322/2013 ΣΤΕ (ΑΝΑΣΤ)

Διοικητική δικονομία. Αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης, λόγω άσκησης ανακοπής, πράξεως Προϊσταμένου ΔΟΥ, με την οποία βεβαιώθηκαν ταμειακώς ποσά ως προσαυξήσεις του αρ.6 ΚΕΔΕ εις βάρος του αιτούντος, δικηγόρου. Αρμοδίως επιλαμβάνεται η Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ, αν και η εξέταση των κρινόμενων αιτήσεων αναστολής ανήκει, καταρχήν, στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μον. Δ. Πρωτ. Αθ.

Έννοια διατάξεων του ΚΔΔ σχετικών με την άσκηση ανακοπής και την άσκηση αίτησης αναστολής εκτέλεσης πράξεων που εκδίδονται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης.

Η οικονομική ζημία, την οποία ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ο αιτών δεν είναι  ικανή να προκαλέσει σ’ αυτόν οικονομικό κλονισμό. Οι ισχυρισμοί αυτού περί βλάβης, συνισταμένης στην στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας, παρίστανται απορριπτέοι, προεχόντως διότι, η συνέπεια αυτή δεν απορρέει από την πράξη κατά της οποίας στρέφεται η κρινόμενη αίτηση.

H ηθική βλάβη, την οποία επικαλείται ο αιτών, είναι πλήρως επανορθώσιμη.

Οι λόγοι ανακοπής που προβάλλει ο αιτών, περί παραβίασης των διατάξεων του αρ.6 του ΚΕΔΕ στα αρ.2§1, 20§1, 25§1, 26, 95 και 96 του Συντ. και 6 της ΕΣΔΑ, δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι. Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις και απορρίπτει αυτές.

Σχετικές οι :

  • 116/2014 ΔΕΦ ΑΘ (ΣΥΜΒ)

Αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου  που απέρριψε προσφυγή της αιτούσας κατά της οριστικής πράξης προσδιορισμού Φ.Π.Α., που είχε εκδοθεί σε βάρος της από τον Προϊστάμενο της  Δ.Ο.Υ. και είχε καταλογισθεί, κατόπιν εξωλογιστικού προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης, χρεωστικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. και προσαύξηση λόγω υποβολής ανακριβούς δήλωσης.

Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η προσφυγή αποτελεί νόμιμο τίτλο είσπραξης ολόκληρου του φόρου. Σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η ρύθμιση του άρθ. 209Α ΚΔΔ ότι στις φορολογικές διαφορές λόγος αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, είναι μόνο η πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου,  δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες υπάρχει ήδη δικαστική κρίση για το κύριο αντικείμενο της διαφοράς και συνεπώς επιτρέπει τον περιορισμό της προσωρινής δικαστικής προστασίας σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, ενόψει του σκοπού της εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη.

Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναστολής.

Λόγοι εφέσεως είναι οι κάτωθι: 1)  παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου, 2) μη νόμιμη έκδοση της οριστικής πράξης προσδιορισμού Φ.Π.Α. από τη φορολογική αρχή, αφού δεν υπήρχε αμετάκλητη απόφαση επί της προσφυγής κατά της απόφασης επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. για τη σχετική παράβαση (λήψη εικονικών στοιχείων), 3) δεν της κοινοποιήθηκε αυτοτελή έκθεση ελέγχου προσδιορισμού του Φ.Π.Α., 4) η σχετική έκθεση ελέγχου Φ.Π.Α. έχει ελλείψεις, 5) δεν αναφέρονται στην οικεία έκθεση ελέγχου ή στην πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. οι διατάξεις με τις οποίες υπολογίζεται ο οφειλόμενος Φ.Π.Α. και ο πρόσθετος φόρος, 6) δεν συντάχθηκε έκθεση κατάσχεσης των στοιχείων της, 7) δεν προσκλήθηκε νομίμως από τη φορολογική αρχή για την προσκόμιση των βιβλίων και στοιχείων της, 8) η καταλογιστική πράξη είναι άκυρη, γιατί υπογράφεται από τον υποδιευθυντή ελέγχου χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. και 9) για τον υπολογισμό του πρόσθετου φόρου που  επιβλήθηκε (300 % του οφειλόμενου φόρου) δεν έγινε εφαρμογή των επιεικέστερων διατάξεων του άρθρου 2 παρ.4 του ν.2523/1997 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3943/2011 που ορίζουν ότι τα ποσοστά των πρόσθετων φόρων δεν μπορούν να υπερβούν το 120 % του οφειλόμενου φόρου.

Επίσης ότι μη νόμιμα απορρίφθηκαν τα βιβλία της ως ανακριβή, γιατί δεν προηγήθηκε κρίση της τριμελής επιτροπής του άρθρου 109 του ν.1892/1990, ότι η εκκαλούμενη για να απορρίψει τα βιβλία της ως ανακριβή, προέβη σε μεταβολή της νομικής βάσης της παράβασης από μη επίδειξη των βιβλίων της σε μη τήρησή τους. Τέλος ότι για την έκδοση της καταλογιστικής πράξης δεν τηρήθηκε από τη φορολογική αρχή η διαδικασία της προηγούμενης ακρόασης.

Οι δε  διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας που επιτρέπουν εξωλογιστικό προσδιορισμό Φ.Π.Α. με επίκληση διατάξεων και εφαρμογή αποτελεσμάτων  της φορολογίας εισοδήματος και του Κ.Β.Σ. είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Κρίθηκε ότι οι άνω λόγοι έφεσης δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι, γιατί απαιτούν έρευνα της νομικής και πραγματικής βάσης της  πράξης προσδιορισμού Φ.Π.Α. Επιπλέον αιτείται την αναβολή της έκδοσης απόφασης καθόσον εκκρεμεί η δίκη πρί εικονικότητας των στοιχείων. Απορρίπτει λόγο έφεσης ότι η επιβολή 2% του αντικειμένου της διαφοράς ως παράβολο για την έφεση αντίκειται στο Σύνταγμα (αρθ. 20Σ) και την ΕΣΔΑ.  Και αυτοί οι λόγοι είναι προδήλως αβάσιμοι καθώς δεν αφορούν νομικό ή πραγματικό σφάλμα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Απορρίπτει αίτηση.

Ομοιες οι υπ΄αριθ. 117/2014, 118/2014 αποφάσεις ΔΕφΑθ (Συμβ).

  • 119/2014 ΔΕΦ ΑΘ (ΣΥΜΒ)

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου  που απέρριψε προσφυγή  κατά της  πράξης επιβολής ειδικού προστίμου Φ.Π.Α.

Η άνω πράξη  είχε εκδοθεί σε βάρος της αιτούσας από τον Προϊστάμενο της  Δ.Ο.Υ. και είχε επιβληθεί πρόστιμο γιατί μη νόμιμα διενήργησε έκπτωση φόρου εισροών ως λήπτης  δύο εικονικών φορολογικών στοιχείων.

Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η προσφυγή αποτελεί νόμιμο τίτλο είσπραξης ολόκληρου του φόρου. Σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η ρύθμιση του  άρθ. 209Α ΚΔΔ ότι στις φορολογικές διαφορές λόγος αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, είναι μόνο η πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου.

Η ρύθμιση  αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες υπάρχει ήδη δικαστική κρίση για το κύριο αντικείμενο της διαφοράς και συνεπώς επιτρέπει τον περιορισμό της προσωρινής δικαστικής προστασίας σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, ενόψει του σκοπού της εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναστολής.

Λόγοι εφέσεως είναι οι κάτωθι: 1)  παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου, 2) δεν συντάχθηκε έκθεση κατάσχεσης των στοιχείων, 3) η   πράξη επιβολής ειδικού προστίμου Φ.Π.Α. στηρίζεται στην απόφαση επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. που έχει ακυρωθεί τελεσίδικα, 4) για την έκδοση της καταλογιστικής πράξης δεν τηρήθηκε από τη φορολογική αρχή η διαδικασία της προηγούμενης ακρόασης και 5) η καταλογιστική πράξη είναι άκυρη, γιατί υπογράφεται από τον υποδιευθυντή ελέγχου χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.. 6) ότι η εκκαλούμενη, προέβη σε μεταβολή της νομικής βάσης της παράβασης από μη επίδειξη των βιβλίων της σε μη τήρησή τους, 7) δεν της κοινοποιήθηκε αυτοτελή έκθεση ελέγχου προσδιορισμού του Φ.Π.Α., 8) η σχετική έκθεση ελέγχου Φ.Π.Α. έχει ελλείψεις, 9) δεν αναφέρονται στην οικεία έκθεση ελέγχου ή στην πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. οι διατάξεις με τις οποίες υπολογίζεται ο οφειλόμενος Φ.Π.Α. και ο πρόσθετος φόρος, 10) δεν προσκλήθηκε νομίμως από τη φορολογική αρχή για την προσκόμιση των βιβλίων και στοιχείων της, 11) κατά παράβαση των άρθρων 11 και 27 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, οι φορολογητέες και υπαγόμενες σε συντελεστή 18% εκροές της υπολογίστηκαν εξωλογιστικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 του ν. 2238/1994 και 30 παρ.4 του π.δ. 186/1992,   12) η καταλογιστική πράξη Φ.Π.Α. είναι άκυρη, γιατί δεν υπογράφεται από τον επόπτη ελέγχου και 13) για τον υπολογισμό του πρόσθετου φόρου που της επιβλήθηκε (300 % του οφειλόμενου φόρου) δεν έγινε εφαρμογή των επιεικέστερων διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 2523/1997 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3943/2011 που ορίζουν ότι τα ποσοστά των πρόσθετων φόρων δεν μπορούν να υπερβούν το 120% του οφειλόμενου φόρου.

Κρίθηκε ότι οι άνω λόγοι έφεσης δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι, γιατί απαιτούν έρευνα της νομικής και πραγματικής βάσης της προσβαλλόμενης πράξης. Επιπλέον αιτείται την αναβολή της έκδοσης απόφασης καθόσον εκκρεμεί η δίκη πρί εικονικότητας των στοιχείων.

Απορρίπτει λόγο έφεσης ότι η επιβολή 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ως παράβολο για την έφεση αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθ. 20Σ ) και την ΕΣΔΑ.  Και αυτοί οι λόγοι είναι προδήλως αβάσιμοι καθώς   δεν αφορούν νομικό ή πραγματικό σφάλμα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Απορρίπτει αίτηση.

Αριθμός 322/2013

 Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει) .

 Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Μ. Καραμανώφ, Δ. Σκαλτσούνης, Σύμβουλοι. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος η Μ. Παπασαράντη.

Α. Για να αποφασίσει σχετικά με την από 21η Φεβρουαρίου 2012 (ΕΔ 164/2012) αίτηση:   του . ……., κατοίκου …………….. Αττικής (……. ..-..), ο οποίος παρέστη ….,  κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση της από 1.2.2012 πράξεως του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Δ΄Αθηνών, ταμειακής βεβαιώσεως (χρηματικού καταλόγου Α) και κάθε άλλης σχετικής πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως.

 Β. Για να αποφασίσει σχετικά με την από 21η Φεβρουαρίου 2012 (ΕΔ 163/2012) αίτηση:   του . …………, κατοίκου ………. Αττικής (. …..), ο οποίος παρέστη με …….,   κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος δεν παρέστη.

 Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση της από 1.2.2012 πράξεως του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Δ΄Αθηνών, ταμειακής βεβαιώσεως (χρηματικού καταλόγου Β) και κάθε άλλης σχετικής πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως.

  Γ. Για να αποφασίσει σχετικά με την από 21η Φεβρουαρίου 2012 (ΕΔ 163/2012) αίτηση:  του . …. του ………., κατοίκου …… Αττικής (.. …..), ο οποίος παρέστη με ….,  κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος δεν παρέστη.

 Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση της από 1.2.2012 πράξεως του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Δ΄Αθηνών, ταμειακής βεβαιώσεως (χρηματικού καταλόγου Γ) και κάθε άλλης σχετικής πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως.

Οι πιο πάνω αιτήσεις συζητούνται στην Επιτροπή Αναστολών της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της από 22 Μαρτίου 2012 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010.

Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε την εισηγήτρια, Σύμβουλο Μ. Καραμανώφ.

