μερών και ότι, επομένως, επρόκειτο για σύμβαση ναυλώσεως πλοίου και όχι σύμβαση μεταφοράς αγαθών, ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. ως εκδοθείσα με μη νόμιμη αιτιολογία λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Με την έφεσή του ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Πλοίων Πειραιά προέβαλε ότι η επίμαχη σύμβαση συνιστά σύμβαση μεταφοράς αγαθών και όχι ναύλωση πλοίου, διότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 27 παρ. 1 περ. δ` του ν. 2859/2000 απαλλαγή της ναυλώσεως πλοίου συντρέχει, εφόσον αυτή προορίζεται για την περαιτέρω ενέργεια φορολογητέων πράξεων ή πράξεων απαλλασσομένων με δικαίωμα εκπτώσεως, καθώς και ότι η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία δεν τήρησε για τη σύμβαση ναυλώσεως την προβλεπόμενη από την ΥΑ Π8271/4879/ΠΟΛ366/1987 διαδικασία προκειμένου να εκδοθεί από τον αρμόδιο έφορο πράξη απαλλαγής από τον ΦΠΑ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Πλοίων Πειραιά. Ειδικότερα το δικάσαν εφετείο δέχθηκε ότι «ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ` εκτίμηση του από 4.2.2000 ναυλοσυμφώνου, ότι δεν συνήφθη σύμβαση μεταφοράς αγαθών αλλά ότι επρόκειτο πράγματι για ναύλωση πλοίου, εφ` όσον…… η σύμβαση αφορούσε στη διάθεση από την εφεσίβλητη του πλοίου της προς χρήση από τη ναυλώτρια ………….. για το σκοπό της μεταφοράς από αυτήν αγαθών και όχι απλώς στη μεταφορά των αγαθών με το πλοίο για λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας. Τούτο εν όψει του ότι η σύμβαση προέβλεπε ιδίως τα εξής: α) πολλαπλά ταξίδια μέχρι την 31-12-2000 και σε ημερομηνίες που επρόκειτο να συμφωνηθούν από κοινού, β) το φορτίο θα φορτώνεται στο πλοίο, θα αποθηκεύεται και θα τακτοποιείται και, περαιτέρω, θα εκφορτώνεται από τον ίδιο το ναυλωτή ή τον πράκτορά του, ελεύθερο από κάθε κίνδυνο, ευθύνη και οποιαδήποτε έξοδα του ιδιοκτήτη- εκναυλωτή και γ) το φορτίο προς φόρτωση θα είναι απαλλαγμένο από κινδύνους και έξοδα εκ μέρους του ιδιοκτήτη- εκναυλωτή αν η φόρτωση/εκφόρτωση αναβληθεί εξ αιτίας ανικανότητας ή βλάβης του πλοίου, ο ναυλωτής έχει το δικαίωμα να διατάξει το πλοίο να εγκαταλείψει το αγκυροβόλιο (με κίνδυνο και έξοδα του ιδιοκτήτη-εκναυλωτή) και να φέρει άλλο πλοίο για φόρτωση/ εκφόρτωση. Περαιτέρω, όμως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 περ. δ` του ν. 2859/2000, η ναύλωση πλοίου απαλλάσσεται του φόρου υπό την προϋπόθεση ότι αποσκοπεί στην περαιτέρω εκμετάλλευσή του από το ναυλωτή για τη διενέργεια φορολογητέων πράξεων ή πράξεων απαλλασσομένων με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών και κατόπιν τήρησης από τον εκναυλωτή της διαδικασίας που ορίζεται στο άρθρο 36 της ΑΥ.Ο. Π.8271/4879/ΠΟΛ366/1987, ζητήματα τα οποία παρέλειψε να ερευνήσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ωστόσο, η εφεσίβλητη δεν απέδειξε πρωτίστως τη συνδρομή, της ανωτέρω προϋπόθεσης ως όφειλε, προκειμένου να τύχει της απαλλαγής, η δε χρήση του πλοίου από τη ναυλώτρια ………….. για τη μεταφορά από αυτήν πρώτων υλών στις εγκαταστάσεις της στην Ελλάδα δε συνιστά καθ` εαυτή φορολογητέα πράξη, όπως αβασίμως προέβαλε η εφεσίβλητη. Αλλωστε, όπως προβάλλεται από το εκκαλούν και δεν αντικρούεται από την εφεσίβλητη, δεν τηρήθηκε από αυτήν (ως εκναυλώτρια) η ανωτέρω διαδικασία απαλλαγής ενώπιον της φορολογικής αρχής. Ως εκ τούτου, εφ’ όσον δεν συνέτρεξαν οι κατά νόμον όροι και προϋποθέσεις απαλλαγής, μη νομίμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α». Ακολούθως, το εφετείο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως Α/θμιου Δικαστηρίου δικάζοντας την προσφυγή απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατά την κύρια βάση της, δηλαδή κατά το μέρος που υποστηρίχθηκε ότι οι ένδικες εκροές, απαλλάσσονται του Φ.Π.Α σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 περ. δ` του ν. 2859/2000. Τέλος, απέρριψε την προσφυγή και κατά την επικουρική της βάση, με την οποία υποστηρίχθηκε ότι οι ένδικες εκροές απαλλάσσονται και κατ` εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 1 περ. ε` του ιδίου νόμου (παροχή υπηρεσιών μεταφοράς που συνδέεται άμεσα με πραγματοποίηση εξαγωγών), ενόψει της κρίσεως ότι επρόκειτο για ναύλωση πλοίου.
  1. Επειδή, όπως προκύπτει από την έκθεση απόψεων της διαδίκου φορολογικής αρχής επί των λόγων της προσφυγής, την οποία ως διαδικαστικό έγγραφο λαμβάνει υπόψη κατ` αναίρεση το Συμβούλιο της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.2546/2013, 3198/1993), η αρχή αυτή περιορίσθηκε να προβάλει ότι η εν λόγω απαλλαγή της ναυλώσεως πλοίου παρέχεται υπό τις οριζόμενες προϋποθέσεις «οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν από την προσφεύγουσα», χωρίς, συνεπώς, καμία αναφορά σε γενόμενο έλεγχο που διαπίστωσε συγκεκριμένες ελλείψεις, κατά τα αναφερόμενα στο πραγματικό της αναιρεσιβαλλόμενης. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 4η σκέψη, η αναιρεσιβαλλόμενη είναι πλημμελώς αιτιολογημένη. Και τούτο διότι, εφόσον το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε, εν προκειμένω, περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 1 και 4 περ. α` του ν. 2859/2000, στις οποίες στηρίχθηκε η καταλογιστική πράξη, δεδομένου ότι, σ’ αντίθεση με όσα υπέλαβε η φορολογική αρχή, δεν επρόκειτο για υπηρεσίες ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών, αλλά για σύμβαση ναυλώσεως μεταξύ της αιτούσας και της ………….., δεν είχε τη δυνατότητα να κρίνει περαιτέρω ότι οι ένδικες εκροές νομίμως υπήχθησαν σε ΦΠΑ, λόγω μη συνδρομής των προβλεπόμενων στο νόμο προϋποθέσεων περί απαλλαγής της ναυλώσεως πλοίου από τον φόρο, εφόσον δεν αναφέρεται σε σχετικό πόρισμα του ελέγχου, από το οποίο προκύπτει ότι το ζήτημα αυτό είχε αποτελέσει αντικείμενο αμφισβητήσεως από τη φορολογική αρχή κατά τον προσδιορισμό του φόρου. Για τον λόγο δε αυτό, βασίμως προβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα, η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί και η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση, ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. Αν και κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, που διατυπώθηκε σε προηγούμενη σκέψη, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης είναι ορθή και η κρινόμενη αίτηση, με την οποία προβάλλεται το αντίθετο, θα έπρεπε να απορριφθεί.

                                                   Διά ταύτα

 Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 252/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το σκεπτικό.

 Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου 2014.

 Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος                                 Ο Γραμματέας του Β` Τμήματος

   Φ. Αρναούτογλου                                                   Ι. Μητροτάσιος


2191/2014 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)

ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2014/1094, Ε7 2014/1427

Φορολογία και έντοκο επί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων.

Το άρθρο 38 παρ.2 του ν. 1473/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2120/1993, κατά το μέρος που ορίζει ότι η τοκοφορία  αρχίζει μετά την πάροδο εξαμήνου από την πρώτη του μήνα του επομένου της κοινοποιήσεως στην φορολογική αρχή  της δικαστικής αποφάσεως, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 17 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Αντίθετη μειοψηφία.

Τόκοι οφείλονται από την άσκηση της οικείας προσφυγής, όπως ορθά έκρινε και το δικάσαν δικαστήριο.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την υπ΄αριθμ. 1888/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς).

Η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια με την υπ΄αριθμ. 1207/2012 απόφαση του ΣτΕ.

Με σημείωση συντάξεως στο ΛΟΓΙΣΤΗ 2014/1096.

  ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ: Ε Δ Ω

Σχετικη και η 2903/2014 ΔΕΦ ΠΕΙΡ

Μνημόνιο.

Εκτακτη εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης επί νομικών προσώπων (ν. 3845/2010 άρθρο πέμπτο). Τρόπος υπολογισμού. Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Εννοια και εφαρμογή τους στην ελληνική έννομη τάξη.

Η συνταγματική αρχή της ισότητας κατά την επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων.

Συνταγματικότητα του υπολογισμού της ανωτέρω έκτακτης εισφοράς επί των καθαρών κερδών με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Αντίθετη μειοψηφία.

Παράβολο.

Δυνατότητα του δικαστηρίου να μην καταλογίσει στον ηττώμενο διάδικο τη διαφορά από το επί πλέον τυχόν οφειλόμενο παράβολο.

 Αριθμός 2903/2014

 ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

 ΤΜΗΜΑ Ζ΄ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

 Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2013 ημέρα Παρασκευή και ώρα 11.00, με δικαστές τις: Μαρία Λεντάρη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Ευαγγελή Νικ. Μπράμη (Εισηγήτρια) και Αγγελική Παπαπαναγιώτου-Λέζα, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τον Δημήτριο Γαλανόπουλο, δικαστικό υπάλληλο,

 γ ι α να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης 24.3.2011,

 τ η ς Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………..» με το διακριτικό τίτλο «………», η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής (…………..), νομίμως εκπροσωπούμενης, για την οποία παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος …… νομιμοποιηθείς κατά νόμο με την προσκόμιση του υπ’ αριθμ. 19.593/9.12.2013 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και των λοιπών νομιμοποιητικών εγγράφων προσκομισθέντων εντός της προθεσμίας που ζητήθηκε στο ακροατήριο και χορηγήθηκε από το Δικαστήριο (βλ. σχ. πρακτικά)

 κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, που το εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, ο Προϊστάμενος Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, για τον οποίους παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2915/2001, η Δικαστική Αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία Ρουσάκη.

 Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι, όπως παραστάθηκαν, ανέπτυξαν του ισχυρισμούς τους.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα σκέφθηκε κατά το νόμο.

