671/2010 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)

Λαθρεμπορία και στοιχειοθέτηση αυτής. Για την επιβολή της κυρώσεως του πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση. Αποκλείεται η επιβολή πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορία σε νομικό πρόσωπο, το οποίο, σε περίπτωση που ο εκπρόσωπός του διέπραξε λαθρεμπορία, μόνον αλληλέγγυο αστική ευθύνη μπορεί να έχει. Η τελωνειακή αρχή θεώρησε ότι οι προοριζόμενες για βουλγαρικές εταιρείες εξαγωγές καυσίμων ήταν εικονικές, τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση πρόσωπα διέπραξαν λαθρεμπορία και ότι η διάθεση των επίδικων ποσοτήτων στην εσωτερική κατανάλωση έγινε από όλους τους συμμετόχους προκειμένου να μην καταβληθεί ο ειδικός φόρος καταναλώσεως. Περιστατικά. Με την επίδικη πράξη δεν επιβλήθηκαν στην αιτούσα εταιρεία πολλαπλά τέλη, αλλά κηρύχθηκε αυτή αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή των επιβληθέντων στα φυσικά πρόσωπα, στα οποία αποδόθηκε η λαθρεμπορία, πολλαπλών τελών.

Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται το πρώτον κατ΄ αναίρεση, δεδομένου ότι στην πρωτόδικη απόφαση βεβαιώνεται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αιτούσης κλήθηκε προς παροχή εξηγήσεων. Επέκταση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου που δημιουργείται από τελεσίδικη απόφαση σε δίκη του φυσικού προσώπου που ενεργεί ως νομικός εκπρόσωπος νομικού προσώπου, στο οποίο αποδόθηκε λαθρεμπορική παράβαση, και στο νομικό πρόσωπο.

Η σχετική ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Το νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα παρέμβασης στη δίκη επί της προσφυγής του νομίμου εκπροσώπου του, καθώς και δικαίωμα ιδίας προσφυγής, όσον αφορά στην αστική ευθύνη του.

Αν δεν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση, ως προς τον νόμιμο εκπρόσωπο, το νομικό πρόσωπο μπορεί να προσβάλει την καταλογιστική πράξη στο σύνολό της. Τελεσίδικη απόφαση που είναι γνωστή στο ΣτΕ από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο, ευρισκόμενο στο στάδιο της ερεύνης του παραδεκτού της προβολής των  λόγων αναιρέσεως, να εξετάσει και ευθέως, αφού το μετ΄ αναίρεση δικάζον δικαστήριο θα δεσμευόταν από τις σχετικές τελεσίδικες κρίσεις.

 Το δεδικασμένο εκτείνεται και στο νομικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρίας και οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν στη συμμετοχή της δια του νομίμου εκπροσώπου της στην τέλεση της λαθρεμπορίας εμπορευμάτων προβάλλονται αλυσιτελώς.

Η αναιρεσείουσα εταιρία υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3259/2004 και η αρχική κύρωση περιορίσθηκε στο τριπλάσιο των αναλογουσών επιβαρύνσεων.

Ο λόγος αναιρέσεως, περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, συναρτώμενος με το ύψος του καταλογισθέντος ποσού, προτείνεται άνευ εννόμου συμφέροντος, ενόψει της μειώσεως του οφειλόμενου ποσού. Αν ήθελε θεωρηθεί ότι προβάλλεται ότι η ανωτέρω αρχή επέβαλε την επιβολή πολλαπλών τελών στο κατώτατο όριο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι επίσης απορριπτέος, ως προβαλλόμενος άνευ εννόμου συμφέροντος, αφού οι δυσμενείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες που απορρέουν πλέον από την τροποποιηθείσα καταλογιστική πράξη, μόνον με την αποδοχή αυτοτελούς ενδίκου μέσου κατ΄ αυτής θα μπορούσαν να αρθούν.

Απορρίπτεται η αναίρεση για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου (επικυρώνει την αριθμ. 2134/2000 ΔΕφΘες)

Η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια του ΣτΕ, κατόπιν πράξης του Προέδρου του.