                                   Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

                                              Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

  1. Επειδή, με τις υπό κρίση αιτήσεις, για την άσκηση των οποίων κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1231730, 1231731, 1231734/2012 ειδικά γραμμάτια παραβόλου) και οι οποίες είναι συνεκδικαστέες λόγω συνάφειας (ΕΑ 268/2011), ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της από 01.02.2012 πράξεως του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Δ΄ Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκαν – κατά τον αιτούντα – ταμειακώς τα ποσά των 2.388,78, 241,84 και 579,04 ευρώ, ως προσαυξήσεις του άρθρου 6 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ, ν.δ. 356/1974, Α΄90), λόγω μη καταβολής ποσών ύψους 238.877, 66, 24.184,21 και 57.904,07 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν στο ήμισυ φόρων εισοδήματος και προσθέτων φόρων των οικονομικών ετών 2008, 2009 και 2010, αντιστοίχως, που είχαν επιβληθεί με το υπ’ αριθμ. 7/10.10.2011 φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του ανωτέρω Προϊσταμένου.
  2. Επειδή, ειδικότερα, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: ο αιτών, ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, με έδρα επαγγελματικής εγκατάστασης επί της οδού …………., αριθμός .., στην Αθήνα. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στα βιβλία και στοιχεία του για τις διαχειριστικές περιόδους 01.01.2007 έως 31.12.2007, 01.01.2008 έως 31.12.2008 και 01.01.2009 έως 31.12.2009, διαπιστώθηκε, με την από 30.09.2011 έκθεση τακτικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του 1ου Ειδικού Συνεργείου Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ότι, αφενός, δεν είχε υποβάλει δήλωση μεταβολής μετάταξης στην αρμόδια ΔΟΥ, προκειμένου να δηλώσει την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, συνισταμένη σε πώληση ακινήτων που περιήλθαν σε αυτόν λόγω αντιπαροχής με σκοπό το κέρδος και, αφετέρου, δεν είχε καταχωρήσει στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία (Β΄κατηγορίας) έσοδα από πωλήσεις ακινήτων που πραγματοποιήθηκαν και κατά τις τρείς αυτές διαχειριστικές περιόδους. Κατόπιν των ανωτέρω πορισμάτων του έλεγχου, τα βιβλία και στοιχεία του αιτούντος κρίθηκαν ανακριβή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 4 περ. β΄και γ΄του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992, Α΄84), τα δε καθαρά του κέρδη από τη δραστηριότητα της ανάπτυξης και πώλησης ακινήτων διαμορφώθηκαν στο ποσό των 75.789,31 ευρώ δυνάμει λογιστικού προσδιορισμού τους, δοθέντος ότι το ποσό που προέκυψε βάσει του προσδιορισμού αυτού ήταν μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του εξωλογιστικού. Ακολούθως, εκδόθηκε το ως άνω υπ’ αριθμ. 7/10.10.2011 φύλλο ελέγχου, με το οποίο καταλογίστηκαν εις βάρος του αιτούντος διαφορές κυρίου φόρου για τις ως άνω διαχειριστικές περιόδους ποσών 254.125,15, 29.492,93 και 82.719,10 ευρώ, αντιστοίχως, καθώς και πρόσθετοι φόροι υψους 223.630,15 18.875,48 και 33.088,04 ευρώ, αντιστοίχως. Η είσπραξη του ημίσεως κάθε μίας από τις οφειλές ανεστάλη εκ του νόμου (άρθρο 74 παρ. 6 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως αντικαταστάθηκε με το εδ. α΄της παρ. 7 του άρθρου 21 του ν. 3943/2011, Α΄66/31.03.2011), το δε υπόλοιπο 50% κάθε οφειλής βεβαιώθηκε ταμειακώς με την υπ’ αριθμ. 6914/07.12.2011 πράξη του Προϊστάμενου της ΔΟΥ Δ΄ Αθηνών. Κατά της καταλογιστικής του φόρου πράξεως ο αιτών άσκησε τρείς προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μια για κάθε οικονομικό έτος, καθώς και ισάριθμες αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης του αμέσως βεβαιωθέντος, λόγω της ασκήσεως των προσφυγών, ποσοστού 50% των καταλογισθέντων φόρων, επικαλούμενος, αφενός, πρόδηλη βασιμότητα των κυρίων ενδίκων βοηθημάτων και, αφετέρου, ανεπανόρθωτη υλική και ηθική του βλάβη, συνιστάμενες στην απώλεια των ακινήτων του και στην τρώση της φήμης του ως καλού οικογενειάρχη, αντιστοίχως. Για τη θεμελίωση του ανεπανόρθωτου χαρακτήρα της οικονομικής του ζημίας ισχυρίστηκε, ειδικότερα, ότι το εισόδημα του, το οποίο κατά τα οικονομικά έτη 2008, 2009, και 2010 ανήλθε κατά μέσο όρο σε 66.297 ευρώ, έχει μειωθεί ουσιωδώς εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και δεν επαρκεί πλέον για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και, συγκεκριμένα, στην καταβολή του ενοικίου του γραφείου του (450) ευρώ, στην αποπληρωμή των δύο δανείων, συνολικού ύψους 500.000 ευρώ, από την Τράπεζα «. ……………………..» για την αγορά οικοπέδου στο Διόνυσο και την οικοδόμησή του, για τα οποία καταβάλλει 2.800 ευρώ μηνιαίως, καθώς και στην συντήρηση της οικογένειάς του (συζύγου και τέκνου), με αποτέλεσμα να είναι αναγκασμένος, προκειμένου να εξοφλήσει την οφειλή του προς το Δημόσιο, να προβεί στην εκποίηση μέρους της ακίνητης περιουσίας του, της οποίας η ανάκτηση θα είναι ανέφικτη ή ιδιαίτερα δυσχερής σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής του. Με τις 15/2012, 16/2012 και 17/2012 αποφάσεις της, η Επιτροπή Αναστολών του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απέρριψε τον ισχυρισμό περί πρόδηλης βασιμότητας των προσφυγών ως αβάσιμο, με τη σκέψη ότι ο προβαλλόμενος λόγος προσφυγής περί αξιοποιήσεως, απλώς, της περιουσίας του, χωρίς την πρόθεση επίτευξης κέρδους προϋποθέτει ενδελεχή έρευνα και εκτίμηση στοιχείων, η οποία ανήκει στην κρίση του δικαστηρίου της κυρίας δίκης και δεν δύναται να χωρήσει στο πλαίσιο της, επείγοντος χαρακτήρα, διαδικασίας αναστολής εκτέλεσης. Περαιτέρω, τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης υλικής και ηθικής βλάβης η Επιτροπή Αναστολών του ίδιου δικαστηρίου επίσης απέρριψε με τη σκέψη ότι, εφόσον πρόκειται για φορολογική διαφορά, ως παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας νοείται μόνον η απαγόρευση λήψεως ενός ή περισσοτέρων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της απαίτησης του Δημοσίου, και δεν επιτρέπεται η χορήγηση αναστολής εκτελέσεως αυτής της ίδιας της πράξεως του φορολογικού οργάνου με την οποία καταλογίστηκε ο φόρος, ο δε αιτών δεν ισχυρίστηκε ότι θα υποστεί συγκεκριμένη βλάβη, και μάλιστα ανεπανόρθωτη, από τη λήψη κάποιου μέτρου αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τον ΚΕΔΕ ή άλλου διοικητικού μέτρου. Μετά ταύτα, και ενόψει του ότι τα ποσά των ταμειακώς βεβαιωθεισών οφειλών, τα οποία αντιστοιχούν στο 50% του φόρου εισοδήματος και πρόσθετων φόρων που είχαν επιβληθεί σε βάρος του αιτούντος για τα οικονομικά έτη 2008, 2009 και 2010, δεδομένου ότι ως προς το υπόλοιπο 50% η εκτέλεση της σχετικής πράξης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ είχε ανασταλεί εκ του νόμου λόγω της άσκησης κατ’ αυτής προσφυγής από τον αιτούντα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, κατέστησαν ληξηπρόθεσμα την 31.1.2012, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, με την από 1.2.2012 πράξη του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Δ΄ Αθηνών επιβλήθηκαν προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής ύψους 2.388,78 ευρώ (238.878 Χ 1%), 241,84 ευρώ (24.184 χ 1%) και 579,04 ευρώ (57.904 Χ 1%), αντιστοίχως, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΚΕΔΕ. Κατόπιν των ανωτέρω, ο αιτών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών τις υπ’ αριθμ. 4344-6/2012 ανακοπές κατά της ως άνω πράξης. Ήδη, με τις κρινόμενες αιτήσεις, ζητεί την αναστολή εκτέλεσης της πράξεως αυτής.