 Η κρίση του είναι η εξής:

  1. Επειδή, για το παραδεκτό της άσκησης της υπό κρίση προσφυγής καταβλήθηκε το προβλεπόμενο από τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 277 του Ν. 2717/1999 ΦΕΚ 97 Α΄ «Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας», όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 45 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213) προκαταβλητέο αναλογικό παράβολο 3.000 ευρώ (υπ’ αριθμ. 5364873 και ΣΤ 8690375 διπλότυπα είσπραξης παραβόλου-τύπου Α).
  1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, επιδιώκεται η μεταρρύθμιση του από 31.12.2010 εκκαθαριστικού σημειώματος του Προϊσταμένου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, με το οποίο η επιβληθείσα στην προσφεύγουσα εταιρεία, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου πέμπτου του Ν. 3845/2010, έκτακτη εισφορά, υπολογίστηκε, επί των καθαρών κερδών αυτής ύψους 110.322.843,70 ευρώ, όπως αυτά προέκυψαν από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΔΛΠ) κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.7.2009 έως 30.6.2010 καθώς και η υπ’ αριθμ. 1/179/2010 εγγραφή της στους χρηματικούς λόγους της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Πειραιά. Ζητείται δε με την προσφυγή η εν λόγω έκτακτη εισφορά να υπολογισθεί με βάση τα καθαρά κέρδη ισολογισμού της προσφεύγουσας εταιρείας της ως άνω διαχειριστικής περιόδου ποσού 107.443.099,38 ευρώ, όπως αυτά προέκυπταν με βάση το Εθνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (ΕΓΛΣ), κατ΄ εφαρμογή του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και να της επιστραφεί νομιμοτόκως από την ημερομηνία καταβολής άλλως από την άσκηση της παρούσας προσφυγής η προκύπτουσα διαφορά, λόγω της κατά τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού, έκτακτης εισφοράς ποσού 287.974,43 ευρώ. Η προσφυγή αυτή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (παρ. 2β του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και δεδομένου ότι ασκείται εμπρόθεσμα και εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ΄ ουσία.
  1. Επειδή, στις 3.5.2010 υπεγράφη αφ’ ενός από τον Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και αφ’ ετέρου από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσης για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, κείμενο στην αγγλική γλώσσα με τον τίτλο «Memorandum of Understanding» («Μνημόνιο Συνεννόησης»). Στο κείμενο αυτό περιελήφθησαν τα μέτρα τριετούς προγράμματος, που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές μετά από συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» απαρτίζεται από τρία επί μέρους Μνημόνια : α) το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» («Memorandum of Economic και Financial Policies»), β) το «Μνημόνιο στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» («Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality») και γ) το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης» («Technical Memorandum of Understanding»). Ειδικότερα, στο «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» – όπως έχει το κείμενο αυτού στην ελληνική γλώσσα, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην επόμενη σκέψη, προσαρτήθηκε στο ν. 3845/2010 – περιγράφονται κατ’ αρχάς οι δυσμενείς εξελίξεις των δημοσιονομικών μεγεθών της Ελλάδας, οι οποίες κατέστησαν αδύνατη τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές και αναγκαία την προσφυγή της στο μηχανισμό στήριξης, και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο κεφάλαιο Ι «Πρόσφατες εξελίξεις» τα εξής : «1. Η οικονομική ύφεση εντάθηκε το 2010.Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά 2% το 2009 και οι δείκτες υποδεικνύουν ότι η οικονομική δραστηριότητα θα αποδυναμωθεί περαιτέρω το 2010. … 2. … η Ελλάδα εισήλθε στην ύφεση με μεγάλο δημόσιο έλλειμμα. Λόγω της υιοθέτησης αδύναμων πολιτικών εσόδων και χαλαρής φορολογικής διαχείρισης … και έχοντας ως πρόσθετο παράγοντα την ύφεση, τα έσοδα μειώθηκαν αισθητά. Οι δαπάνες, εν τω μεταξύ, αυξήθηκαν σημαντικά, ιδιαίτερα για μισθούς και επιδόματα, … Το έλλειμμα εκτινάχθηκε στο εκτιμώμενο 13,6% του ΑΕΠ ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σε πάνω από 115% του ΑΕΠ το 2009. 3. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει επηρεαστεί αρνητικά. Η επιδεινούμενη δημοσιονομική κατάσταση συνοδεύτηκε από υποβαθμίσεις των κυβερνητικών ομολόγων από τους οίκους αξιολόγησης και οι επενδυτές άρχισαν να υπαναχωρούν από τα ελληνικά ομόλογα, πιέζοντας έτσι τις αποδόσεις τους. Επιπλέον, τα βαθιά μακροοικονομικά και διαρθρωτικά προβλήματα σε συνδυασμό με την αναπόφευκτα μεσοπρόθεσμα έντονη δημοσιονομική προσαρμογή είναι πιθανό να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα για κάποιο διάστημα. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων επηρεάζει αρνητικά το τραπεζικό σύστημα. … 4. Παρόλη την ύφεση, το εξωτερικό έλλειμμα μειώνεται μόνο οριακά. Ο πληθωρισμός και το εγχώριο κόστος έχουν αυξηθεί περισσότερο απ’ ότι στους εταίρους της Ελλάδας στην Ευρωζώνη την τελευταία δεκαετία και η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με απώλεια ανταγωνιστικότητας. Το σύνολο των δαπανών για τόκους για το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε σε πάνω από 5% του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι θα χρειαστεί ένα πλεόνασμα στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών για να οδηγηθεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε μια πιο βιώσιμη κατάσταση. Αυτό απαιτεί την ενίσχυση των οικονομικών πολιτικών και της ανταγωνιστικότητας ώστε να μπουν τα θεμέλια για ένα μοντέλο ανάπτυξης το οποίο θα βασίζεται περισσότερο στις επενδύσεις και τις εξαγωγές».
  1. Επειδή, στις 6.5.2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3845/2010 (Α΄ 65) με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Με τον νόμο αυτό, μεταξύ των άλλων μέτρων, που ελήφθησαν, επιβλήθηκε έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα νομικών προσώπων με μεγάλη φοροδοτική ικανότητα. Περαιτέρω, στο νόμο αυτό προσαρτήθηκαν ως Παραρτήματα III και IV τα δύο από τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη τρία επί μέρους Μνημόνια. Ειδικότερα, στο άρθρο πέμπτο του νόμου αυτού ορίζεται ότι: «1. Επιβάλλεται έκτακτη, εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης, στο συνολικό καθαρό εισόδημα, οικονομικού έτους 2010, των νομικών προσώπων του άρθρου 2 παράγραφος 4 και 101 παράγραφος 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994 ΦΕΚ 151 Α΄). Η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στο καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 31 παράγραφος 19 και 105 παράγραφος 7 του ίδιου Κώδικα, εφόσον το εισόδημα αυτό υπερβαίνει τα εκατό χιλιάδες ευρώ (100.000) ευρώ. Η εισφορά επιβάλλεται στο σύνολο του καθαρού εισοδήματος. Αν το καθαρό εισόδημα είναι ίσο ή μικρότερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, δεν επιβάλλεται εισφορά. Για τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Λ.Π.), η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται στα προηγούμενα εδάφια και υπερβαίνουν τα εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. 2. Η έκτακτη εισφορά, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή στα καθαρά κέρδη της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται ανά κλιμάκιο ως εξής: α) Για συνολικό καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη από ένα (1) ευρώ έως και τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά ισούται με το γινόμενο τους επί συντελεστή πέντε τοις εκατό (4%). β) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ έως και ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%) και γ) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ έως και πέντε εκατομμύρια ( 5.000.000) ευρώ η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%). δ) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από πέντε εκατομμύρια ( 5.000.000) ευρώ και άνω, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) Το ποσό της έκτακτης εισφοράς περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση, ώστε το εναπομένον συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη, που απετέλεσαν τη βάση προσδιορισμού της, να μη υπολείπεται του ποσού του εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ……4. Το συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη της παραγράφου 1, επί των οποίων επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το διπλάσιο του μέσου όρου των συνολικών καθαρών εισοδημάτων ή των καθαρών κερδών των δύο προηγούμενων οικονομικών ετών, 2008 και 2009. Αν για κάποιο από τα έτη αυτά δεν δημοσιεύθηκαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π. λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, μόνο τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους που δημοσιεύθηκαν. 5. Για τον υπολογισμό της έκτακτης εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στην επιχείρηση. Η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία της επιχείρησης κατά την οριζόμενη διαδικασία στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος…..6. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της εισφοράς. 7. Οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, καθώς και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999 ΦΕΚ 97 Α΄), όπως ισχύουν εφαρμόζονται αναλόγως και για την έκτακτη εισφορά, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του άρθρου αυτού…..8. Η έκτακτη εισφορά που βεβαιώνεται, καταβάλλεται σε δώδεκα (12) ίσες μηνιαίες δόσεις, …..9. Η έκτακτη εισφορά που καταβάλλεται, δεν εκπίπτει ως δαπάνη κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος 10.Η έκτακτη εισφορά επιστρέφεται κατά το μέρος που αποδεδειγμένα το εισόδημα ή τα κέρδη επί των οποίων επιβλήθηκε αποτέλεσε και εισόδημα ή κέρδη άλλης επιχείρησης για τα οποία καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται η διαδικασία καταβολής της έκτακτης εισφοράς, οι ειδικότερες προϋποθέσεις και η διαδικασία επιστροφής της εισφοράς για την περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου και κάθε άλλο σχετικό θέμα…..».
  1. Επειδή, εξάλλου, ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994 ΦΕΚ Α΄ 151) ορίζει στο άρθρο 98 ότι : «Επιβάλλεται φόρος στο συνολικό καθαρό εισόδημα από κάθε πηγή, που αποκτάται από κάθε νομικό πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 101», στο άρθρο 99 ότι «1. Αντικείμενο του φόρου είναι: α) Σε ημεδαπές γενικά ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, με εξαίρεση τις τραπεζικές και ασφαλιστικές εταιρίες, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος που προκύπτει στην ημεδαπή ή αλλοδαπή. Τα διανεμόμενα κέρδη λαμβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών, που απομένει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος….β)…..στ)…….», στο άρθρο 101 ότι «1. Στο φόρο υπόκεινται: α) Οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, β) Οι δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα ανεξάρτητα αν αποτελούν ή όχι ίδια νομικά πρόσωπα, γ) Οι συνεταιρισμοί που έχουν συσταθεί νόμιμα και οι ενώσεις τους., δ) Οι αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο εταιρίας, καθώς και οι κάθε είδους αλλοδαποί οργανισμοί που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων, ε) Οι ημεδαπές εταιρίες περιορισμένης ευθύνης….2. Επίσης, στο φόρο αυτόν υπόκεινται και τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα οποία περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους ιδρύματα…»,στο άρθρο 105 ότι «1.Ως ακαθάριστα έσοδα των νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 101 λαμβάνονται: α) το τίμημα των οριστικών πωλήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί, καθώς και οι αμοιβές από παροχή υπηρεσιών που έχουν αποκτηθεί, β)Το εισόδημα από ακίνητα, από κινητές αξίες, από συμμετοχή σε άλλες εμπορικές επιχειρήσεις, από γεωργικές επιχειρήσεις,….2. Από τα ακαθάριστα έσοδα της προηγούμενης παραγράφου, εκπίπτουν οι δαπάνες απόκτησης εισοδήματος όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 31….6. Πλέον των αναφερόμενων στις προηγούμενες παραγράφους δαπανών, από τα ακαθάριστα έσοδα των ημεδαπών ανώνυμων εταιριών εκπίπτουν και οι ακόλουθες: α) Τα ποσά που καταβάλλει ημεδαπή ανώνυμη εταιρία για την εξαγορά ιδρυτικών τίτλων αυτής, καθώς και οι τόκοι που καταβάλλει στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων της εφόσον οι τόκοι αυτοί δεν προέρχονται από τα κέρδη της β) Οι τόκοι που καταβάλλει ημεδαπή ανώνυμη εταιρία στους κατόχους προνομιούχων μετοχών αυτής, εφόσον οι τόκοι δεν προέρχονται από τα κέρδη της γ) Οι αμοιβές και αποζημιώσεις μελών του διοικητικού συμβουλίου που βαρύνουν την ίδια την ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 24 του κ.ν. 2190/1920. 7.Το ποσό που απομένει μετά τις εκπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 αποτελεί το συνολικό καθαρό εισόδημα των νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 101…».