(Σημείωση Α.Σταυρόπουλου , ΔΕΕ 2010,852).

Σχετικές οι :

  • 2116/2015 ΣΤΕ

Για την επιβολή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με άμεσο δόλο των πράξεων που συνιστούν τη λαθρεμπορία και δεν αρκεί ενδεχοχόμενος δόλος.

Αναιρετικός έλεγχος της σχετικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.

Εικονικοί εφοδιασμοί ποντοπόρων πλοίων, που δικαιούνται ατέλεια, με καύσιμα που διατέθηκαν παράνομα στην εσωτερική κατανάλωση, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί και φόροι. Αιτιολογημένα κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αποδοθείσα στον αναιρεσίβλητο, εκπρόσωπο της προμηθεύτριας εταιρίας, συμμετοχή στις λαθρεμπορίες, αφού οι εικονικοί εφοδιασμοί πραγματοποιήθηκαν προεχόντως από τον εκπρόσωπο της οικονομικά υπεύθυνης εταιρείας, σε συνεργασία με τους μεταφορείς των καυσίμων και τους αρμόδιους για την επίβλεψη της μεταφοράς τελωνειακούς υπαλλήλους.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθμ. 891/2008 ΔΕφΠειρ)

Όμοια με την αριθ. 2117/2015 απόφαση ΣτΕ.

  • 1326/2013 ΣΤΕ

Το «ελαφρό πετρέλαιο» (white spirit) υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2127/1993. Νοθεία πετρελαίου με το προϊόν αυτό και διάπραξη λαθρεμπορίας.

Πότε το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη αμετάκλητη ποινική απόφαση. Δεν είναι δεσμευτικό το απαλλακτικό βούλευμα.

Η λαθρεμπορία, που διέπραξε ο εκπρόσωπος νομικού προσώπου, δεν καταλογίζεται στο τελευταίο, που έχει μόνον αλληλεγγύως αστική ευθύνη.

Πότε απαλλάσσεται το νομικό πρόσωπο. Οταν διαπιστώνεται η μη ύπαρξη δόλου του κυρίως υπευθύνου, δεν κηρύσσεται ούτε ο κύριος ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων ως αλληλεγγύως συνυπεύθυνος.

Παραγραφή των τελωνειακών παραβάσεων. Το άρθρο 25 του ν. 2198/1994, δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, επιμηκύνοντας αναδρομικά την παραγραφή των επιδίκων παραβάσεων.

Δεν απαιτείτο συγκοινοποίηση των εγγράφων που αναφέρονται στην καταλογιστική πράξη.

Δεν ήταν ουσιώδης ο ισχυρισμός περί εσφαλμένου υπολογισμού της ζημίας του Δημοσίου.

Ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας συμμετείχε στη λαθρεμπορία και δεν απεδείχθη  ότι η εταιρεία δεν γνώριζε την πιθανότητα τελέσεως αυτής. Το εφετείο δεν όφειλε να διατάξει τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με τη γνησιότητα των υπογραφών τουπαραλήπτη των φορτίων.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 1251/2006 ΔΕφΠειρ)

ΔΦΟΡΝ 2013/1445, ΔΕΕ 2013/999, Ε7 2014/564

  • 1524/2013 ΣΤΕ

Αναζήτηση από τους αστικώς συνυπευθύνους των καταλογισθέντων στους κυρίως υπαίτιους πολλαπλών τελών, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι αυτοί (κύριος ή παραλήπτης του εμπορεύματος) δεν ηδύναντο να έχουν καν γνώση περί της πιθανότητας τελέσεως της τελωνειακής παραβάσεως.

Ατελής εφοδιασμός πλοίων με αφορολόγητα καύσιμα.

Το δικαίωμα συμψηφιστικής ατέλειας δεν παρέχεται στον πρατηριούχο, αλλά στην εταιρεία πετρελαιοειδών μόνο για τις ποσότητες ελεύθερων αποθεμάτων που διέθεσαν οι ίδιες σε κάθε πρατηριούχο και χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για ατελή εφοδιασμό πλοίων.