  1. Επειδή, η εξέταση των κρινομένων αιτήσεων αναστολής, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως πράξεως εκδοθείσας στο πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης, ανήκει, καταρχήν, στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 218 παρ. 1 (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν από την αντικατάστασή του με τα άρθρα 47 παρ. 2 και 113 του ν. 4055/2012, Α΄51) και 201 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄97). Ωστόσο, αρμοδίως επιλαμβάνεται η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3900/2010 (Α΄213), μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. ΠΑ 14/2012 Πράξεως της Επιτροπής του εν λόγω άρθρου, με την οποία έγινε δεκτή η από 12.03.2012 αίτηση του αιτούντος για την εισαγωγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας των ανωτέρω αιτήσεων αναστολής και των αντίστοιχων ανακοπών κατά της ταμειακής βεβαίωσης προστίμων εκπροθέσμου καταβολής βεβαιωθέντων ποσών φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Δ΄ Αθηνών, ενόψει του γενικότερου ενδιαφέροντος του ζητήματος, αν κατά τη συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 202 παρ. 2 και 228 ΚΔΔ, θέματα, που εξετάσθηκαν κατά το στάδιο της αναστολής εκτέλεσης κατά του νόμιμου τίτλου, μπορεί να επανεξετάζονται και κατά το στάδιο της αιτήσεως αναστολής κατά των πράξεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης.
  1. Επειδή, στο άρθρο 216 του ΚΔΔ, που εντάσσεται στον Πρώτο Τίτλο του Πρώτου Κεφαλαίου του Δεύτερου μέρους του Κώδικα, ορίζεται ότι «Στις, υπό τον ΠΡΩΤΟ ΤΙΤΛΟ, ρυθμίσεις του ΤΜΗΜΑΤΟΣ τούτο υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται κατά τη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), είσπραξη των δημόσιων εσόδων, εκτός αν τα έσοδα αυτά αναφέρονται σε απαιτήσεις ιδιωτικού δικαίου.», στο άρθρο 217 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προβλέπεται ότι «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης.», στο άρθρο 218 παρ. 1, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ότι «Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το άρθρο 216 διαφορών είναι, στον πρώτο βαθμό, το μονομελές πρωτοδικείο, ενώ στο δεύτερο βαθμό το τριμελές εφετείο» και στο άρθρο 228, όπως η παράγραφος 1 αυτού ισχύει μετά την αντικατάστασή του το άρθρο 67 παρ. 2 του ν. 3900/2010, ότι «1. Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, εξαιρουμένης της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 217, κατά την οποία η πράξη αναστέλλεται μέχρι να τελεσιδικήσει η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Στις περιπτώσεις α’, β’ και δ’ του άρθρου 217 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. 2. Καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για την εκδίκαση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου, είναι το κατά το άρθρο 218 του δικαστήριο, εφόσον σε αυτό εκρεμμεί η ανακοπή, το οποίο και εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.». Περαιτέρω, στο άρθρο 202 ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4051/2012 (Α΄40 29.2.2012) ορίζεται ότι «Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2 Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός η περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι η βλάβη, την οποία επικαλείται, προέρχεται από τα μέτρα αυτά. 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμα και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη, β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. γ) Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 203 έχει ουσιώδεις παραλείψεις ή ανακρίβειες. 4. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη πράξη έχει ήδη εκτελεσθεί.» Περαιτέρω, στο άρθρο 203 του ιδίου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3659/2008 και με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 4051/2012 προβλέπεται ότι «1. Η αίτηση αναστολής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να αναφέρει συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν την αναστολή. 2. Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή, και πρέπει να συνοδεύεται από τρία (3) απλά αντίγραφα. Στις φορολογικές εν γένει διαφορές, μαζί με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλεται και επικυρωμένο αντίγραφο της προσφυγής. Στις διαφορές του προηγούμενου εδαφίου η αίτηση αναστολής περιλαμβάνει, με ποινή το απαράδεκτο της ασκήσεως της, κατάσταση, στην οποία ο αιτών δηλώνει α) το παγκόσμιο εισόδημα του από κάθε πηγή και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή. Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων … 3. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση, με πράξη του πάνω σε αυτήν, ορίζει το τμήμα το οποίο θα προβεί στην εκδίκασή της. Με την ίδια πράξη διατάζει τον αιτούντα να επιδώσει προς τη Διοίκηση και τον τρίτο, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση κατά τη δίκη της αντίστοιχης προσφυγής, αντίγραφα της αίτησης αναστολής και της προσφυγής με την πράξη ορισμού δικασίμου. Η τελευταία υποχρεούται να αποστείλει στο δικαστήριο αντίγραφο της πράξης, της οποίας ζητείται η αναστολή εκτέλεσης, καθώς και το σχετικό φάκελο με τις απόψεις της. Προς τούτο, με την ίδια πράξη, τάσσεται σ αυτήν προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε (5) ημερών. 4. Τους δικαστές ή το δικαστή που θα προβούν στην εκδίκαση της αίτησης ορίζει ο πρόεδρος του τμήματος. … 6. Δεύτερη αίτηση κατά της ίδιας πράξης είναι απαράδεκτη, εκτός αν ο αιτών έχει ήδη υποβάλει παραίτηση από την πρώτη.», στο άρθρο 205 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του ν. 3659/2008 και με το άρθρο 36 του ν. 3900/2010, ότι «Αν γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή η αίτηση, διατάσσεται η ολική ή μερική αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την αντίστοιχη προσφυγή πράξης. Εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διαταχθεί και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς δέσμευση από τις προτάσεις των διαδίκων. 2. Η αναστολή, αν στη σχετική απόφαση δεν ορίζεται διαφορετικά, ισχύει ως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης για την προσφυγή. 3. Με την απόφαση, με την οποία διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης ή άλλο κατάλληλο μέτρο, το Δικαστήριο, ακόμη και χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα, λαμβάνει και κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, όπως: α) την κατάθεση στο καθ’ ου η αίτηση, μέσα σε τακτή προθεσμία, εγγυητικής επιστολής αναγνωρισμένης τράπεζας για ποσό που καθορίζεται με την απόφαση αυτή ή β) την εγγραφή από το καθ’ ου προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του αιτούντος, για ποσό που καθορίζεται με την ίδια απόφαση ή γ) την τήρηση οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου όρου ήθελε κρίνει αναγκαίο το ίδιο για την προστασία των συμφερόντων του καθ’ ου από την αναστολή. 4. … 5. Οι αποφάσεις που εκδίδονται για την αίτηση αναστολής μπορούν να ανακληθούν, εν όλω ή εν μέρει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, αν η αίτηση ανάκλησης στηρίζεται σε νέα στοιχεία. Κατά την εκδίκαση της αίτησης αυτής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 200 έως και 205» και στο άρθρο 224 ότι «1. … 2. …3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγουμένων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως». Τέλος, στο άρθρο 5 του ΚΕΔΕ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 1 του Ν. 1591/1986 (Α’ 50) ορίζονται τα εξής: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια στα ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2. …», στο δε άρθρο 6 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 1882/1990 (Α’ 43), ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Το ποσοστό της προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής ορίζεται σε 1% για κάθε μήνα καθυστέρησης και η προσαύξηση δεν μπορεί να υπερβεί το 100% του οφειλόμενου κάθε φορά χρέους…».