  1. Επειδή, περαιτέρω, με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002 (EEΕΕ L 243 της 11.9.2002 σελ. 1) εισήχθησαν στο ευρωπαϊκό δίκαιο τα διεθνή λογιστικά πρότυπα ο κύριος διακηρυγμένος στόχος των οποίων είναι (International Accountig Standards Board-IASB σελ. 32) «η δημιουργία ενός ενιαίου συνόλου κατανοητών, επιβλητέων και υψηλής ποιότητας διεθνών λογιστικών προτύπων για το κοινό συμφέρον, τα οποία να απαιτούν διαφανή, συγκρίσιμη και υψηλής ποιότητας πληροφόρηση στις οικονομικές καταστάσεις και τις λοιπές χρηματοοικονομικές αναφορές ώστε να αποτελέσουν ένα βοήθημα στους συμμετέχοντες των διαφόρων κεφαλαιαγορών ανά τον κόσμο και στους άλλους χρήστες των πληροφοριών προκειμένου να λάβουν οικονομικές αποφάσεις». Ο ως άνω Κανονισμός εκδόθηκε αφού ελήφθησαν υπόψη μεταξύ άλλων, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό αυτού, ότι «τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό τα οποία απαιτούν από τις εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες να εφαρμόζουν μια ενιαία δέσμη διεθνών λογιστικών προτύπων, είναι απαραίτητα για την επίτευξη του στόχου της συμβολής στην αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία των κοινοτικών κεφαλαιαγορών και, κατ` επέκταση, στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς» (παρ. 12), επίσης «ότι είναι απαραίτητο να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να επιτρέπουν ή να επιβάλλουν, στις εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες, να καταρτίζουν τους ετήσιους λογαριασμούς τους βάσει διεθνών λογιστικών προτύπων που υιοθετούνται με τη διαδικασία που θεσπίζει ο παρών κανονισμός. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αποφασίζουν κατά πόσον θα επεκτείνουν την υποχρεωτική ή προαιρετική εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων και σε άλλες εταιρείες όσον αφορά την κατάρτιση των ενοποιημένων και/ή των ετήσιων λογαριασμών τους» (παρ. 13). Περαιτέρω, παρέχονται πληροφορίες για τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, και συγκεκριμένα (παρ. 7) ότι «τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (ΔΛΠ) εκπονούνται από την Επιτροπή Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΕΔΛΠ) σκοπός της οποίας είναι η δημιουργία μιας ενιαίας δέσμης παγκόσμιων λογιστικών προτύπων. Επ` ευκαιρία της αναδιάρθρωσης της ΕΔΛΠ, το νέο διοικητικό συμβούλιο της επιτροπής αυτής, με μία από τις πρώτες αποφάσεις που έλαβε την 1η Απριλίου 2001, μετονόμασε την ΕΔΛΠ σε Οργανισμό Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΟΔΛΠ) και, στο μέλλον, όσον αφορά τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, τα ΔΛΠ μετονομάζονται σε Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΠΧΠ). Τα πρότυπα αυτά θα πρέπει, κατά το δυνατόν και εφόσον εξασφαλίζουν ένα υψηλό επίπεδο διαφάνειας και συγκρισιμότητας των οικονομικών εκθέσεων στην Κοινότητα, να καταστούν υποχρεωτικά προς χρήση, από όλες τις κοινοτικές εταιρείες οι οποίες είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο». Περαιτέρω, ο προαναφερόμενος Κανονισμός ορίζει στο άρθρο 1 ότι : «Ο παρών κανονισμός στοχεύει στην υιοθέτηση και τη χρήση διεθνών λογιστικών προτύπων στην Κοινότητα προκειμένου να εναρμονισθούν οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες που παρουσιάζονται από τις εταιρείες που αναφέρονται στο άρθρο 4, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί ένα υψηλό επίπεδο διαφάνειας και συγκρισιμότητας των οικονομικών καταστάσεων και, ως εκ τούτου, η αποτελεσματική λειτουργία των κεφαλαιαγορών της Κοινότητας και της εσωτερικής αγοράς», στο άρθρο 2 ότι «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «διεθνή λογιστικά πρότυπα» νοούνται τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ), τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΠΧΠ) και οι συναφείς ερμηνείες (ερμηνείες της SIC-ΔΠΧΠ), οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις των εν λόγω προτύπων και συναφών ερμηνειών καθώς και τα μελλοντικά πρότυπα και συναφείς ερμηνείες που θα εκδώσει ή θα δημοσιεύσει στο μέλλον ο Οργανισμός Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΟΔΛΠ)», στο άρθρο 3 ότι: « 1…2..4.Τα υιοθετούμενα διεθνή λογιστικά πρότυπα δημοσιεύονται εξ ολοκλήρου σε καθεμία από τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας, υπό τύπον κανονισμού της Επιτροπής, στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», στο άρθρο 4 ότι «4. Ενοποιημένοι λογαριασμοί εισηγμένων στο χρηματιστήριο εταιρειών. Για κάθε οικονομικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής, οι εταιρείες που διέπονται από το δίκαιο ενός κράτους μέλους καταρτίζουν τους ενοποιημένους λογαριασμούς τους σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθετούνται βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, εάν, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους, οι τίτλοι τους είναι δεκτοί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά οιουδήποτε κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 13 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών», στο άρθρο 5 ότι: «Δυνατότητες όσον αφορά τους ετήσιους λογαριασμούς και τις μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες. Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν ή να υποχρεώνουν: α) τις εταιρείες που αναφέρονται στο άρθρο 4 να καταρτίζουν τους ετήσιους λογαριασμούς τους, β) τις άλλες εταιρείες, πλην εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 4, να καταρτίζουν τους ενοποιημένους ή/και τους ετήσιους λογαριασμούς τους, σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθετούνται βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2..», στο άρθρο 11 ότι «ο παρών Κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος-μέλος». Εξάλλου, σύμφωνα με το αναθεωρημένο διεθνές λογιστικό πρότυπο 1 Παρουσίαση Οικονομικών Καταστάσεων το οποίο αντικαθιστά από 1.1.2005 το ΔΛΠ 1 (αναθεωρημένο το 1997): Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων, υπό τον τίτλο ΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ «7. Οι οικονομικές καταστάσεις είναι μία δομημένη απεικόνιση της οικονομικής θέσης και επίδοσης μιας οντότητας. Επιδίωξη των γενικού σκοπού οικονομικών καταστάσεων είναι να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την οικονομική θέση, την επίδοση και τις ταμιακές ροές της οντότητας, που είναι χρήσιμες για τις οικονομικές αποφάσεις ενός ευρύ κύκλου χρηστών. Οι οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζουν επίσης τα αποτελέσματα της διαχείρισης, από τη Διοίκηση, των πόρων που της εμπιστεύθηκαν. Για να επιτύχουν αυτό το σκοπό, οι οικονομικές καταστάσεις παρέχουν πληροφορίες σχετικές με τα ακόλουθα στοιχεία της οντότητας: (α) τα περιουσιακά στοιχεία, (β) τις υποχρεώσεις, (γ) τα ίδια κεφάλαια, (δ) τα έσοδα και τις δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των κερδών και ζημιών και, (ε) άλλες μεταβολές των ιδίων κεφαλαίων, και (στ) τις ταμιακές ροές. Αυτές οι πληροφορίες, παράλληλα με άλλες πληροφορίες στις σημειώσεις, βοηθούν τους χρήστες να προεκτιμήσουν τις μελλοντικές ταμιακές ροές της οντότητας και ειδικότερα το χρόνο και τη βεβαιότητα αυτών». Τέλος, με τον Κανονισμό (EΚ) αριθ. 108/2006 της Eπιτρoπής, της 11ης Ιανουαρίου 2006 (ΕΕ L 24) , για την τροποποίηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1725/2003 για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον ανωτέρω κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ,με τον οποίο υιοθετήθηκε, μεταξύ άλλων και το διεθνές λογιστικό πρότυπο 39, ορίζονται, μεταξύ άλλων τα εξής:……ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ [1] ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΤΥΠΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ…21.Σύμφωνα με την παράγραφο 108 του ΔΛΠ 1 Παρουσίαση χρηματοοικονομικών καταστάσεων, η οντότητα γνωστοποιεί, στην περίληψη των σημαντικών λογιστικών πολιτικών, την βάση (ή τις βάσεις) αποτίμησης που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων και τις λοιπές λογιστικές πολιτικές που χρησιμοποιήθηκαν και που είναι απαραίτητες για την κατανόηση των οικονομικών καταστάσεων.24. H οικονομική οντότητα γνωστοποιεί χωριστά:(α) κέρδη ή ζημίες, σε αντισταθμίσεις εύλογης αξίας, (i) επί του μέσου αντιστάθμισης και (ii) επί του αντισταθμιζόμενου στοιχείου που συνδέεται με τον αντισταθμιζόμενο κίνδυνο (β)…Εύλογη αξία. 25 Με την επιφύλαξη της παραγράφου 29, για κάθε κατηγορία χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων (βλ. παράγραφο 6), η οντότητα γνωστοποιεί την εύλογη αξία της εκάστοτε κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων κατά τρόπο που επιτρέπει τη σύγκριση με τη λογιστική αξία της. 26 Κατά την γνωστοποίηση εύλογων αξιών, η οντότητα ομαδοποιεί τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις σε κατηγορίες, τις οποίες συμψηφίζει μόνον στο μέτρο που οι λογιστικές τους αξίες συμψηφίζονται στον ισολογισμό……».Τα ισχύοντα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα μαζί με τις ερμηνείες τους κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο δια του Κανονισμού 1126/2008 (ΕΕΕΕ L320 της 29.11.2008 σελ.1).
  1. Επειδή, μετά τον ως άνω Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1606/2002 σχετικά με την εφαρμογή των διεθνών λογιστικών προτύπων στην ελληνική έννομη τάξη ισχύουν τα εξής: Α) Ο Ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών» στον οποίο με το άρθρο 13 του Ν. 3229/2004 ΦΕΚ Α΄ 38 προστέθηκε ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 με τον τίτλο ΔΙΕΘΝΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ (Δ. Λ. Π.) με άρθρα 134 έως 143 στο άρθρο 134 αυτού με τον τίτλο ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρα 11 του Ν. 3301/2004 ΦΕΚ Α΄ 263 και με το άρθρο 3 Ν. 3487/2006, ΦΕΚ Α 191, προβλέπει ότι «1. Οι ανώνυμες εταιρείες, των οποίων οι μετοχές ή άλλες κινητές αξίες είναι εισηγμένες σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, καθώς και τα πιστωτικά και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 6 του άρθρου 2 του Ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄) και έχουν τη μορφή ανώνυμης εταιρείας συντάσσουν Ετήσιες οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 19ης Ιουλίου 2002, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 243) και των Κανονισμών που εκδίδονται από την Επιτροπή (Commission) κατ΄ εξουσιοδότηση των άρθρων 3 και 6 του Κανονισμού αυτού……. 2. Οι μη εισηγμένες και μη συνδεδεμένες με αυτές ανώνυμες εταιρείες και οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης μπορούν να συντάσσουν τις προβλεπόμενες από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού Οικονομικές Καταστάσεις, σύμφωνα με τα υιοθετούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, εφόσον η εφαρμογή των Προτύπων αυτών έχει εγκριθεί από Γενική Συνέλευση των μετόχων ή εταίρων της εταιρείας με απόφαση, που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 29 και της παραγράφου 1 του άρθρου 31 ή του άρθρου 13 του Ν. 3190/1955 (ΦΕΚ 91/9Α/16.4.55), αντίστοιχα, και υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική απόφαση θα προβλέπει την εφαρμογή των Προτύπων για τουλάχιστον πέντε (5) συνεχόμενες χρήσεις. Αν δεν προσδιορίζεται ο χρόνος εφαρμογής των Προτύπων, η σχετική απόφαση θα ισχύει μέχρι ανακλήσεώς της, η οποία όμως δεν μπορεί να γίνει προ της παρέλευσης της πενταετίας.….». Επίσης, το άρθρο 140 του ίδιου Κεφαλαίου και νόμου με τον τίτλο «ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΚΕΡΔΗ Η ΖΗΜΙΕΣ» προβλέπει ότι «1. Τα Φορολογητέα κέρδη ή ζημιές της εταιρείας δεν επηρεάζονται από την Εφαρμογή των διεθνών λογιστικών προτύπων. 2. Στο βαθμό που οι κανόνες αποτίμησης των επί μέρους περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, που προδιαγράφονται από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα ή από τους κανόνες αποτίμησης του Κεφαλαίου 5 και ισχύουν για τις εταιρείες που δεν εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, διαφέρουν από τους αντίστοιχους κανόνες αποτίμησης που ορίζονται από τη φορολογική νομοθεσία και, κατά συνέπεια, διαφοροποιείται το λογιστικό κέρδος (ή ζημιά) από το κέρδος (ή ζημιά) που υπόκειται σε φορολόγηση, τηρείται ξεχωριστό Ημερολόγιο Φορολογικών Διαφορών και Καθολικό Φορολογικών Διαφορών, στα οποία καταχωρίζονται και παρακολουθούνται οι διαφορές αυτές, ούτως ώστε, με την ενοποίηση του κυρίως Καθολικού με το Καθολικό Φορολογικών Διαφορών, κατά λογαριασμό, να παρέχεται η δυνατότητα προσδιορισμού του φορολογητέου κέρδους (ή ζημιάς), σύμφωνα με τις ισχύουσες φορολογικές διατάξεις και τους φορολογικούς κανόνες αποτίμησης των επί μέρους περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων……». Β) Ο Ν. 2238/1994 περί φορολογίας εισοδήματος ορίζει στο άρθρο 105 παράγραφοι 15 και 16, όπως αυτές προστέθηκαν με την παρ. 2 του άρθρου 13 του Ν. 3301/2004 ΦΕΚ Α΄ 263, ότι «15. Τα έσοδα και τα έξοδα των εταιρειών που εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, που προκύπτουν κατά την αρχική αναγνώριση των χρηματοοικονομικών μέσων, κατανέμονται ανάλογα με τη χρονική διάρκεια των αντίστοιχων μέσων, σύμφωνα και με τα οριζόμενα από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Ως χρηματοοικονομικά μέσα νοούνται τα οριζόμενα από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, όπως αυτά υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση κατ` εφαρμογή του Κανονισμού 1606/2002, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. 16. Για την εξεύρεση του συνολικού καθαρού φορολογητέου εισοδήματος των εταιρειών που είτε υποχρεωτικά είτε προαιρετικά εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Ιουλίου 2002, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 243) και των Κανονισμών που εκδίδονται από την Επιτροπή (Commission), κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 3 και 6 του Κανονισμού αυτού, εφαρμόζονται τα εξής: (α) Στην περίπτωση των εταιρειών που τηρούν τα βιβλία τους σύμφωνα με τους κανόνες της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, τα κέρδη (ή ζημίες) της εταιρείας προκύπτουν αποκλειστικά από τα τηρούμενα βιβλία με βάση τους ισχύοντες κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας. Τα κέρδη (ή ζημίες) της εταιρείας που προκύπτουν από τις Οικονομικές Καταστάσεις με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς φορολογίας (β) Στην περίπτωση των εταιρειών που τηρούν τα βιβλία τους σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση, τα κέρδη (ή ζημίες) της εταιρείας προκύπτουν αποκλειστικά από τον Πίνακα Φορολογικών Αποτελεσμάτων Χρήσης της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων». Γ) Ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων στο άρθρο 7 παράγραφοι 6 και 7, όπως αυτές προστέθηκαν με το άρθρο 14 του Ν.3229/2004 (ΦΕΚ Α 38) και αντικαταστάθηκαν ως άνω με την παρ.1 άρθρ.12 Ν.3301/2004 ΦΕΚ Α 263/23.12.2004 ορίζει τα εξής: «6. Ο επιτηδευματίας που συντάσσει τις Ετήσιες Οικονομικές του Καταστάσεις σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π.) τηρεί τα λογιστικά του βιβλία ή με βάση τις αρχές και τους κανόνες των Δ.