Εικονικός εφοδιασμός σκαφών αναψυχής με αφορολόγητα καύσιμα.

Το δικάσαν δικαστήριο δεν εξέτασε εάν η αναιρεσίβλητη είχε ελέγξει την περαιτέρω διάθεση των ποσοτήτων καυσίμων, που διέθετε στην πρατηριούχο, ώστε να θεμελιωθεί η κρίση του ότι δεν μπορούσε να είχε καν γνώση για την πιθανότητα τελέσεως των ένδικων λαθρεμπορικών πράξεων.

Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 183/2009 ΔΕφΠειρ).

  • 5197/2012 ΣΤΕ

Πότε καταλογίζονται πολλαπλά τέλη, διαφυγόντες δασμοί και φόροι σε βάρος των αστικώς συνυπεύθυνων.

Το δικαίωμα συμψηφιστικής ατέλειας γεννάται κατά τον εφοδιασμό του πλοίου και έχει ως υποκείμενο την εταιρεία πετρελαιοειδών που διέθεσε στο πρατήριο την παραδοθείσα ποσότητα.

Πότε η εταιρεία δεν κηρύσσεται αστικώς συνυπεύθυνη για λαθρεμπορία που τέλεσε ο πρατηριούχος.

 Το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται σε βάρος των αναιρεσιβλήτων η τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας και ότι αυτοί όχι μόνο δεν συμμετείχαν στην λαθρεμπορία, αλλά ούτε μπορούσαν να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τελέσεως αυτής, διότι μόνον οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να εφοδιάσουν με ναυτιλιακά καύσιμα ατελώς τα πλοία και έχουν την ευθύνη για την παράδοση των αντίστοιχων ποσοτήτων στα πλοία.

Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 1374/2008 ΔΕφΠειρ)

  • 5198/2012 ΣΤΕ

Λαθρεμπορία και επιβολή πολλαπλού τέλους.

Γνώση της πρόθεσης των κυρίως υπαιτίων για την τέλεση της τελωνειακής παραβάσεως δεν απαιτείται για τους αστικώς συνυπεύθυνους.

Το δικαίωμα συμψηφιστικής ατέλειας γεννάται κατά τον εφοδιασμό του πλοίου και έχει ως υποκείμενο την εταιρεία πετρελαιοειδών που διέθεσε στο πρατήριο την παραδοθείσα ποσότητα.

Πότε η εταιρεία δεν κηρύσσεται αστικώς συνυπεύθυνη για λαθρεμπορία που τέλεσε ο πρατηριούχος.

Η αναιρεσείσουσα έχει την ιδιότητα της παραλήπτριας εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίας και με την υποβολή αιτήσεων για έκδοση πράξεων συμψηφιστικής ατέλειας αποδέχθηκε τις ενέργειες των νομίμων εκπροσώπων της πρατηριούχου, ενώ όφειλε να ελέγχει αν οι φερόμενες ως διατεθείσες ατελώς ποσότητες είχαν πράγματι διατεθεί από αυτήν στο πρατήριο και επίσης αν πράγματι χρησιμοποιήθηκαν για τον ανωτέρω σκοπό.

Ορθά κρίθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 108 του ΤΚ.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την 1373/2008 ΔΕφΠειρ)

  • 5200/2012 ΣΤΕ

Πότε επιβάλλονται κυρώσεις σε βάρος των αστικώς συνυπεύθυνων.

Οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν δικαίωμα συμψηφιστικής αποκαταστάσεως μόνο για τις ποσότητες ελεύθερων αποθεμάτων που διέθεσαν οι ίδιες σε κάθε πρατηριούχο και οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για ατελή εφοδιασμό πλοίων. Δεν δικαιούνται να φέρουν προς συμψηφισμό ποσότητες οι οποίες, από τον έλεγχο που οφείλουν να διενεργούν, προκύπτει ότι υπερβαίνουν εκείνες που είχαν διαθέσει στο συγκεκριμένο πρατήριο.