  1. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, στις φορολογικές, τελωνειακές και λοιπές διαφορές με χρηματικό αντικείμενο, η άσκηση αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης της καταλογιστικής πράξεως, που συνιστά το νόμιμο τίτλο είσπραξης της απαιτήσεως του επισπεύδοντος την εκτέλεση, εξακολουθεί, και μετά την εισαγωγή των ρυθμίσεων του άρθρου 34 του ν. 3900/2010, να μην κωλύει την άσκηση αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης των επιμέρους πράξεων που εκδίδονται στο στάδιο της διοικητικής εκτέλεσης και προσβάλλονται με ανακοπή. Με την αίτηση αυτή ο ανακόπτων δύναται, σε κάθε περίπτωση, να προβάλει ως λόγο αναστολής, την πρόδηλη βασιμότητα της ασκηθείσας ανακοπής, η αποδοχή δε του λόγου αυτού έχει ως συνέπεια να αναστέλλεται η εκτέλεση της πράξης, κατά της οποίας στρέφεται η ανακοπή. Με την αίτηση αναστολής κατά πράξης διοικητικής εκτέλεσης, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η επίκληση ως λόγου αναστολής της πρόδηλης βασιμότητας της ασκηθείσας κατά του νομίμου τίτλου προσφυγής, είτε ο λόγος αυτός προβάλλεται το πρώτον είτε είχε προβληθεί και με αίτηση αναστολής κατά του νομίμου τίτλου, δεδομένου ότι η εξέταση του λόγου αυτού αναστολής προϋποθέτει παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της πράξης που αποτελεί το νόμιμο τίτλο και, ως εκ τούτου, έρχεται σε αντίθεση προς το ως άνω άρθρο 224 ΚΔΔ, κατά το οποίο απαγορεύεται ο παρεμπίπτων αυτός έλεγχος. Εξάλλου, ανεπανόρθωτη βλάβη δύναται, κατ’ αρχήν, ο οφειλέτης να επικαλεσθεί τόσο με την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του νομίμου τίτλου όσο και με τις αυτοτελείς αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης των κατ’ ιδίαν πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν, όμως, έχει προβάλει συγκεκριμένη βλάβη κατά του νομίμου τίτλου μπορεί να την επικαλεσθεί εκ νέου κατά της πράξης αναγκαστικής εκτελέσεως, μόνον αν έχουν μεταβληθεί τα δεδομένα, επί των οποίων στηρίχθηκε η απόρριψη τυχόν αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πράξεως του προηγούμενου σταδίου, ή αν η πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως προκαλεί αυτοτελώς ιδιαίτερη βλάβη στον αιτούντα.
  1. Επειδή, ο αιτών ισχυρίζεται, ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης ταμειακής βεβαίωσης των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής, συνεπάγεται ανεπανόρθωτη βλάβη, καθόσον θα υποχρεωθεί στην καταβολή όχι μόνο της κύριας οφειλής αλλά και του ποσού των 3.209, 66 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις προσαυξήσεις και των τριών οικονομικών ετών και το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, είναι «τεράστιο» σε σχέση με τα εισοδήματά του. Ειδικότερα, ο αιτών ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος της Δ’ ΔΟΥ Αθηνών των οικονομικών ετών 2008, 2009, 2010 και 2011, προκύπτει ότι το μέσο ετήσιο εισόδημά του κατά τα έτη αυτά ανερχόταν στο ποσό των 66.297, 43 ευρώ. Λόγω της επιβαρυμένης καταστάσεως της υγείας του (εξαιτίας επέμβασης, στην οποία είχε υποβληθεί κατά το έτος 2000, καθόσον είχε υποστεί ρήξη ανευρύσματος στον εγκέφαλο, αλλά και της χειρουργικής αφαιρέσεως μέρους του οισοφάγου και του στομάχου του, συνεπεία αδενοκαρκινώματος της γαστροοισοφαγικής συμβολής) και της συναφούς αδυναμίας ασκήσεως των καθηκόντων του, παραιτήθηκε από την ιδιότητα του δικηγόρου με το υπ’ αριθμ. 15.02.2012 έγγραφό του προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ), με συνέπεια να μην προσπορίζεται πλέον εισόδημα από την άσκηση του συγκεκριμένου ελεύθερου επαγγέλματος. Η δε σύνταξή του, της οποίας δεν έχει ακόμη αρχίσει η καταβολή, αναμένεται να ανέλθει στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, υποχρεούται να καταβάλει στην Τράπεζα «. …………………» το ποσό των 2.800 ευρώ, μηνιαίως, για την αποπληρωμή δανείου για την αγορά οικοπέδου στο ……….. Αττικής και την ανέγερση επ’ αυτού οικοδομής, (η οποία έχει παραμείνει ημιτελής), ενώ βαρύνεται με την συντήρηση τόσο της συζύγου του όσο και του υιού του, οι οποίοι δεν εργάζονται. Εξάλλου, προβάλλει ότι είναι μεν ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας, πλην στα περισσότερα από τα ακίνητα που αναφέρει στην αίτησή του, η κυριότητά του δεν είναι πλήρης. Πλην όμως, η οικονομική ζημία, την οποία ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ο αιτών δεν είναι, κατά την κρίση της Επιτροπής, ικανή να προκαλέσει σ’ αυτόν οικονομικό κλονισμό (Ε.Α. 496/2011), η οποία θα επέβαλε τη χορήγηση της επιδιωκόμενης αναστολής, δεδομένου ότι από την περιουσιακή του κατάσταση, όπως ο ίδιος περιγράφει, δεν συνάγεται αδυναμία να καταβάλει τα ποσά των προσαυξήσεων, τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη πράξη, χωρίς παράλληλα να στερηθεί των μέσων βιοπορισμού του, ενόψει και του ύψους των προσαυξήσεων αυτών που μνημονεύονται στις προηγούμενες σκέψεις, ενώ ο ισχυρισμός ότι συντηρεί τη σύζυγο και το τέκνο του προβάλλεται αναποδείκτως (Ε.Α. ΣτΕ 496/2011). Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος αναστολής είναι απορρριπτέος. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτού περί βλάβης, συνισταμένης στην στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας, παρίστανται απορριπτέοι, προεχόντως διότι η συνέπεια αυτή δεν απορρέει από την πράξη, κατά της οποίας στρέφεται η κρινόμενη αίτηση (πρβλ. Ε.Α. ΣτΕ 128/2012, 1135/2009, 920/2009 κ.ά.). Τέλος, η ηθική βλάβη την οποία επικαλείται ο αιτών, ισχυριζόμενος ότι από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης πλήττεται ανεπανόρθωτα το καλό του όνομα ως οικογενειάρχη και το κύρος του στο κοινωνικό περιβάλλον, δεν δικαιολογεί, πάντως, τη χορήγηση της επιδιωκόμενης αναστολής αφού, άλλωστε, η βλάβη αυτή θα επανορθωθεί σε περίπτωση ευδοκιμήσεως του κυρίου ενδίκου βοηθήματος (Ε.Α. ΣτΕ 172/2012, 120/2010, 1227/2008 κ.ά.).
  1. Επειδή, τέλος, ο αιτών υποστηρίζει ότι η ανακοπή, την οποία άσκησε κατά της προσβαλλόμενης πράξεως και με την οποία προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ στα άρθρα 2 παρ. 1, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 26, 95 και 96 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, παρίσταται προδήλως βάσιμη και, ως εκ τούτου, συντρέχει λόγος αναστολής της εκτέλεσης της πράξης αυτής. Οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής όμως, για τους οποίους δεν υφίστανται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν παρίστανται ως προδήλως βάσιμοι και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναστολής είναι απορριπτέος.
  2. Επειδή, κατά ταύτα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν.