Λ.Π. ή με βάση τις αρχές και τους κανόνες της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας.7.Ο επιτηδευματίας που τηρεί τα βιβλία του σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π. υποχρεούται: Α. Να συντάσσει Πίνακα Συμφωνίας Λογιστικής Φορολογικής Βάσης (Π.Σ.Λ.Φ.Β.). Στον Πίνακα αυτόν καταχωρούνται σε χωριστές στήλες για κάθε πρωτοβάθμιο διαφοροποιημένο λογαριασμό σε χρέωση ή πίστωση:α) Η αξία όπως προκύπτει από τα τηρούμενα βιβλία (Λογιστική βάση). β) Η αξία όπως προσδιορίζεται με βάση τους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας (Φορολογική βάση). γ) Η διαφορά μεταξύ Λογιστικής και Φορολογικής βάσης. Β….Γ. Να συντάσσει Πίνακες Φορολογικών Αποτελεσμάτων Χρήσης, Σχηματισμού Φορολογικών Αποθεματικών και Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Φορολογικών Αποθεματικών, των οποίων τα δεδομένα προκύπτουν από λογαριασμούς που τηρούνται με τη διπλογραφική μέθοδο». 8. Επειδή, το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι «Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και στην παράγραφο 5 ότι «Οι Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος, που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβαρύνσεως (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνόμενους πολίτες με διαφόρους τρόπους, περιορίζεται, όμως, από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι αρχές αυτές είναι, συγκεκριμένα, η καθολικότητα της επιβάρυνσης και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευομένη με τον, κατ’ αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζομένης φορολογητέας ύλης, που μπορεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος, να είναι το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Κατά την έννοια των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνον κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφ’ όσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία, κατ’ αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα (ΣΕ 2407/2014, 2527, 3345/2013 Ολομ., 1972/2012 Ολομ., 2469-2471/2008 Ολομ., 2113/1963 Ολομ.,).
  1. Επειδή, από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό λαμβανόμενες (σκέψεις 3η έως 8η της παρούσας) συνάγονται τα εξής: Η «έκτακτη εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης» του άρθρου πέμπτου του Ν. 3845/2010, κατά τα εκτεθέντα στις σκέψεις 3η και 4η της παρούσας, εντάσσεται στα πλαίσια μιας σειράς δημοσιονομικών μέτρων, μεταξύ των οποίων είναι οι «έκτακτες εισφορές», που έλαβε ο νομοθέτης με τον νόμο αυτό αλλά και προγενέστερους, για την ικανοποίηση των κριτηρίων δημοσιονομικής πειθαρχίας ( μείωση του ελλείμματος και του χρέους), καθώς για λόγους μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας του κράτους δεν ενδεικνυόταν η προσφυγή του στο δημόσιο δανεισμό. {(Για το σκοπό αυτό βλ. ενδεικτικά ότι τα εισοδήματα των νομικών προσώπων υπήχθησαν με το άρθρο 2 του ν. 3808/2009 (ΦΕΚ Α΄227) στην έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης για το οικονομικό έτος 2009, εφ’ όσον το συνολικό καθαρό εισόδημά τους υπερέβαινε τα 5.000.000 ευρώ, που υπολογίσθηκε με κλιμακούμενο συντελεστή από 5% έως 10% ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος αυτού (σύστημα κλιμακωτής προοδευτικότητας)}. Ως εκ τούτου, ορίζοντας ο νομοθέτης με το άρθρο πέμπτο του Ν. 3845/2010 ότι επιβάλλεται «έκτακτη εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης» σε όλα τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 101 του Ν. 2238/1994 (ημεδαπές Α.Ε., ΕΠΕ, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς που έχουν συσταθεί νόμιμα και τις ενώσεις τους, αλλοδαπές επιχειρήσεις υπό οποιονδήποτε τύπο, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες ) και της παρ. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου (προσωπικές εταιρίες, κοινωνίες αστικού δικαίου, αστικές κερδοσκοπικές ή μη κοινοπραξίες κλπ), απέβλεψε στο να επιβάλλει το μέτρο αυτό ως έκτακτη οικονομική επιβάρυνση σε όλες γενικά τις επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις της χώρας ακόμα και τις δημόσιες, των ΟΤΑ, τις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ανεξαρτήτως του εάν δηλαδή τα νομικά αυτά πρόσωπα υπάγονται στις φορολογικές διατάξεις του νόμου αυτού (περί φορολογίας εισοδήματος) ή σε οιοδήποτε άλλο φορολογικό καθεστώς, με μόνη προϋπόθεση για την υπαγωγή σ’ αυτή τα ως άνω νομικά πρόσωπα να έχουν πραγματοποιήσει κατά το έτος βάσης επιβολής της εισφοράς (οικονομικό έτος 2010) καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη άνω των 100.000 ευρώ, που δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο του μέσου όρου του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών αυτών των οικονομικών ετών 2008 και 2009, εφαρμόζοντας για τον υπολογισμό της το σύστημα της κλιμακωτής προοδευτικότητας, υπό την έννοια ότι ο συντελεστής αυτής βαίνει αυξανόμενος από τα κατώτερα προς τα ανώτερα κλιμάκια του εισοδήματος ή των καθαρών κερδών αυτών. Υπό τα δεδομένα αυτά, όπως παγίως έχει κριθεί σε ανάλογες περιπτώσεις επιβολής εκτάκτων εισφορών (βλ. ΣτΕ 1685/2013 Ολομ,1317, 1318/1979 Ολομ., 3098, 3653/1981, 3202/1982, 116, 2209, 3515/1983, 357/1984 επταμ., 3639/1984, 797, 2729/1986) το εισόδημα αυτό ή τα καθαρά κέρδη δεν αποτελεί το αντικείμενο της επιβαλλόμενης κατά τα ανωτέρω εισφοράς, αλλά το κριτήριο βάσει του οποίου θεωρείται κατά την αντίληψη του νομοθέτη, ότι υπάρχει η σχετική φοροδοτική ικανότητα των υποκειμένων στην εισφορά επιχειρήσεων καθώς και η βάση υπολογισμού της.
  1. Επειδή, κατά την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, μετά την εκτίμηση των όσων έχουν εκτεθεί σε προηγούμενες σκέψεις για τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, το σκοπό των οικονομικών καταστάσεων και τις πληροφορίες που παρέχουν για να τον επιτύχουν, η επιβολή της ένδικης εισφοράς στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή των ΔΛΠ για τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ.7 του Κώδικα φορολογίας εισοδήματος, συνάπτεται με γενικό και αντικειμενικό κριτήριο, από τα οποίο τεκμαίρεται αντίστοιχη φοροδοτική ικανότητα των βαρυνομένων επιχειρήσεων, που τελεί σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα και δεν υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων. Εξάλλου, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή το κέρδος, επί του οποίου αυτή υπολογίζεται, δεν αποτελεί το αντικείμενο της επιβλητέας εισφοράς, αλλά το κριτήριο, βάσει του οποίου θεωρείται, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, ότι υπάρχει σχετική φοροδοτική ικανότητα των υποκειμένων στην εισφορά νομικών προσώπων, καθώς και τη βάση υπολογισμού της (πρβλ. ΣτΕ 1685/2013, 797/1986, 2729/1986 ). Συνεπώς, ανεξάρτητα αν υπολογίζεται σε πραγματικά ή τεκμαρτά, φορολογητέα ή όχι καθαρά εισοδήματα ή κέρδη, δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως της επίμαχης ρύθμισης προς το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1685/2013). Ούτε έρχεται η ρύθμιση αυτή σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ.1 και 5 του Συντάγματος, εισάγοντας αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ εταιρειών που εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και αυτών που δεν τηρούν καταστάσεις με βάση τα ΔΛΠ και εξάγουν τα κέρδη ισολογισμού με βάση το ΕΓΛΣ και τη φορολογική νομοθεσία. Και τούτο διότι στα πλαίσια της ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων, είναι συνταγματικά ανεκτός ο προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή υπολογισμός της έκτακτης εισφοράς επί των καθαρών κερδών που προκύπτουν από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων για τις επιχειρήσεις, που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με αυτά και εφόσον είναι μεγαλύτερα από το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η διαφοροποίηση στον υπολογισμό της επίδικης εισφοράς σε σχέση με τις επιχειρήσεις που δεν εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα στηρίζεται σε γενικό και αντικειμενικό κριτήριο, ενώ εξάλλου, οι εταιρείες που συντάσσουν τέτοιες καταστάσεις (ΑΕ των οποίων οι μετοχές ή άλλες κινητές αξίες είναι εισηγμένες σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα με μορφή ΑΕ ή εταιρείες που επέλεξαν με τη νόμιμη διαδικασία να συντάσσουν τέτοιες καταστάσεις) είναι διαφορετικές κατηγορίες επιχειρήσεων από τις λοιπές. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο κοινός νομοθέτης δεν απαγορεύεται να εισάγει ρυθμίσεις δυσμενέστερες από εκείνες που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες είχαν προσαρμοστεί οι διοικούμενοι, αρκεί οι επιχειρούμενες ρυθμίσεις να χωρούν κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, να εξυπηρετούν λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, και να μην παραβιάζουν δικαιώματα προστατευόμενα από το Σύνταγμα ή άλλους κανόνες υπερνομοθετικής ισχύος (πρβλ. ΣτΕ 1619/2012, 2713/2006 2713/2006 7μελ., κ.ά.), η επιβολή αυτής στα καθαρά κέρδη που προέκυψαν από την εφαρμογή των ΔΛΠ, αντί του δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος οικον. έτους 2010, δεν παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου. Επί του ζητήματος μειοψήφησε η Εισηγήτρια Εφέτης Ευαγγελή Νικ. Μπράμη διατυπώνοντας τα εξής: Από τα αναφερθέντα στις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του εφαρμοστέου εν προκειμένου άρθρου 5 του Ν. 3845/2010, ότι η εν λόγω έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης επιβάλλεται στα κέρδη των επιχειρήσεων ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, η τελευταία δε σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί αδικαιολόγητα μεταξύ εταιρειών που τελούν σε όμοιες καταστάσεις. Στη διαμόρφωση της εν λόγω φοροδοτικής ικανότητας για την επιβολή της εν προκειμένω έκτακτης εισφοράς των υποκείμενων σ΄ αυτή επιχειρήσεων ο νομοθέτης λαμβάνει μεν ως κριτήριο το καθαρό εισόδημα και τα καθαρά κέρδη, χρησιμοποιώντας περαιτέρω κριτήριο διάκρισης ως εξής:για μεν τις επιχειρήσεις που δεν δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων αλλά κατά το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (κυρίως ΕΛΓΣ Π.Δ. 1123/1980 ΦΕΚ 283 Α΄, Ν. 2190/1920, ΚΒΣ και Ν. 2238/1994) λαμβάνει το καθαρό αυτό εισόδημα όπως προσδιορίζεται κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 105 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για δε τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησης των βιβλίων τους, λαμβάνει τα καθαρά κέρδη όπως αυτά εμφανίζονται στις οικονομικές αυτές καταστάσεις και υπό την προϋπόθεση, ότι αυτά είναι μεγαλύτερα από το καθαρό εισόδημα όπως αυτό προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 7 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Με τα δεδομένα αυτά η επιβολή της ένδικης εισφοράς δεν συνάπτεται με γενικό και αντικειμενικό κριτήριο, από το οποίο να τεκμαίρεται, κατά κοινή πείρα, η ύπαρξη αντίστοιχης οικονομικής δύναμης, και επομένως φοροδοτικής ικανότητας των υποκείμενων στην επίδικη έκτακτη εισφορά επιχειρήσεων που δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, η δε διαφοροποιημένη φοροδοτική ικανότητα των εν λόγω επιχειρήσεων σε σχέση με τις επιχειρήσεις που διαμορφώνουν τα καθαρό εισόδημα με βάση το άρθρο 105 παρ. 7 του ΚΦΕ δεν είναι δικαιολογημένη. Ειδικότερα μόνο ο κατά το άρθρο 105 παρ. 7 του ΚΦΕ τρόπος προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος δηλαδή ακαθάριστα έσοδα μείον δαπάνες και νόμιμες εκπτώσεις αντιστοιχεί σε πράγματι κτηθέν εισόδημα, δηλαδή σε συγκεκριμένη και εξ αντικειμένου οριζόμενη φορολογητέα ύλη, σχετιζόμενη με το ρυθμιζόμενο θέμα, κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος και ορθώς ο νομοθέτης με βάση αυτό προσδιορίζει την φοροδοτική ικανότητα των υποκείμενων στην επίδικη εισφορά επιχειρήσεων και καθορίζει επ’ αυτής το επίδικο φορολογικό βάρος. Αντιθέτως, τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από τις οικονομικές καταστάσεις που δημοσιεύθηκαν με την εφαρμογή των ΔΛΠ δεν διαμορφώνουν κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό τη φοροδοτική ικανότητα των εφαρμοζουσών αυτά επιχειρήσεων (υποχρεωτικά δε των εταιρειών που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο όπως η προσφεύγουσα εταιρεία, προαιρετικά δε των λοιπών). Τούτο δε διότι τα κατ΄ αυτόν τον τρόπο προκύπτοντα καθαρά κέρδη, προς πραγμάτωση του σκοπού που επιδιώκεται με την εφαρμογή των ΔΛΠ που είναι η εξυπηρέτηση της ανάγκης των αγορών για ειλικρινή απεικόνιση της οικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων χάριν της διαφάνειας και της προστασίας των επενδυτών (βλ. International Accountig Standards Board-IASB σελ. 32, επίσης Καν. ΕΚ αριθμ. 1606/2002, Γ. Μάτσου, Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρείας-Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, τόμος 9ος Β΄ έκδ. 2004 σ. 5-6, Νομική Βιβλιοθήκη, Θ. Γ. Γρηγοράκου, Η έκταση της εφαρμογής των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων/Διεθνών προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΛΠ/ΔΠΧΠ) στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, Λογιστής 2008 σ. 1175 επ.) διαμορφούμενα με βάση, μεταξύ άλλων, και την αρχή της εύλογης αξίας (πραγματικής ή τρέχουσας ή ανακτήσιμης) κατά την οποία υπεισέρχονται και υποκειμενικές εκτιμήσεις (βλ. ΔΛΠ 16 παρ. 28, ΔΛΠ 39 παρ. 48Α, αλλά και Γ. Ι. Μάτσου, Δύο κανόνες λογιστικής μεταξύ των αιτίων της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης, σε ΔΦΝ 2008 σ. 1605 επ.) ενέχουν αποτιμητικό χαρακτήρα και δεν αποδεικνύουν πραγματοποίηση εισοδήματος (βλ. και Γ. Β. Φουφόπουλου και Γ. Νάσκαρη Προτάσεις ΔΣΑ για τη φορολογία επιχειρήσεων σε ΔΦΝ 2010 σ. 274-275, του τελευταίου, Σχέση λογιστικής και φόρου εισοδήματος σε ΔΦΝ 2011 σ. 1827 επ. αλλά και το υπ’ αριθμ. 