Εικονικός εφοδιασμός πλοίων από ελεύθερα αποθέματα.

Μη νόμιμα κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να γνωρίζει την πιθανότητα τελέσεως λαθρεμπορίας και δεν τίθεται θέμα κηρύξεώς της ως αστικώς συνυπεύθυνης, αφού το δικαστήριο δεν εξέτασε εάν η αυτή είχε προβεί στους απαραίτητους ελέγχους.

Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την 605/2008 ΔΕφΠειρ)

Όμοια με την υπ΄ αριθμ. 5201/2012 απόφαση ΣτΕ.

  • 65/2011 ΣΤΕ

Πότε στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της σχετικής τελωνειακής παραβάσεως.

Για την επιβολή πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση, κατά την αιτιολογημένη κρίση της τελωνειακής αρχής και των διοικητικών δικαστηρίων. Αποκλείεται η επιβολή πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορία σε νομικό πρόσωπο, το οποίο, αν ο εκπρόσωπός του διέπραξε λαθρεμπορία, μόνον αλληλέγγυο αστική ευθύνη μπορεί να έχει. Αντίθετη μειοψηφία.

Ορθά ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη πράξη.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την  1653/2006 ΔΕφΠειρ

(ΔΦΟΡΝ 2011/1021, ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2011/1173, ΔΕΕ 2012/279, ΔΔΙΚΗ 2012/138 με σημείωση Ι. Κατρά).

  • 2067/2011 ΣΤΕ

Η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική και το διοικητικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα ποινική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να τη συνεκτιμήσει. Αντίθετη μειοψηφία.

Ζητήματα συμφωνίας ή μη των διαδικασιών αυτών προς το διεθνές δίκαιο, όταν αυτές κινούνται κατά του αυτού φυσικού προσώπου.

Εξουσίες του ποινικού ή του διοικητικού δικαστηρίου στην περίπτωση αυτή. Το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής γιατί θα αντέβαινε προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος. Αντίθετη μειοψηφία.

Δικαστικές αποφάσεις που έπονται της τελεσίδικης αθωώσεως κατηγορουμένου δεν πρέπει να την παραβλέπουν.

Το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., κατά το μέρος που δεν αναφέρεται και σε αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας των διαδίκων. Αντίθετη μειοψηφία.

Αιτιολογημένα το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι αποδεικνύεται ο δόλος του αναιρεσείοντα για την τέλεση των επιδίκων λαθρεμπορικών παραβάσεων της εικονικής εξαγωγής καυσίμων χωρίς καταβολή του φόρου καταναλώσεως, έστω και αν αυτός αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο.  Περιστατικά. Αντίθετη μειοψηφία.

Με την προσφυγή δεν αμφισβητήθηκε το ύψος των διαφυγόντων φόρων που καταλογίσθηκαν στον αναιρεσείοντα και το Διοικητικό Πρωτοδικείο δεν όφειλε να εξετάσει αυτεπάγγελτα την πλημμέλεια περί καταλογισμού σε βάρος του των διαφυγόντων φόρων εξ ολοκλήρου και όχι κατ΄ επιμερισμό.

Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την 2117/2003 ΔΕφΘες)

Η αίτηση εισήχθη ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 3182/2010 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τμήματος.

(ΝΟΒ 2011/1952, ΔΕΕ 2011/1171, ΕΔΔΔΔ 2011/1061, ΔΦΟΡΝ 2012/333)

— Παρατηρήσεις Ε. Κλούδα ΝΟΒ 2011/1965 και σημείωση Π. Πανταζόπουλου ΔΕΕ 2011/1183 Με παρατηρήσεις Α.Κ.Μάλλιου στο ΔΦΟΡΝ 2012/350.

Αριθμός 671/2010

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος, Δ. Κωστόπουλος, Ν. Σκλίας, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αικ. Συγγούνα, Αν. Γκότσης, Αθ. Ράντος, Χρ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Π. Κοτσώνης, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Γ.Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Β. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Β. Πλαπούτα, Μ. Σταματοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη.