                                                                Δ ι ά  τ α ύ τ α

  Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις και απορρίπτει αυτές.

  Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

  Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.

           Ο Πρόεδρος                                                                        Η Γραμματέας

           Κ. Μενουδάκος                                                                    Μ. Παπασαράντη

 και εκδόθηκε στις 24 Ιουλίου 2013.

                Η Πρόεδρος                                        Η Γραμματέας

      του Α’ Τμήματος Διακοπών

                 Ε. Σαρπ                                                                               Μ. Παπασαράντη


35/2013 ΣΤΕ (ΑΝΑΣΤ) (ΟΛΟΜ)

Αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης.

Το άρθρο 38 του ν. 3900/2010 που προβλέπει, προκειμένου περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, ως λόγο αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, μόνο την πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου, δεν παραβιάζει τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση που συνιστά τίτλο εισπράξεως του οφειλόμενου ποσού.

Η μη πρόβλεψη ως λόγου αναστολής και της ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, συνιστά περιορισμό συνταγματικά ανεκτό και δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Παραπομπή της αίτησης αναστολής στο Διοικητικό Εφετείο.

 Ομοια και η υπ΄ αριθμ. 36/2013 απόφαση ΣτΕ (Αναστ).

(ΔΕΕ 2013/184, ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2013/575, ΔΔΙΚΗ 2013/822 , ΑΡΜ 2013/776,

ΝΟΒ 2013/828 — Παρατηρήσεις Α. Τσιρωνά ΔΔΙΚΗ 2013/825, Ι. Μαθιουδάκη και Α. Καϊδατζή ΑΡΜ 2013/778).

Σχετικές οι :

17/2015 ΔΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (ΣΥΜΒ)

Διοικητική Δικονομία. Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως λόγω εφέσεως.

Προϋποθέσεις για τη χορήγηση αναστολής. Φορολογικές και τελωνειακές διαφορές.

Η πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου ως λόγος αναστολής μετά το ν. 3900/2010.

Συνταγματικότητα της ρύθμισης.

106/2014 ΔΕΦ ΑΘ (ΣΥΜΒ)

Αίτηση αναστολής εκτελέσεως οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου  με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της αιτούσας εταιρείας κατά απόφασης επιβολής προστίμου του  Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. για παράβαση διατάξεων του ΚΒΣ (καταχώρηση εικονικού τιμολογίου) λόγω άσκησης έφεσης.

Η ρύθμιση που προβλέπει στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές, ως λόγο αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, μόνο την πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου, δεν παραβιάζει  το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Στις υποθέσεις αυτές έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση για το κύριο αντικείμενο της διαφοράς που επιτρέπει τον περιορισμό της προσωρινής δικαστικής προστασίας, ούτε είναι δυσανάλογο μέτρο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.

Η αιτούσα προέβη στην ακύρωση των αχρησιμοποίητων στοιχείων της, και τέθηκε σε αδράνεια αφού συγχρόνως κατέθεσε σχετική δήλωση μεταβολών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι είχε καταχωρήσει εικονικό τιμολόγιο και εκδόθηκε σε βάρος της πράξη επιβολής προστίμου. Πρωτοδίκως απορρίφθηκε η αναστολή. Προσφυγή.

Λόγος αναστολής η πρόδηλη βασιμότητα του πρώτου λόγου της εφέσεώς της ότι έπρεπε να έχει γίνει δεκτός ο προβληθείς, με την προσφυγή λόγος, ότι πριν από την έκδοση της προαναφερόμενης πράξεως, δεν χώρησε επίδοση σημειώματος και κλήση προς παροχή εξηγήσεων για τη διαπιστωθείσα παράβαση, κατά παράβαση του Συντάγματος και του ΚΒΣ. Ο λόγος αυτός κρίθηκε ότι δεν είναι προδήλως βάσιμος καθώς δεν προκύπτει από την προσφυγή η προβολή τέτοιου λόγου, ενώ το δικαστήριο που δικάζει την προσφυγή δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως την μη τήρηση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης.

Λόγος αναστολής  ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα και με τρόπο πλημμελή ερμήνευσε τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που ανέφερε.  Ο λόγος, αυτός, προϋποθέτει την επανεκτίμηση των νομικών και πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης, η οποία ανήκει στην κρίση του Δικαστηρίου της Εφέσεως.

Απορρίπτει αίτηση.

109/2014 ΔΕΦ ΑΘ (ΣΥΜΒ)

Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου με την  απορρίφθηκε προσφυγή της αιτούσας Ομοσπονδίας (συνδικαλιστική οργάνωση), λόγω μη νομιμοποίησης του πληρεξούσιου δικηγόρου της.

Με την προσφυγή ζητούσε την ακύρωση της απόφασης επιβολής προστίμου ΚΒΣ του Προϊσταμένου της ΔΟΥ λόγω λήψης εικονικών τιμολογίων και λόγω μη υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων προμηθευτών πελατών για συγκεκριμένη διαχειριστική περίοδο.