110/27.2.2006 έγγραφο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης Ελέγχων (ΕΛΤΕ) -ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17 Φεβρουαρίου 2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ ότι «ως πραγματοποιημένα κέρδη, κατά τα γενικώς ισχύοντα στη λογιστική θεωρία, είναι τα κέρδη εκείνα τα οποία προέρχονται από συναλλαγές και γεγονότα που διακανονίζονται με μετρητά ή με τη μορφή άλλων στοιχείων του ενεργητικού, η μετατροπή των οποίων σε μετρητά μπορεί να εκτιμηθεί με βεβαιότητα»). Ως τέτοια δε τα κέρδη βάσει ΔΛΠ δεν αντιστοιχούν σε πραγματικό αλλά σε θεωρητικό κέρδος που εξάγεται με βάση τη χρηματοοικονομική αποτύπωση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, κατ΄ απόκλιση των ορισμών του άρθρου 105 παρ. 7 του ΚΦΕ και δεν συνιστά και δεν μπορεί να συνιστά γενικό και αντικειμενικό κριτήριο προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης επί της οποίας είναι εφαρμοστέα η κατά τα ανωτέρω επίδικη έκτακτη εισφορά ούτε επιτρέπει διαφοροποιημένη φοροδοτική ικανότητα. Ως εκ τούτου ορίζοντας ο νομοθέτης με το άρθρο πέμπτο του Ν. 3845/2010, ότι για τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Λ.Π.), η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται στα προηγούμενα εδάφια και υπερβαίνουν τα εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, δηλαδή εισάγοντας κριτήριο προσδιορισμού της φοροδοτικής ικανότητας των επιχειρήσεων που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις βάσει των ΔΛΠ διαφορετικό από αυτό που προβλέπεται για τις επιχειρήσεις που δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με το ΕΓΛΣ αλλά και επιβάλλοντας τη σύγκριση μεταξύ καθαρού εισοδήματος βάσει ΕΓΛΣ και καθαρών κερδών βάσει ΔΛΠ, ώστε αυτά να αποτελέσουν κριτήριο φοροδοτικής ικανότητας των επιχειρήσεων που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τα ΔΛΠ μόνο που στην περίτπωση αυτά είναι μεγαλύτερα, ο νομοθέτης παρέβη τους συνταγματικούς ορισμούς του άρθρου 4 παρ. 5 σε συνδ. με το άρθρο 78 παρ. 1 και τούτο αδιαφόρως εάν τα υπερβάλλοντα κατά τα ΔΛΠ κέρδη υπόκεινται σε φορολόγηση ή μη, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 9η της παρούσας. Η ερμηνευτική δε αυτή προσέγγιση εξασφαλίζει και τη φορολογική ουδετερότητα που απαιτεί η διάταξη του άρθρο 134 του Ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρα 11 του Ν. 3301/2004 ΦΕΚ Α΄263 και με το άρθρο 3 Ν. 3487/2006,ΦΕΚ Α 191 ορίζουσα ότι τα κέρδη (ή ζημίες) της εταιρείας που προκύπτουν από τις Οικονομικές Καταστάσεις με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς φορολογίας (σχ. βλ. και Γ. Μάτσος ΔΛΠ και φορολογία Επιχειρήσεων, Επιχείρηση 7/2005 σ. 992 επ. επίσης Γ. Αληφαντή «Διανομή και Φορολογία κερδών εταιρειών που εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα» Λογιστής, 2010 σ. 428 επ.). Την ως άνω ερμηνευτική παραδοχή για τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3845/2010 διατύπωσε και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής {η οποία παραπέμπει στην έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής της 30.11.2009 επί του νομοσχεδίου με τίτλο «έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης, έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις» του Ν. 3808/2009, με τη διάταξη του άρθρου 2 του οποίου επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά στα μεγάλα κέρδη των επιχειρήσεων το οικονομικό έτος 2009, η εν λόγω δε διάταξη είχε όμοια διατύπωση με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3845/2010} ότι δηλαδή «Η αρχή της φορολογικής ισότητας και, συγκεκριμένως, η αρχή της φορολόγησης με βάση τη φοροδοτική ικανότητα επιβάλλει όμοια φορολογική μεταχείριση προσώπων τα οποία τελούν υπό τις ίδιες (οικονομικές) συνθήκες και, αντιστρόφως, ανόμοια μεταχείριση εκείνων τα οποία τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες. Εν προκειμένω, η σύνταξη οικονομικών καταστάσεων με διαφορετικούς λογιστικούς κανόνες (ΔΛΠ αντί Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων) συνδέεται αποκλειστικώς με τη χρηματοοικονομική ενημέρωση των μετόχων, των πιστωτών και των τρίτων προσώπων, και δεν επηρεάζει την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, η οποία απλώς απεικονίζεται με διαφορετικό τρόπο. Για το λόγο αυτό εξάλλου, υφίσταται στην ελληνική έννομη τάξη καταρχήν σαφής διαχωρισμός μεταξύ ΔΛΠ και φορολογικής νομοθεσίας (άρθρα 140 παρ. 1 κ.ν. 2190/1920 και 105 παρ. 17 ΚΦΕ). Ως εκ τούτου μπορεί να υπάρξει προβληματισμός ως προς το εάν η δημοσίευση οικονομικών καταστάσεων βάσει των ΔΛΠ αποτελεί καθεαυτή, ένδειξη διαφοροποιημένης φοροδοτικής ικανότητας σε σχέση με επιχειρήσεις οι οποίες δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις βάσει των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων, ώστε να δικαιολογείται διακριτική φορολογική μεταχείριση». Μετά τα ανωτέρω, κατά την ίδια μειοψηφούσα άποψη, η διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3845/2010 διαφοροποιώντας τη βάση για τον υπολογισμό της επίδικης έκτακτης εισφοράς ανάλογα με το εάν το νομικό πρόσωπο δημοσιεύει ή όχι οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και εάν στην τελευταία περίτπωση τα καθαρά κέρδη του είναι ανώτερα από το καθαρό εισόδημα που προκύπτει με βάση το Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα είναι ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στην αρχή της ίσης φορολόγησης με βάση τη φοροδοτική ικανότητα (άρθρο 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 Σ) και τυγχάνει γενικής εφαρμογής για την επιβολή της επίδικης έκτακτης εισφοράς η διάταξη της πρώτης παραγράφου και για τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις βάσει των ΔΛΠ δηλαδή και για αυτές τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως του τρόπου τήρησης των βιβλίων τους, η επίδικη εισφορά θα επιβληθεί επί των καθαρών κερδών που προκύπτουν σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 105 παράγραφος 7 του Ν. 2238/1994 και όχι με βάση την ως άνω αντισυνταγματική ρύθμιση.
  1. Επειδή, στην κρινόμενη υπόθεση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία σύμφωνα με το προσκομιζόμενο καταστατικό της είναι ανώνυμη εμπορική πολυμετοχική επιχείρηση, δραστηριοποιείται στον εμπορικό χώρο της παραγωγής, μεταποίησης, εισαγωγής και εμπορίας παιδικών παιχνιδιών, ειδών βρεφικής ανάπτυξης, βιβλιοχαρτοπωλείου, εποχικών και άλλων ειδών για όλη την οικογένεια, και είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Το οικονομικό έτος 2010 με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, που υπέβαλε, τα κέρδη χρήσης 2009 (κωδ. 029) που είναι και τα φορολογητέα κέρδη (κωδ. 001) ανήλθαν σε 107.443.099,38 ευρώ, ενώ τα κέρδη ισολογισμού χρήσης βάσει ΔΛΠ, με βάση τα οποία η προσφεύγουσα εταιρεία υποχρεούται εκ του νόμου να δημοσιεύει τις οικονομικές καταστάσεις, ανήλθαν σε 110.322.843,70 ευρώ (κωδ. 116) (βλ. και την ετήσια οικονομική έκθεση για την οικονομική χρήση 1.7.2009 μέχρι 30.9.2010 βάσει του άρθρου 4 του Ν. 3556/2007). Ακολούθως, ο Γενικός Γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων λαμβάνοντας ως βάση υπολογισμού τα ως άνω δηλωθέντα καθαρά κέρδη, όπως αυτά προέκυπταν βάσει ΔΛΠ, εξέδωσε το προσβαλλόμενο από 31.12.2010 εκκαθαριστικό σημείωμα με το οποίο επέβαλε στην προσφεύγουσα εταιρεία για το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) την προαναφερθείσα έκτακτη εισφορά ύψους 10.906.284,37 ευρώ για την οποία ενεγράφη στη συνέχεια από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά στους χρηματικούς καταλόγους της υπηρεσίας αυτής με αριθμό 1/179- 2010. Το ποσό δε αυτό καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διπλότυπα είσπραξης τύπου -Α της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά (βλ. Σειράς ΣΤ 84903422/31.1.2011, 84909252/28.2.2011, 86907539/31.3.2011, 86912871/29.4.2011, 86926042/31.5.2011, 89260960/30.6.2011, 89267725 /26.7.2011, 89272993/31.8.2011, 89277035/30.9.2011, 89275941/8.9.2011, 89373455 /31.10.2011, 89377631/29.11.2011 και 89376582/27.12.2011). Με την κρινόμενη προσφυγή και για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτή, όπως παραδεκτώς αναπτύσσονται με το υπόμνημα επιδιώκεται η μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου εκκαθαριστικού σημειώματος. Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο τόσο με το έγγραφο των απόψεων με αριθμ. πρωτ. 29504/14.11.2013 (εισερχόμενο ΔΕΠ 11926/18.11.2013) όσο και με το υπόμνημα ζητά την απόρριψη της προσφυγής υπεραμυνόμενο της συνταγματικότητας και νομιμότητας της επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς.
  1. Επειδή, ειδικότερα, προβάλλεται, με την κρινόμενη προσφυγή, ότι η επίδικη ρύθμιση του άρθρου 5 του Ν. 3845/2010 στο μέτρο και στο βαθμό που προβλέπει για τις εταιρείες που ακολουθούν τη λογιστική τους απεικόνιση με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και όχι με το Εθνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο, εφόσον αυτές εμφανίζουν μεγαλύτερα κέρδη βάσει των ΔΛΠ, σε σχέση με τα υπολογιζόμενα βάσει του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος κέρδη, η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται επί των πλασματικών-χρηματοοικονομικών κερδών των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και όχι επί των πραγματικών κερδών τους βάσει των αποτελεσμάτων χρήσης του ισολογισμού τους εισάγει δυσμενή και αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ εταιρειών με την ίδια φοροδοτική ικανότητα και ως τέτοια είναι αντίθετη προς τα άρθρα 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος. Επίσης, προβάλλεται ότι εν προκειμένω παραβιάζεται η αρχή της δικαιολογημένης και προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, διότι ουδέποτε ανέμενε ότι θα επιβληθεί πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση σε μη πραγματικά – λογιστικά κέρδη , αντί των δηλωθέντων βάσει του ισολογισμού της φορολογητέων κερδών, χωρίς να υπάρχει λόγος δημοσίου συμφέροντος που να το επιβάλει. Επομένως, θα έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς της, η επίδικη έκτακτη εισφορά να επιβληθεί στα δηλωθέντα καθαρά κέρδη ποσού 107.443.099,38 ευρώ επί των οποίων η έκτακτη εισφορά ανέρχεται σε 10.618.309,94 ευρώ αντί του ποσού εισφοράς 10.906.284,37 ευρώ που υπολογίστηκε επί των καθαρών κερδών βάσει ΔΛΠ, και πρέπει η διαφορά εισφοράς ποσού 287.974,43 ευρώ να επιστραφεί σαυτήν. Οι λόγοι αυτοί, κατά την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, ενόψει όσων ειδικότερα έγιναν δεκτά κατά πλειοψηφία στη σκέψη 10 της παρούσας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και πρέπει ν΄ απορριφθεί η κρινόμενη προσφυγή .Κατά την γνώμη όμως της Εισηγήτριας Εφέτη Ευαγγελής Νικ. Μπράμη, ο πρώτος λόγος, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, ως μειοψηφία στην ίδια σκέψη (10) είναι βάσιμος. Ως εκ τούτου, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, η επίδικη εισφορά θα έπρεπε να επιβληθεί στα δηλωθέντα καθαρά κέρδη οικονομικού έτους 2010 ποσού 107.443.099,38 ευρώ επί των οποίων, υπολογιζόμενη κατά νόμο η έκτακτη εισφορά, ανέρχεται σε 10.618.309,94 ευρώ. Συνεπώς, ενόψει του ότι το ποσό των 10.906.284,37 ευρώ που αντιστοιχεί στην έκτακτη εισφορά επί των καθαρών κερδών βάσει ΔΛΠ αποδεδειγμένα καταβλήθηκε (βλ. προσκομιζόμενα διπλότυπα) το ποσό των 287.974,43 ευρώ (10.906.284,37 ευρώ μείον 10.618.309,94 ευρώ), που κατά την άποψη αυτή αχρεωστήτως καταβλήθηκε, πρέπει να επιστραφεί στην προσφεύγουσα εταιρεία, όπως αιτείται με την προσφυγή, εντόκως με το επιτόκιο που ίσχυσε για τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας από την κατάθεση της προσφυγής (24.3.2011) μέχρι την πλήρη εξόφλησή του (ΣτΕ Ολ. 2190 και 2191/2014).
  1. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται: Στην παρ. 3 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ.1 του ν.3900/2010 ότι: «Κατ’ εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή ,την έφεση και την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δέκα χιλιάδων ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της προσφυγής ή της έφεσης». Στην παρ. 9 ότι : «…..Αν η προσφυγή ή το ένδικο μέσο γίνουν δεκτά εν μέρει, το παράβολο αποδίδεται κατά ένα μέρος του, το οποίο καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου» και στην παρ. 10 αυτού ότι : «Το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις ,να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμη και όταν απορρίπτεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο………». Ως εκ της αδιάστικτης διατύπωσης των δύο τελευταίων διατάξεων, που αναφέρονται συλλήβδην στο παράβολο χωρίς να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής τους το αναλογικό παράβολο των χρηματικού περιεχομένου διαφορών (της παρ. 3 του ως άνω άρθρου) συνάγεται ότι, εφόσον το δικαστήριο έχει την δυνατότητα, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να διατάξει την απόδοση όλου ή μέρους του καταβληθέντος από τον διάδικο παραβόλου και όταν κάνει εν μέρει δεκτό ή απορρίπτει το ένδικο βοήθημα ή μέσο, κατά λογική ακολουθία, αυτό έχει την ίδια δυνατότητα δηλαδή να μην καταλογίσει στον ηττώμενο διάδικο την διαφορά από το επιπλέον τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ παράβολο, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 277 του ΚΔΔ. Εν προκειμένω, ενόψει του ότι η προσφεύγουσα εταιρεία κατέβαλε παράβολο 3.000 ευρώ (σκέψη 1η ), ενώ το οφειλόμενο παράβολο, ενόψει του ύψους της διαφοράς, ανέρχεται σε ποσό 10.000 ευρώ (βλ. σημείωμα παραβόλου) δηλαδή μεγαλύτερο των 3.000 ευρώ, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συντρέχουσες περιστάσεις και ιδία τα ζητήματα συνταγματικότητας που ανεφύησαν, δεν καταλογίζει την οφειλόμενη διαφορά παραβόλου.