Για να δικάσει την από 7 Μαΐου 2001 αίτηση: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Αθήνα (……………….), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους……, που τους διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Χρ. Αυγερινού, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 4 Απριλίου 2006 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α του π.δ. 18/1989. Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 2134/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Αικ. Συγγούνα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους της αναιρεσείουσας εταιρείας, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την εκπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

  1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ειδικό έντυπο παραβόλου Α. 1678765/2001), ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της αποφάσεως 2134/2000 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως 2606/1999 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄ αριθμ. 272/96/26-3-1997 καταλογιστικής πράξεως του Διευθυντή της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (ΕΥΤΕ) Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την ……. για την καταβολή α) πολλαπλών τελών ύψους 723.888.768 δραχμών που καταλογίσθηκαν στον νόμιμο εκπρόσωπό της ………………. για τις αναφερόμενες στην πράξη αυτή 108 τελεωνειακές λαθρεμπορικές παραβάσεις, β) πολλαπλών τελών, συνολικού ύψους 1.685.399.040 δραχμών που επιβλήθηκαν στους λοιπούς συμμετόχους (για τα οποία κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεοι όλοι οι συμμετέχοντες) και γ) δασμών και λοιπών φόρων ύψους 301.160.976 δραχμών που επιβλήθηκαν με την ίδια πράξη στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπό της.
  1. Επειδή, η υπόθεση ορίσθηκε να συζητηθεί στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, εδ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), με την από 4-4-2006 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας λόγω μείζονος σπουδαιότητας.
  2. Επειδή, με τον ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 48) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1 ότι «Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα. . . και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Στο άρθρο 2 ότι «1. Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. 2. Ως εισαγωγή νοείται η είσοδος των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χώρας. Εάν όμως τα προϊόντα έχουν τεθεί υπό τελωνειακό καθεστώς κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας, η εισαγωγή τους λογίζεται ότι γίνεται τη στιγμή που εξέρχονται από αυτό το καθεστώς. Με την επιφύλαξη των εθνικών και κοινοτικών διατάξεων, όσον αφορά τα τελωνειακά καθεστώτα, όταν τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και προέρχονται ή προορίζονται για τρίτη χώρα. . . βρίσκονται α) υπό κοινοτικό τελωνειακό καθεστώς διαφορετικό από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή β) έχουν τοποθετηθεί σε ελεύθερη ζώνη ή σε ελεύθερη αποθήκη. . . θεωρείται ότι βρίσκονται υπό καθεστώς αναστολής της επιβολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης . . . Επί των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων του άρθρου 1 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και συναφούς νομοθεσίας». Στο άρθρο 3 ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) καθεστώς αναστολής: το φορολογιοκό καθεστώς που εφαρμόζεται στην παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή και κυκλοφορία των προϊόντων που τελούν υπό αναστολή καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, β) φορολογική αποθήκη: κάθε τόπος όπου παράγονται, μεταποιούνται, κατέχονται, παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή κατά την άσκηση του επιτηδεύματός του προϊόντα που υπoκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και τελούν υπό καθεστώς αναστολής, γ) εγκεκριμένος αποθηκευτής: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να παραλαμβάνει και να αποστέλλει κατά την άσκηση του επιτηδεύματός του προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη υπό καθεστώς αναστολής». Στο άρθρο 4 ότι «1. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση. . . Θεωρείται ως θέση σε ανάλωση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης: α) κάθε έξοδος, ακόμα και αντικανονική, από καθεστώς αναστολής. . .». Στο άρθρο 11 παρ. 3 ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ο εγκεκριμένος αποθηκευτής: α) υποχρεούται: να τηρεί λογιστικά βιβλία των αποθεμάτων ή κινήσεων των προϊόντων ανά αποθήκη. . . β) επέχει ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τους φόρους που αναλογούν τα προϊόντα». Στο άρθρο 65 ότι «1. Το καθεστώς αναστολής του εδαφίου α΄ του άρθρου 3 λήγει με τη θέση των προϊόντων που υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης σε τελωνειακό καθεστώς της παραγράφου 2 του άρθρου 2. . . 2. Επίσης, το καθεστώς αναστολής λήγει όταν τα προϊόντα εξάγονται. Για την απόδειξη της πραγματοποίησης της εξαγωγής προσκομίζεται πιστοποιητικό που χορηγεί το τελωνείο εξόδου των προϊόντων από το κοινοτικό έδαφος. Το τελωνείο αυτό αποστέλλει στον αποστολέα επικυρωμένο το επιστρεπτέο αντίτυπο του συνοδευτικού εγγράφου που προορίζεται γι΄ αυτόν. 3. Σε περίπτωση μη τακτοποίησης του καθεστώτος αναστολής ο αποστολέας υποχρεούται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία αποστολής των προϊόντων να ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του εσωτερικού της χώρας. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατεθεί επί δίμηνο, εφόσον υπάρχει δικαιολογητικός λόγος». Τέλος, στο άρθρο 67 του αυτού Ν. 2127/1993 ορίζεται ότι «4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεως, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας».
  1. Επειδή, από τις διατάξεις 89 παρ. 2, 97 παρ. 3 και 5 και 100 παρ. 1 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918), όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν τον κρίσιμο χρόνο, συνάγεται ότι, η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας στοιχειοθετείται, όταν, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από τη Χώρα ή κατ΄ άλλον τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών, βαρυνομένων με δασμούς, τέλη και λοιπά δικαιώματα, το Δημόσιο απολέσει, συνεπεία διαφυγής της καταβολής, τους οφειλομένους κατά νόμο δασμούς, τέλη και φόρους ή, στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής, όταν η απόπειρα θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, αν τελεσφορούσε. Για την επιβολή της προβλεπομένης από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 89 παρ. 2 και 97 παρ. 3 του Τελωνειακού Κώδικος κυρώσεως, δηλαδή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση, δηλαδή απαιτείται η γνώση του τελούντος τελωνειακή παράβαση ή του συμμετέχοντος σε αυτή ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει συμπεριφορά του το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους ανήκοντες εις αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να σκοπείται από το δράστη ή συνεργό της τελωνειακής παραβάσεως βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου. Η κατά τα ανωτέρω τέλεση των πράξεων ή παραλείψεων και εν γένει ενεργειών πρέπει να διαπιστώνεται αιτιολογημένα από την τελωνειακή αρχή που επιβάλλει το πολλαπλούν τέλος και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, από τα διοικητικά δικαστήρια.