Ασκηση δεύτερης προσφυγής λόγω απορρίψεως της πρώτης για τυπικούς λόγους. Η αιτούσα ισχυρίζεται ταμειακή αδυναμία καταβολής 237 χιλ ευρώ. Το ταμειακό υπόλοιπο που θα μεταφερθεί την επόμενη περίοδο είναι 13 χιλ ευρώ, υπάρχει υποχρέωση καταβολής 500 χιλ. ευρώ σε δάνειο και ανείσπρακτες εισφορές μελών 278 χιλ ευρώ αφού λόγω της οικονομικής κρίσης δεν μπορούν τα μέλη να τακτοποιήσουν τις οφειλές τους.

Το Δημόσιο ζητά την απόρριψη καθώς θα μπορούσε να γίνει εκχώρηση προς το Δημόσιο του ποσού των ανείσπρακτων εισφορών της.

Κρίθηκε ότι η άμεση εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης θα οδηγήσει  την αιτούσα σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και ότι υπάρχει κίνδυνος στέρησης ή έστω ουσιωδώς μείωσης των οικονομικών της εισφορών, δεδομένου ότι το ποσό του προστίμου που της επιβλήθηκε θα της στερήσει τα αναγκαία να εκπληρώσει τους σκοπούς της για τους οποίους συστάθηκε και θα είναι δυσχερής η επανόρθωση του σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής. Το δάνειο αφορά σύνταξη μελέτης.

Μερικά δεκτή η αίτηση Αναστέλλει την προσβαλλομένη κατά το 50% του συνολικού προστίμου.

116/2014 ΔΕΦ ΑΘ (ΣΥΜΒ) και 119/2014 ΔΕΦ ΑΘ (ΣΥΜΒ)

Βλ.βλ παραπάνω

Ομοιες οι υπ΄αριθ. 117/2014, 118/2014 ΔΕφΑθ (Συμβ).

120/2014 ΔΕΦ ΑΘ (ΣΥΜΒ)

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της αιτούσας εταιρίας κατά της απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., με την οποία επιβλήθηκαν σε βάρος της  τρία αυτοτελή πρόστιμα, για παραβάσεις του ΚΒΣ  γιατί αυτή ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία τρία τιμολόγια  πώλησης – δελτία αποστολής εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη.

Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η προσφυγή αποτελεί νόμιμο τίτλο είσπραξης ολόκληρου του φόρου.

Σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η ρύθμιση του  αρθ. 209Α ΚΔΔ ότι στις φορολογικές διαφορές λόγος αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, είναι μόνο η πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου.

Η ρύθμιση  αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες υπάρχει ήδη δικαστική κρίση για το κύριο αντικείμενο της διαφοράς και συνεπώς επιτρέπει τον περιορισμό της προσωρινής δικαστικής προστασίας σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, ενόψει του σκοπού της εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο  σχετικός λόγος  αναστολής.

Απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμος ο ισχυρισμός της περί ανεπανόρθωτης βλάβης της.

Λόγοι εφέσεως : α) ότι απορρίφθηκε με ελλιπή αιτιολογία  ο ισχυρισμός τη ότι η πρόβλεψη  συντελεστή βαρύτητας 100% επί της βάσης υπολογισμού Νο 2 του άρθρου 5 του ν. 2523/1997 συνιστά παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του Σ, β) έγινε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, γ) μη νόμιμα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ως προβαλλόμενος αλυσιτελώς, περί μη κλήσης της αιτούσας σε προηγούμενη ακρόαση, δ) μη νόμιμα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της ότι κατά την επιβολή του ένδικου προστίμου παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, ε)  μη νόμιμα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της ότι η πράξη επιβολή προστίμου Κ.Β.Σ. είναι νομικά πλημμελής γιατί με αυτήν επιβλήθηκε ένα πρόστιμο για δύο φορολογικές παραβάσεις, στ) η λήψη και καταχώρηση στα βιβλία της επιχείρησής της των κρίσιμων φορολογικών παραστατικών για συναλλαγές  έγιναν μέσω τρίτου προσώπου, χωρίς αυτή να γνωρίζει τον πραγματικό εκδότη των παραστατικών αυτών, δεν στοιχειοθετεί εικονικότητα της συναλλαγής, λόγω της άγνοιας της περί της εικονικότητας, ζ) η κακή λογιστική και οικονομική κατάσταση  του εκδότη των κρίσιμων  φορολογικών παραστατικών είναι χωρίς σημασία για  την ίδια, ως  αγοράστρια, αφού ούτε γνώση αυτής είχε, ούτε μπορούσε να την ελέγξει.

Κρίθηκε ότι οι άνω λόγοι έφεσης δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.

                           Αριθμός 35/2013

Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας     (άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)

 Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 31 Οκτωβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Μ. Καραμανώφ, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

 Για να αποφασίσει σχετικά με την από 20 Ιουλίου 2011 αίτηση:  της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα (…..), κατά του Υπουργού Οικονομικών.

Η πιο πάνω αίτηση συζητείται στην Επιτροπή Αναστολών της Ολομελείας μετά την 321/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, υποβλήθηκε προς το Συμβούλιο της Επικρατείας το προδικαστικό ερώτημα αν η διάταξη του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010, αντιβαίνει στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ` αριθμ. 18135/2010 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά τη συνεδρίαση της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Γ. Τσιμέκα.