  1. Επειδή, κατ’ ακολουθία, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, να καταπέσει το καταβληθέν παράβολο, να μην καταλογισθεί το ελλείπον, ενόψει όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη και κατ΄ εκτίμηση των περιστάσεων ν΄ απαλλαγεί η προσφεύγουσα εταιρεία από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου (άρθρο 275 παρ. 1 του ΚΔΔ).

 Δ Ι Α  Τ Α Υ Τ Α

 Απορρίπτει την προσφυγή.

 Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.

 Απαλλάσσει την προσφεύγουσα εταιρεία από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου.

 Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 27 Ιουλίου 2014, στις 4 Σεπτεμβρίου 2014 και στις 27 Οκτωβρίου 2014 με τη σύνθεση που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.

 Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                      Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

 Λεντάρη Μαρία                                                Ευαγγελή Νικ. Μπράμη

 Η απόφαση δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 31 Οκτωβρίου 2014 με την εξής σύνθεση:Σταμάτης Γεώργιος, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ., λόγω μετάθεσης της Προέδρου Εφετών Δ.Δ. Μαρίας Λεντάρη στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, Νικόλαο Παπαμιχαλόπουλο, Εφέτη Δ.Δ. λόγω μετάθεσης της Εφέτη Δ.Δ. Αγγελικής Παπαπαναγιώτου-Λέζα στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και Ευαγγελή Νικ. Μπράμη.

 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ  Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


4447/2012 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)

ΕΔΔΔΔ 2013/88, ΝΟΒ 2013/467, ΔΕΕ 2013/92, ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2014/1082

ΟΑΕΔ και αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως περί διακοπής του προγράμματος επιχορήγησης εργοδοτών και αναζήτησης του αναλογούντος ποσού, λόγω μη απόδειξης της πραγματικής απασχόλησης εργαζομένων.

Πότε είναι λυσιτελής η προβολή από το διοικούμενο λόγου ακυρώσεως περί μη τηρήσεως του δικαιώματος της προηγουμένης ακροάσεως.

Η μη τήρηση του τύπου αυτού καλύπτεται αν ο ενδιαφερόμενος ασκήσει τις ενδικοφανείς προσφυγές που προβλέπονται και προβάλει τους κρίσιμους ισχυρισμούς που δεν προέβαλε πριν την έκδοση της αρχικής πράξης.

Δεν υφίσταται υποχρέωση κλήσης του ενδιαφερομένου να παραστεί κατά την εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής.

Αβάσιμος ο σχετικός λόγος ακύρωσης.

Αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη πράξη.

Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.

Η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια με την υπ΄ αριθμ. 3382/2010 απόφαση του Δ΄ Τμήματος.

Σχετικη και η 2348/2015 ΣΤΕ

ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση του Ιδρύματος.

 Κατά την έκδοση ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ απαιτείται η προηγούμενη ακρόαση του εργοδότη, άλλως παραβιάζεται ουσιώδης τύπος της διαδικασίας.

Η παράλειψη αυτή δεν καλύπτεται με την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής.

Πότε προβάλλεται λυσιτελώς η σχετική αιτίαση. Οι απασχολούμενοι στο Δημόσιο με σύμβαση έργου, υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ εφόσον για την ίδια απασχόληση δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης και παρείχαν τις υπηρεσίες τους με συνθήκες που απαντώνται σε μισθώσεις εργασίας.

Οι αναιρεσίβλητοι υπάγονταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ. Το άρθρο 6 του ν. 2527/1997 δεν αφορά σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Απαράδεκτα προβάλλεται με την αναίρεση παραβίαση δεδικασμένου με επίκληση εφετειακών αποφάσεων που έκριναν επί υποθέσεων άλλων απασχοληθέντων.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθμ. 1517/2009 ΔΕφΑθ)

Όμοια με τις αριθ. ΣτΕ 2349/2015 και 2350/2015

σχετική και η 2646/2014 ΣΤΕ

Τ.Ε.Α.Υ.Φ.Ε.

Αναστολή της σύνταξης όσων αποκτούν εισόδημα ορισμένου ύψους. Στη ρύθμιση αυτή εμπίπτουν τόσο όσοι συνταξιούχοι αναλαμβάνουν το πρώτον εργασία μετά τη συνταξιόδοτηση, όσο και αυτοί που συνέχισαν να εργάζονται και μετά τη χορήγηση σύνταξης. Οι αυτοί έχουν εφαρμογή και στους προαιρετικά ασφαλισμένους, όπως οι δικηγόροι του ταμείου. Αν οι απολαβές από την άσκηση επαγγέλματος προκύπτουν σε ετήσια βάση, γίνεται αντίστοιχος μηνιαίος επιμερισμός. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα.

Πότε προβάλλεται λυσιτελώς ο λόγος περί μη τήρησης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερόμενου.

Δεν οφείλει το ταμείο να ενημερώνει εγγράφως τους συνταξιούχους για τις συνέπειες της παράλειψής τους να δηλώσουν ότι ανέλαβαν εργασία ή συνεχίζουν να εργάζονται και μετά τη συνταξιοδότηση.

Η προσκόμιση δικαιολογητικών μετά την έκδοση της πράξης δεν επηρεάζει τη νομιμότητα αυτής.

Δεν απαγορεύεται η έκδοση πράξεων αναστολής σύνταξης με αναδρομική ισχύ.

 Δεν  συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που αποκλείουν την αναδρομική αναζήτηση καταβληθεισών συντάξεων.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθ. 4462/2004 ΔΕφΑθ)

σχετική και η 16/2014 ΔΕΦ ΑΘ (ΣΥΜΒ)

Φορολογία εισοδήματος.

Αναστολή εκτέλεσης. Προϋποθέσεις. Παραδεκτό.

Απαιτείται η ενσωμάτωση στην αίτηση δήλωσης κατά την ΠΟΛ 1182/2013- με την οποία να δηλώνεται το παγκόσμιο εισόδημα της αιτούσας και κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της ίδιας και των ευθυνόμενων ατομικώς για τις δικές της φορολογικές υποχρεώσεις φυσικών προσώπων.

Απαράδεκτη η αίτηση αφού δεν ενσωματώθηκε η ανωτέρω δήλωση.

Λόγοι αναστολής.

Προκειμένου περί τελωνειακών, φορολογικών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο υπάρχουν περιορισμοί  ως προς τον τρόπο, με τον οποίο το δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει προσωρινή δικαστική προστασία.

Ητοι σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος προσωρινής δικαστικής προστασίας δεν αναστέλλεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης καθ εαυτή αλλά απαγορεύεται η λήψη από τη διοίκηση των αναφερόμενων μέτρων.

Τούτο ισχύει όταν ο αιτών επικαλείται ως λόγο αναστολής ανεπανόρθωτη βλάβη από τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων.