  2. Επειδή, εξ άλλου, το άρθρο 99 του ίδιου Κώδικα στην παράγραφο 1 ρυθμίζει τον τρόπο βεβαιώσεως των τελωνειακών παραβάσεων, στην παράγραφο 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 Α.Ν. 1054/1946, ορίζει ότι «αι διατάξεις των άρθρων 108, 109 και 110 εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν και επί των τελωνειακών παραβάσεων. Η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων της προθέσεως των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων προς τέλεσιν της παραβάσεως δεν απαλλάσσει τούτους της ευθύνης». Στο άρθρο 108 του εν λόγω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε και αριθμήθηκε με το άρθρο 9 Α.Ν. 2081/1939 ορίζεται ότι «Το εκδικάζον την επί λαθρεμπορία κατηγορίαν ποινικόν Δικαστήριον δύναται, δια της καταδικαστικής αποφάσεώς του, να κηρύξη αλληλεγγύως συνυπεύθυνον αστικώς μετά του καταδικασθέντος προς πληρωμήν της καταγνωσθείσης χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, τη αιτήσει δε του ως πολιτικώς ενάγοντος παρισταμένου Δημοσίου, και της επιδικασθείσης αυτώ απαιτήσεως, τον κύριον ή τον παραλήπτην των εμπορευμάτων τα οποία αποτελούσι το αντικείμενον της λαθρεμπορίας και όταν έτι ούτος δεν υπέχει ποινικήν ευθύνην επί ταύτη, οσάκις ο καταδικασθείς ενήργησεν επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτου, οιαδήποτε και αν ή η νομική σχέσις, υφ΄ ήν παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιαφόρως αν ο εντολοδόχος ενεργή ιδίω ονόματι ή ονόματι του εντολέως ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή δι΄ οιασδήποτε άλλης προς αυτά νομικής σχέσεως και αδιαφόρως αν η ουσιαστική εκπροσώπησις του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελεν αποδειχθή ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχωσι καν γνώσιν περί της πιθανότητος τελέσεως λαθρεμπορίας». Στη συνέχεια, ορίζεται στο μεν άρθρο 109 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε και αριθμήθηκε με το άρθρο 10 του ανωτέρω Α.Ν. 2081/1939, ότι «Εκτός του κατά το προηγούμενον άρθρον κυρίου ή παραλήπτου των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, το Ποινικόν Δικαστήριον δύναται να κηρύξη επίσης αλληλεγγύως αστικώς συνυπευθύνους μετά του καταδικασθέντος προς πληρωμήν της καταγνωσθείσης χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων τη αιτήσει δε του πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου και της επιδικασθείσης αυτώ απαιτήσεως τους ιδιοκτήτας των πλοίων, λέμβων, αυτοκινήτων, αμαξών ή αεροσκαφών, τας εταιρείας μεταφορών δια ξηράς, θαλάσσης ή αέρος, ως και τους υφ΄ οιανδήποτε ιδιότητα ή ονομασίαν πράκτορας ή αντιπροσώπους αυτών ή των ιδιοκτητών πλοίων, λέμβων, αυτοκινήτων, αμαξών ή αεροσκαφών, έτι δε τους διευθυντάς ξενοδοχείων, πανδοχείων, καφενείων ή άλλων καταστημάτων προσιτών εις το κοινόν, και όταν έτι ούτοι δεν υπέχωσι ποινικήν ευθύνην επί τη λαθρεμπορία, όταν αύτη διεπράχθη εντός των ανωτέρω μεταφορικών μέσων, ή δι΄ αυτών ή εντός των άλλων υπό την διεύθυνσιν των καταστημάτων ή δια της χρησιμοποιήσεως αυτών είτε προς εκτέλεσιν της λαθρεμπορίας, είτε προς διευκόλινσιν αυτής καθ΄ οιονδήποτε τρόπον, είτε προς απόκρυψιν των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, εξαιρέσει της περιπτώσεως, καθ΄ ήν ήθελεν αποδειχθεί, ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχωσι γνώσιν περί της πιθανότητος τελέσεως της λαθρεμπορίας», στο δε άρθρο 110 του Κώδικα αυτού, όπως αντικαστάθηκε και αριθμήθηκε με το άρθρο 11 του Α.Ν. 2081/1939, ότι «Οι καταβαλόντες έχουσι δικαίωμα αναλήψεως των καταβληθέντων από τους καταδικασθέντας, οι δε πράκτορες ή αντιπρόσωποι ατμοπλοϊκών εταιρειών ή ιδιοκτητών πλοίων ή ιδιοκτητών άλλων μεταφορικών μέσων και κατά των εταιρειών και ιδιοκτητών, ούς εκπροσωπούσιν».