                   Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

                        Σκέφθηκε κατά το Νόμο

  1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ` αριθμ. 18135/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της αιτούσας κατά της υπ` αριθμ. 109/2001 πράξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, με την οποία επιβλήθηκαν σε βάρος της φόρος δωρεάς ύψους 81.959.433 δραχμών και πρόσθετος φόρος ύψους 34.422.962 δραχμών (ήτοι εν συνόλω 116.382.395 δρχ.). Κατά της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης η αιτούσα έχει ασκήσει έφεση ενώπιον του ανωτέρω Διοικητικού Εφετείου.
  2. Επειδή, επί της αιτήσεως αναστολής εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 321/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών σε συμβούλιο, με την οποία, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, υποβλήθηκε προς το Συμβούλιο της Επικρατείας το προδικαστικό ερώτημα αν η διάταξη του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010, αντιβαίνει στα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ.
  3. Επειδή, κατόπιν αυτού, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την από 20.4.2012 πράξη του, εισήγαγε την κρινόμενη αίτηση στην Επιτροπή Αναστολών της Ολομελείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989 (Α` 8), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 του ν. 2721/1999 (Α’ 112) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3900/2010.
  4. Επειδή, ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α` 97) Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας περιλαμβάνει στο Κεφάλαιο Β` (άρθρα 206 – 209Α) του 16ου Τμήματος αυτού, ρυθμίσεις σχετικά με την αναστολή εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα, στο άρθρο 206 του εν λόγω Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 3659/2008 (Α` 77) ορίζονται τα εξής: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της απόφασης αυτής». Στο δε άρθρο 208 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του ως άνω ν. 3659/2008, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί αν, κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 2. Αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο μέσο είναι προδήλως βάσιμο, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη εκτελεσθεί».
  5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 209Α του ως άνω Κώδικα, που προστέθηκε, μετά το άρθρο 209, με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης …» (Α` 213) και ισχύει από 1.1.2011, σύμφωνα με το άρθρο 70 του τελευταίου αυτού νόμου, ορίζονται τα εξής: «Ειδικώς στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, στις οποίες η προθεσμία ή η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, να ανασταλεί με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της απόφασης αυτής, μόνο αν το ένδικο μέσο κρίνεται ως προδήλως βάσιμο. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη εκτελεσθεί. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα αναφέρονται στα άρθρα 206, 207 και 209 του παρόντος». Η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας συνδέεται με τη ρύθμιση του άρθρου 22 του ν. 3900/2010, με την οποία προστέθηκε στο άρθρο 93 του εν λόγω Κώδικα περί δικαιώματος άσκησης έφεσης, παράγραφος 3 ως εξής: «3. Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού, ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του».
  1. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει στους πολίτες την δυνατότητα έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, η προστασία δε αυτή, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως επιτρέπεται μεν στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή της εν λόγω προστασίας από τα δικαστήρια, οι προϋποθέσεις όμως αυτές πρέπει, για να είναι σύμφωνες με την ως άνω συνταγματική διάταξη, αφ` ενός μεν να συνάπτονται και να είναι ανάλογες με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφ` ετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων θα συνεπήγοντο την κατάλυση του, κατά την εν λόγω διάταξη, δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Εξ άλλου, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν κατοχυρώνει μεν την ύπαρξη και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όμως, όταν αυτή προβλέπεται νομοθετικώς, διέπει και την άσκηση ενδίκου μέσου ενώπιον δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. Ολομ. 1619/2012, 3470/2007, 647/2004 κ.ά.).
  2. Επειδή, τέλος, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 53/1974 (Α` 256), ορίζει στο άρθρο 6 παρ. 1, μεταξύ άλλων, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δίκαια από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του «αστικής φύσεως» και στο άρθρο 13 ότι κάθε πρόσωπο, του οποίου παραβιάσθηκαν τα αναγνωριζόμενα στη Σύμβαση δικαιώματα και ελευθερίες, έχει δικαίωμα «πραγματικής» (αποτελεσματικής) προσφυγής (effective remedy) ενώπιον εθνικής αρχής, με τις διατάξεις δε αυτές κατοχυρώνεται και το δικαίωμα παροχής προσωρινής έννομης προστασίας.
  3. Επειδή, κατ` άρθρο 74 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α` 151) οι οριστικές αποφάσεις των πρωτοβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων αποτελούν τίτλο βεβαιώσεως του φόρου που προκύπτει βάσει αυτών, με αποτέλεσμα, επί απορρίψεως της προσφυγής του φορολογουμένου, να είναι αμέσως καταβλητέο το σύνολο του φόρου. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 3900/2010, οι ρυθμίσεις που εισάγονται με το νόμο αυτόν, για τις φορολογικές κυρίως και για τις τελωνειακές διαφορές, οι οποίες αποκλίνουν από τις γενικές ρυθμίσεις που αφορούν τις λοιπές διαφορές που ρυθμίζει ο νόμος αυτός, μεταξύ των οποίων και η ρύθμιση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 38 αυτού περί αποκλεισμού της πρόκλησης αναπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης ως λόγου παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, ερείδονται, στην ανάγκη «αποθάρρυνσης της άσκησης ένδικων μέσων με μόνο σκοπό την καθυστέρηση στην εκπλήρωση νόμιμων υποχρεώσεων, ιδίως εκείνων που αφορούν την καταβολή φόρων» (σελ. 1), «με άξονα την οικονομία της δίκης και την αποφυγή παρελκύσεων και άσκοπης παράτασης εκκρεμοτήτων, σε διαφορές που από τη φύση τους προσφέρονται ιδιαίτερα σε τέτοιες καθυστερήσεις» (σελ. 6) και αποσκοπούν στον «συγκερασμό της ανάγκης άμβλυνσης των δυσμενών για το Δημόσιο συνεπειών από τη διατήρηση επί μακρό χρονικό διάστημα δικαστικών εκκρεμοτήτων στις φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις, με το σεβασμό του δικαιώματος του διοικούμενου για παροχή δικαστικής προστασίας» (σελ. 6) και στην προσαρμογή «στις ιδιαιτερότητες των διαφορών αυτών της βασικής στάθμισης μεταξύ αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας και προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος» (σελ. 8)». Ενόψει των ανωτέρω, η ρύθμιση του άρθρου 38 του ν. 3900/2010 που προβλέπει, προκειμένου περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, ως λόγο αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, μόνο την πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου, δεν παραβιάζει τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία συνιστά κατά το νόμο τίτλο εισπράξεως του ποσού του φόρου, τέλους ή προστίμου που κρίθηκε δικαστικώς οφειλόμενο, το γεγονός δε ότι έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση για το κύριο αντικείμενο της διαφοράς επιτρέπει τον περιορισμό της προσωρινής δικαστικής προστασίας σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, ενόψει των ανωτέρω σκοπών που υπηρετεί η επίμαχη ρύθμιση και αναφέρονται στην επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος). Ο περιορισμός αυτός, ο οποίος συνίσταται στη μη πρόβλεψη ως λόγου αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πρωτόδικης δικαστικής απόφασης και της ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης που επέρχεται τυχόν από αυτήν, δεν εξικνείται, πάντως, έως του σημείου πλήρους κατάλυσης του δικαιώματος χορήγησης προσωρινής δικαστικής προστασίας και, επομένως, είναι συνταγματικά ανεκτός, δεδομένου μάλιστα και ότι η πρόδηλη βασιμότητα του ασκηθέντος ενδίκου μέσου, που θεσπίζεται ως λόγος αναστολής, σχετίζεται ευθέως με το αντικείμενο της δίκης. Κατόπιν αυτών, η επίμαχη ρύθμιση δεν παρίσταται ως μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από τον νόμο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, οι δε ισχυρισμοί της αιτούσας περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας και των ανωτέρω συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι (πρβλ. 1619/2012 Ολομ.).
  1. Επειδή, μετά την κατά τ` ανωτέρω επίλυση του ζητήματος της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η κρινόμενη αίτηση αναστολής πρέπει, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (Α` 51), να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.

                              Διά ταύτα

 Επιλύει το ως άνω ζήτημα, κατά το σκεπτικό.

 Παραπέμπει την κρινόμενη αίτηση αναστολής στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κατά το σκεπτικό.

 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012 και εκδόθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2013.

 Ο Πρόεδρος                                                             Η Γραμματέας

 Κ. Μενουδάκος                                                Μ. Παπασαράντη