Μόνο όταν η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη αναστέλλεται αυτή καθεαυτή η προσβαλλόμενη πράξη. Κρίθηκε μη προδήλως βάσιμη η προσφυγή.

Δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Προβάλλεται  αλυσιτελώς ότι η αιτούσα δεν κλήθηκε σε ακρόαση εφόσον δεν αναφέρονται παράλληλα και οι ισχυρισμοί ή τα στοιχεία ,που θα έθετε υπόψη της Διοικήσεως αν είχε κληθεί.

Ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη επειδή η άμεση εκτέλεση του φύλλου ελέγχου καθιστά πρακτικώς αδύνατη την εξακολούθηση των εργασιών εκκαθάρισης, δεν σχετίζεται με συγκεκριμένο μέτρο αναγκαστικής είσπραξης.

Απορρίπτει αίτηση.

Αριθμός 4447/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και του αρχαιοτέρου του Αντιπροέδρου, που είχαν κώλυμα, Νικ. Σακελλαρίου, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδροι, Νικ. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, K. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ευθ. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Π. Μπραΐμη, Κ. Λαζαράκη, Ολ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Κ. Φιλοπούλου και Κ. Πισπιρίγκος καθώς και η Πάρεδρος Π. Μπραΐμη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

 Για να δικάσει την από 23 Ιουνίου 1999 αίτηση:

 του .. … , κατοίκου Ιωαννίνων (….. ..), ο οποίος παρέστη με τον ….., που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: ….., που τους διόρισε με πληρεξούσιο.

 Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 3382/2010 αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

 Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η υπ’ αριθμ. 1150/18.5.1999 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., 2) η υπ’ αριθμ. 1398/27.4.98 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Πελοποννήσου του Ο.Α.Ε.Δ. και 3) η υπ’ αριθμ. 7165/4.12.1997 απόφαση του Διευθυντή του Γ.Ε. Πατρών του Ο.Α.Ε.Δ.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο Ευθ. Αντωνόπουλο.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξουσίους του καθ’ ου Οργανισμού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

 Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

  1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη (8566068, 8566075/2003 διπλότυπα της Δ.Ο.Υ. ΙΕ Αθηνών), καθώς και το νόμιμο παράβολο (297472, 994714/2003 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
  1. Επειδή, με το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, το οποίο είχε ασκηθεί ως προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών στις 23.6.1999 και παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με την 519/2003 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, προκειμένου να εκδικασθεί ως αίτηση ακυρώσεως ζητείται, η ακύρωση α) της αποφάσεως 7165/4.12.1997 του Διευθυντή του Γραφείου Εργασίας Πατρών του Ο.Α.Ε.Δ., με την οποία διετάχθη η διακοπή του προγράμματος επιχορήγησης εργοδοτών, στο οποίο είχε υπαχθεί ο αιτών και η αναζήτηση του αναλογούντος ποσού της επιχορηγήσεως, ύψους 2.898.800 δραχμών, β) της αποφάσεως 1398/27.4.1998 του Περιφερειακού Διευθυντή Πατρών του Ο.Α.Ε.Δ., απορριπτικής ενστάσεως του αιτούντος κατά της προηγουμένης πράξεως και γ) της αποφάσεως 1150/18.5.1999 του Διοικητικού Συμβουλίου του καθ’ ου Οργανισμού, απορριπτικής προσφυγής του ιδίου αιτούντος κατά της αποφάσεως του Περιφερειακού Διευθυντή.
  1. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της υπ’ αριθμ. 3382/2010 παραπεμπτικής αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος σε επταμελή σύνθεση, λόγω της μείζονος σπουδαιότητος του ζητήματος αν προβάλλεται λυσιτελώς λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως του δικαιώματος της προηγουμένης ακροάσεως. Η απόφαση αυτή της επταμελούς συνθέσεως εξεδόθη κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1785/2009 αποφάσεως του Τμήματος σε πενταμελή σύνθεση.
  2. Επειδή, απαραδέκτως προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση οι ανωτέρω 7165/4.12.1997 και 1398/27.4.1998 αποφάσεις του Διευθυντή του Γραφείου Εργασίας Πατρών και του Περιφερειακού Διευθυντή Πατρών του Ο.Α.Ε.Δ. αντιστοίχως, ως υποκείμενες κατά νόμον σε ενδικοφανείς προσφυγές (άρθρο 22 της υ.α. 33436/11.4.1995), οι οποίες, άλλωστε, ασκήθηκαν ήδη, εκδόθηκε δε σχετικώς η μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη 1150/18.5.1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του καθ’ ου Οργανισμού.
  3. Επειδή, το άρθρο 29 του ν. 1262/1982 (Α΄ 70), που τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 1836/1989 (Α΄ 89), και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 23 παρ. 13 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101), όριζε, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 6 του ν. 2436/1996 (Α΄ 188), τα εξής: «1. Για τον σκοπό της καταπολέμησης της ανεργίας με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, είναι δυνατό να επιχορηγούνται από τον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) επιχειρήσεις και γενικά εργοδότες, βάσει προγραμμάτων απασχολήσεως που καταρτίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας μετά από γνώμη του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ. 2. Με τα προγράμματα της προηγούμενης παραγράφου καθορίζονται : α) το ποσό της επιχορήγησης για κάθε προσλα μβανόμενο … β) Ο χρόνος διάρκειας της επιχορήγησης …. γ) Οι κατηγορίες των επιχειρήσεων ή εργοδοτών που θα αφορά κάθε πρόγραμμα …. 3. … 4. Για την υπαγωγή στο πρόγραμμα απασχόλησης οι εργοδότες υποβάλλουν στον ΟΑΕΔ μαζί με την αίτησή τους τα προβλεπόμενα από κάθε πρόγραμμα στοιχεία. Για την ύπαρξη των προϋποθέσεων υπαγωγής των επιχειρήσεων στις διατάξεις του άρθρου αυτού αποφασίζει, μετά από εισήγηση της διεύθυνσης απασχόλησης του οργανισμού, το διοικητικό του συμβούλιο ή το όργανο που αυτό ορίζει σύμφωνα με τις οργανικές διατάξεις του ΟΑΕΔ ….. 7. Εργοδότες, που οπωσδήποτε επιχορηγήθηκαν βάσει προγράμματος, και παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των προγραμμάτων απασχόλησης, για την πρόσληψη, τη διατήρηση και τη μη απόλυση του υπόλοιπου προσωπικού και του προσωπικού που επιδοτείται και γενικά την εφαρμογή του κάθε προγράμματος έχουν την υποχρέωση της επιστροφής, του ανάλογoυ ποσού της επιχορήγησης που έχουν λάβει από τον ΟΑΕΔ και που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα του συνολικού χρόνου απασχόλησης (επιχορηγούμενης και μη) των μισθωτών που καθορίζει το πρόγραμμα. Για το ποσό που θα επιστραφεί στον ΟΑΕΔ αποφασίζει το διοικητικό του συμβούλιο ή το όργανο που αυτό ορίζει κάθε φορά σύμφωνα με τις οργανωτικές διατάξεις του ΟΑΕΔ. 8. …». Περαιτέρω, δυνάμει της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 29, εκδόθηκε η 33436/11.4.1995 απόφαση του Υπουργού Εργασίας με τον τίτλο «Επιχορήγηση εργοδοτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας έτους 1995 και 1996» (Β΄ 384), στην οποία ορίσθηκαν τα εξής: «Αρθρο μόνο. 1. Καταρτίζουμε τέσσερα (4) προγράμματα επιχορήγησης ιδιωτικών επιχειρήσεων, επιχειρήσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Συνεταιρισμών, Επαγγελματικών Σωματείων και Ενώσεων αυτών, Σωματείων και γενικά εργοδοτών για τη δημιουργία είκοσι χιλιάδων οκτακοσίων (20.800) νέων θέσεων εργασίας για το έτος 1995 και δώδεκα χιλιάδων διακοσίων (12.200), για το έτος 1996, ως εξής: … 2. . .. 3. Η επιχορήγηση για κάθε ημέρα εργασίας πλήρους απασχόλησης καθορίζεται ως εξής: … .. …… 6. α) Ο εργοδότης υποχρεούται να απασχολήσει τον νεοπροσλαμβανόμενο για δώδεκα (12) τουλάχιστον μήνες από τους οποίους τους εννέα (9) πρώτους με επιχορήγηση και τους τελευταίους τρεις (3) μήνες με δέσμευσn και χωρίς επιχορήγηση. β) … γ) …. Η επιχορήγηση θα υπολoγίζεται για κάθε εργάσιμη ημέρα πλήρους απασχόλησης και μέχρι 25 ημέρες για αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και μέχρι 26 για ημερομίσθιους κατ’ ανώτατο όριο για κάθε μήνα, εφόσον όμως υπάρχουν 15 τουλάχιστον ημερομίσθια το μήνα για κάθε επιχορηγούμενο εργαζόμενο… 14. Για να υπαχθεί στα προγράμματα αυτά κάποια επιχείρηση/εργοδότης γενικά, πρέπει να υποβάλλει στην πλησιέστερη του τόπου απασχολήσεως των υπό πρόσληψη μισθωτών υπηρεσία του ΟΑΕΔ τα εξής δικαιολογητικά α) … β) … γ) Υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 σύμφωνα με την οποία αα) …… ββ) έλαβε γνώση και αποδέχεται τους όρους του προγράμματος καθώς και ότι οι αξιώσεις για καταβολή της επιχορήγησης ασκούνται εντός διμήνου από τον μήνα πραγματικής απασχόλησης των επιχορηγούμενων μισθωτών. 15. Η πρώτη επιχορήγηση θα καταβάλλεται στον εργοδότη μετά από δίμηνη τουλάχιστον απασχόληση του εργαζομένου. Στη συνέχεια και μέχρι τη λήξη του 12μήνου της επιχορήγησης, ο εργοδότης θα υποβάλλει στην Υπηρεσία του ΟΑΕΔ της περιοχής του τα εξής δικαιολογητικά α) Eντυπη κατάσταση που θα περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο των προσληφθέντων βάσει του προγράμματος, τη χρονολογία γέννησης, την ειδικότητα, τη χρονολογία πρόσληψης, τα ημερομίσθια που πραγματοποιήθηκαν κατά μήνα… β) Δελτία ανεργίας των μισθωτών που προσλήφθηκαν, γ) Φωτοτυπικά αντίγραφα των αναγγελιών πρόσληψης των εργαζομένων… δ) Κατάσταση ασφάλισης προσωπικού ε) Βιβλιάριο αγοράς ενσήμων (επικυρωμένες φωτοτυπίες)… στ) Βεβαίωση ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας …… Περαιτέρω στην παράγραφο 22 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ότι: Σε περίπτωση παράβασης των όρων της απόφασης αυτής, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 29 του Ν. 1262/82 όπως συμπληρώθηκε από τον Ν. 1836/89. Ειδικότερα ο κατά τόπον αρμόδιος, Διευθυντής ΥΝ, ΤΥ ή Προϊστάμενος Γραφείου Εργασίας του Οργανισμού, αφού λάβει υπόψη του τις απόψεις του εργοδότη αποφασίζει τη διακοπή ή μη της επιχορήγησης, και την αναζήτηση του αναλογούντος ποσού της επιχορήγησης, που έχει λάβει από τον ΟΑΕΔ και που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα του συνολικού χρόνου απασχόλησης. Σε περίπτωση που μετά την έκδοση της απόφασης για αναζήτηση του αναλογούντος ποσού ο εργοδότης προσκομίσει δικαιολογητικά από τα οποία θα προκύπτει η τήρηση των όρων του προγράμματος, θα ανακαλείται η αρχικά εκδοθείσα απόφαση ως προς το σημείο που αναφέρεται στην αναζήτηση του αναλογούντος ποσού επιχορήγησης. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Δ/ντή του Γ.Ε., της ΤΥ και της ΥΝ ο εργοδότης έχει δικαίωμα να υποβάλει ένσταση εντός δέκα (10) ημερών από της κοινοποίησής της, επί της οποίας αποφαίνεται με αιτιολογημέvn απόφασή του ο αρμόδιος Περ/κός Δ/ντής. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης επιτρέπεται προσφυγή μόvο μετά από προσκόμιση νεώτερων αποδεικτικών στοιχείων εντός δέκα (10) ημερών από της κοινοποίησής της, επί της οποίας θα επιλαμβάνεται το Δ.Σ. του Οργανισμού μετά από εισήγηση της Δ/νσης Απασχόλησης…». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, μετά την υπαγωγή στο οικείο πρόγραμμα επιχορηγήσεως και την καταβολή της πρώτης δόσεως, η συνέχιση καταβολής της επιχορηγήσεως, η οποία πραγματοποιείται κάθε μήνα, εξαρτάται από την τήρηση του προγράμματος, και ιδίως την πραγματική απασχόληση εργαζομένων στην επιχείρηση του ενδιαφερομένου, η οποία αποδεικνύεται με την υποβολή των λεπτομερώς οριζομένων στην παράγραφο 16 της υπουργικής αποφάσεως δικαιολογητικών. Αλλως, συντρέχει περίπτωση διακοπής της επιχορηγήσεως και αναζητήσεως του αναλογούντος ποσού με πράξη του αρμοδίου οργάνου του ΟΑΕΔ, η οποία υπόκειται στην ενδικοφανή διαδικασία της παραγράφου 22 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως.
  1. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την 3270/26.7.1995 απόφαση του Διευθυντή του Γραφείου Εργασίας Πατρών του ΟΑΕΔ ο αιτών, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση συνεργείου καθαρισμού, υπήχθη στο πρόγραμμα επιχορηγήσεως εργοδοτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 1262/1982 και επιχορηγήθηκε με το ποσό των 11.595.200 δρχ.. Εντούτοις, με την 7438/15.12.1997 απόφαση του ιδίου ως άνω Διευθυντή διεκόπη το πρόγραμμα επιχορηγήσεως και αναζητήθηκε η επιστροφή του αναλογούντος ποσού των 2.898.800 δρχ., με την αιτιολογία ότι «δεν τήρησε το πρόγραμμα». Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών υπέβαλε την 7438/15.12.1998 ένσταση, παραπονούμενος ότι η απόφαση αυτή είναι παντελώς αόριστη και αναιτιολόγητη, καθόσον δεν εκτίθεται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα σε τι συνίσταται η εκ μέρους του μη τήρηση των όρων του προγράμματος, πράγμα το οποίο του αποστέρησε τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του ενώπιον της διοικήσεως. Η ένσταση απορρίφθηκε με την 1398/27.4.1998 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Πατρών του ΟΑΕΔ, κατ’ αποδοχή της σχετικής από 26.1.1998 εισηγήσεως της υπηρεσίας, στην οποία αναφέρονται επί του θέματος τα εξής: «…. γνώριζε τους όρους του προγράμματος (…) και όφειλε να προσκομίσει τα απαραίτητα παραστατικά στοιχεία για να αποδείξει τη σωστή εκτέλεση του προγράμματος. Αλλωστε, ο συγκεκριμένος εργοδότης είχε κάμει χρήση και άλλων όμοιων προγραμμάτων στο παρελθόν και επομένως γνώριζε τη σχετική διαδικασία και τις υποχρεώσεις του έναντι της υπηρεσίας. Πέραν των ανωτέρω, σε επικοινωνία που είχαμε με τον αντίκλητο δικηγόρο του, τον πληροφορήσαμε ότι έπρεπε να μας προσκομίσει αντίγραφα μισθολογίου για τους μήνες Ιούλιο – Σεπτέμβριο 1996, προκειμένου να ελέγξουμε το τρίμηνο δέσμευσης της επιχείρησης. Η ενημέρωση αυτή έγινε την ημέρα κατάθεσης της ένστασης, δηλ. την 15.12.1997 και μέχρι σήμερα δεν έχουν προσκομισθεί αυτές οι καταστάσεις…». Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε την 8530/11.5.1998 προσφυγή, επαναλαμβάνοντας τους προβληθέντες με την 7438/15.12.1998 ένσταση ενώπιον του Περιφερειακού Διευθυντή Πατρών του ΟΑΕΔ ισχυρισμούς. Και η προσφυγή, όμως, αυτή απορρίφθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη 1150/18.5.1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ, με την ίδια αιτιολογία που διαλαμβάνεται στη ρηθείσα απορριπτική 1398/ 27.4.1998 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή.
  1. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 20 παράγραφος 2 ορίζει ότι «2. Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερόμενου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της προηγουμένης ακροάσεως – το οποίο προβλέπεται πλέον και στο άρθρο 6 του μη διέποντος την επίδικη περίπτωση Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας Ν. 2690/1999, Α΄ 45 – αποβλέπει στην παροχή της δυνατότητος στον διοικούμενο, τον οποίον αφορά η δυσμενής διοικητική πράξη να προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ούτως ώστε να επηρεάσει τη λήψη από το όργανο αυτό της σχετικής αποφάσεως ύστερα από διαφορετική εμφάνιση ή εκτίμηση του πραγματικού υλικού, και τούτο, ανεξαρτήτως του αν παρέχεται στον διοικούμενο αυτό η δυνατότητα να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή κατά της διοικητικής πράξεως. Συνεπώς, για το λυσιτελές της προβολής από τον διοικούμενο λόγου ακυρώσεως περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως πριν την έκδοση της δυσμενούς γι’ αυτόν πράξεως απαιτείται και παράλληλη αναφορά και των ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλε ενώπιον της Διοικήσεως αν είχε κληθεί. Εξάλλου, όταν βάσει της συγκεκριμένης ειδικής νομοθεσίας που διέπει την έκδοση της δυσμενούς διοικητικής πράξεως προβλέπονται, πέραν της αρχικής προηγουμένης ακροάσεως, και ένα ή περισσότερα στάδια ενδικοφανούς διαδικασίας ενώπιον ανωτέρων οργάνων η μη τήρηση του προβλεπομένου τύπου της προηγουμένης ακροάσεως κατά την διαδικασία εκδόσεως της αρχικής πράξεως καλύπτεται, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ασκήσει την ή τις ενδικοφανείς προσφυγές και προβάλει τους κρίσιμους, κατ’ αυτόν, ισχυρισμούς που δεν προέβαλε πριν την έκδοση της αρχικής πράξεως. Στην περίπτωση, μάλιστα αυτή, θα πρέπει να θεωρηθεί ως εκτελεστή διοικητική πράξη η τελικώς εκδιδομένη, μετά την άσκηση από τον ενδιαφερόμενο της ή των ενδικοφανών προσφυγών, διότι ως οριστική διοικητική πράξη είναι η τελικώς εκδιδομένη μετά την εξάντληση της ενδικοφανούς διαδικασίας. Κατά την συγκλίνουσα γνώμη του Αντιπροέδρου Ν. Σακελλαρίου και των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Α. Χριστοφορίδου, Φ. Ντζίμα, Β. Καλατζή, Β. Αραβαντινού και Δ. Μακρή: Η παρ. 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος -σε αντίθεση με την παρ. 1 αυτού- αφορά στο δικαίωμα προβολής ισχυρισμών και υποβολής στοιχείων στην Διοίκηση, στην εξουσία της οποίας ανήκει, κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος, η ουσιαστική αξιολόγηση αυτών πριν από «κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο» εις βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του διοικουμένου. Κατά τις ανωτέρω, λοιπόν, διατάξεις, στην ουσιαστική εκτίμηση ισχυρισμών και στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο του δικαιώματος «προηγουμένης» ακροάσεως δεν δύναται να προβεί το πρώτον (όταν, δηλαδή, δεν έχει παρασχεθεί στον διοικούμενο η δυνατότητα προβολής των ενώπιον της Διοικήσεως) ο δικαστής, κατ’ εξοχήν δε ο ακυρωτικός δικαστής η λυσιτέλεια, συνεπώς, και, εντεύθεν, η δυνατότητα εξετάσεως λόγου ακυρώσεως περί παραβάσεως του δικαιώματος ακροάσεως δεν δύναται να συναρτάται με την παράλληλη αναφορά και των ισχυρισμών τους οποίους «θα προέβαλλε» ο αιτών, ως διοικούμενος, ενώπιον της Διοικήσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός ακυρώσεως είναι οπωσδήποτε απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, εφ’ όσον ο αιτών, ως διοικούμενος, ηδύνατο κατά νόμον να ασκήσει εν συνεχεία ενδικοφανή προσφυγή, αφού δι’ αυτής παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως ισχυρισμών και στοιχείων πριν από την έκδοση της, επ’ αυτής εκδιδομένης, τελικής και μόνης εκτελεστής πράξεως, καλυπτομένης, ως εκ τούτου, της μη τηρήσεως του εν λόγω τύπου κατά την έκδοση της αρχικής πράξεως. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη του Συμβούλου Μ. Πικραμένου η προηγούμενη ακρόαση όταν καθιερώνεται δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου πριν από την έκδοση διοικητικής πράξης με δυσμενές περιεχόμενο για τον ενδιαφερόμενο, συνιστά ουσιώδη τύπο της διοικητικής διαδικασίας, η μη τήρηση του οποίου καθιστά μη νόμιμη την εν λόγω πράξη. Ο τύπος αυτός δεν καλύπτεται από την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, η οποία τυχόν προβλέπεται στην ειδική κατά περίπτωση νομοθεσία, διότι σκοπός του κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης, είναι να ακούσει η Διοίκηση τον ενδιαφερόμενο πριν από την έκδοση δυσμενούς εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία φέρει το τεκμήριο νομιμότητος και παράγει έννομες συνέπειες, ανεξαρτήτως αν κατ’ αυτής μπορεί να ασκηθεί διοικητική προσφυγή οποιασδήποτε μορφής. Με την τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου τίθενται ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου οι τυχόν ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία του ενδιαφερομένου, με συνέπεια η τελικώς εκδιδόμενη πράξη να είναι προϊόν εκτίμησης του συνόλου των στοιχείων του φακέλου, τούτο δε αποτυπώνεται στην αιτιολογία της. Ετσι, καθίσταται εν τέλει ευχερέστερος ο ακυρωτικός δικαστικός έλεγχος, που είναι από τη φύση του οριακός, διότι μπορεί, στα πλαίσιά του, να εξετασθεί αν η Διοίκηση συνεκτίμησε τους προβληθέντες ισχυρισμούς και τα προσκομισθέντα στοιχεία από τον ενδιαφερόμενο, ιδίως, μάλιστα, όταν αυτά συνδέονται με τεχνικά ή ουσιαστικά ζητήματα τα οποία ο ακυρωτικός δικαστής δεν έχει την εξουσία να εκτιμήσει πρωτογενώς.
  1. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, προεβλήθη με την κρινόμενη αίτηση ως λόγος ότι ο Διευθυντής του Γραφείου Εργασίας Πατρών του ΟΑΕΔ διέταξε την διακοπή της επιχορήγησης του προγράμματος στο οποίο είχε υπαχθεί ο αιτών, χωρίς να τον καλέσει προηγουμένως να εκθέσει τις απόψεις του, όπως προέβλεπε η παράγραφος 22 της υπουργικής αποφάσεως 33436/1995, κατά παράβαση και της διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός είναι κατά την κρατήσασα γνώμη απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο αιτών ήσκησε τις προβλεπόμενες από την υπουργική απόφαση ενδικοφανείς προσφυγές ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του ΟΑΕΔ, χωρίς να επικαλεσθεί οποιαδήποτε βλάβη από το γεγονός της μη κλήσεώς του ενώπιον του οργάνου που εξέδωσε την αρχική πράξη – γεγονός άλλωστε που θα θεράπευε την πλημμέλεια της μη κλήσεως ενώπιον του οργάνου αυτού – αρκούμενος απλώς στην προβολή του ισχυρισμού περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Αλλά, και κατά την συγκλίνουσα γνώμη, όπως αναπτύσσεται στην προηγούμενη σκέψη ο λόγος αυτός είναι επίσης απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.
  1. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω από τον αιτούντα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 1150/18.5.1999 του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. που απέρριψε την προσφυγή του κατά της 1398/27.4.1999 αποφάσεως του Περιφερειακού Διευθυντή Πατρών του Ο.Α.Ε.Δ. είναι παντελώς αναιτιολόγητη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. είναι αιτιολογημένη, εφόσον ρητώς αναφέρεται σε αυτήν ως λόγος διακοπής της επιχορηγήσεως του αιτούντος η μη προσκόμιση των απαραίτητων παραστατικών στοιχείων για την απόδειξη της ορθής εκτελέσεως του προγράμματος και συγκεκριμένα των αντιγράφων μισθολογίων για τους μήνες Ιούλιο – Σεπτέμβριο 1996.
  1. Επειδή, τέλος, αβασίμως προβάλλεται από τον αιτούντα και ο λόγος περί παραβάσεως του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος επειδή δεν εκλήθη ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. κατά την εξέταση της προσφυγής του, διότι από τη συνταγματική αυτή διάταξη δεν απορρέει υποχρέωση κλήσεως του ενδιαφερομένου να παραστεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου που αποφαίνεται επί της ενδικοφανούς προσφυγής του.

 Διά ταύτα

 Επιλύει το παραπεμφθέν ζήτημα

 Κρατεί την υπόθεση και την επιλύει οριστικώς και απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου

 Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη και των τριών σχηματισμών που ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ

 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012

 Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος                                                    Η Γραμματέας

 Σωτ. Αλ. Ρίζος                                                                         Μ. Παπασαράντη

 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2012.

 Ο Πρόεδρος                                                                              Η Γραμματέας

 Κ. Μενουδάκος                                                                        Μ. Παπασαράντη