  1. Επειδή, ναι μεν το ιδιάζον του νομικού προσώπου έγκειται στο ότι αυτό έχει, κατά πλάσμα του νόμου, αυτοτελή προσωπικότητα, διάφορο των φυσικών προσώπων που το αποτελούν προς εξυπηρέτηση γενικωτέρων κοινωνικών σκοπών με αποτέλεσμα να καθίσταται υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η ικανότητά του, όμως, δεν συμπίπτει με εκείνη των φυσικών προσώπων, αλλά περιορίζεται στον κύκλο των σκοπών, για τους οποίους τούτο συνεστήθη, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται προφανώς και η διάπραξη αδικημάτων. Επομένως, αδίκημα, όπως η λαθρεμπορία, που διέπραξε φυσικό πρόσωπο, του οποίου η βούληση θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ως βούληση του νομικού προσώπου, δεν μπορεί να καταλογισθεί σ΄ αυτό. Τούτο δε διότι ελλείπουν οι προϋποθέσεις κάθε αδικήματος, ο άμεσος σύνδεσμος της άδικης πράξεως, που δεν μπορεί να διαπραχθεί παρά μόνον από φυσικό πρόσωπο, ως και του δυνατού του καταλογισμού της. Συνεπώς, αποκλείεται, κατά νόμο και, ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρθηκαν, η επιβολή πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορία σε νομικό πρόσωπο, το οποίο, σε περίπτωση που ο εκπρόσωπός του διέπραξε λαθρεμπορία, μόνον αλληλέγγυο αστική ευθύνη κατά τους όρους των άρθρων 108-110 Τ.Κ. μπορεί να έχει (Σ.Ε. 230/1931, 2242/1997, 2803/2003).
  2. Επειδή, εν προκειμένω, από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα εταιρεία κατέθεσε στο Στ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης, κατά το από 21.6.94 έως 9.9.94 χρονικό διάστημα, 37 συνολικά διασαφήσεις εξαγωγής (στις οποίες αναφέρονται ως παραλήπτριες των εμπορευμάτων οι εταιρείες «…… …..» και «…….», με έδρα το Σαντάνσκι και τη Σόφια αντιστοίχως), βάσει των οποίων επρόκειτο να εξαγάγει στη Βουλγαρία υγρά καύσιμα, τα οποία τελούσαν υπό τελωνειακό καθεστώς αναστολής καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως, εφ΄ όσον η παραπάνω εταιρεία, ως εγκεκριμένος αποθηκευτής, άλλες μεν ποσότητες τούτων τις είχε αγοράσει από τα ελληνικά διυλιστήρια και άλλες τις είχε εισαγάγει από τρίτες χώρες και τις είχε αποθηκεύσει στους σχετικούς χώρους της που βρίσκονται στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, κατά το ίδιο εν μέρει χρονικό διάστημα (από το Νοέμβριο του 1993 έως και το Σεπτέμβριο του 1994) και άλλες εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, όπως η «………..», τα «………………….» και κυρίως η «………..» υπέβαλαν σχετικές διασαφήσεις εξαγωγής, βάσει των οποίων προτίθεντο να εξάγουν και αυτές υγρά καύσιμα στις ίδιες παραπάνω αλλοδαπές εταιρείες. Σε όλες δε τις περιπτώσεις εξαγωγής καυσίμων από τη «…………….» και την «………» η συμφωνία για την αποστολή αυτών φέρεται ότι έγινε με τον, ασχολούμενο επίσης με την εμπορία πετρελαιοειδών, …………., ως ενεργούντα για λογαριασμό των παραπάνω βουλγαρικών εταιρειών. Έτσι, με βάση τις ανωτέρω διασαφήσεις εξαγωγής (37 για τη ……. και 65 για την ……) έγιναν 288 συνολικά για τις εταιρείες αυτές τμηματικές φορτώσεις υγρών καυσίμων σε βυτιοφόρα οχήματα, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στη Σόφια βουλγαρικής εταιρείας «…….», της οποίας κύριος μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο προαναφερθείς ………… Ειδικότερα, ως προς την εταιρεία «……………….», έγιναν από τις παραπάνω αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της 108 συνολικά τμηματικές φορτώσεις υγρών καυσίμων, που αφορούσαν συνολική ποσότητα 1.282.470 λίτρων βενζίνης και 1.089.126 λίτρων πετρελαίου. Τα παραπάνω όμως οχήματα, αφού εφοδιάσθηκαν με τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα (άδεια φορτώσεως, Volet No2 Carnet TIR, αντίτυπο Νο3 της δ/σεως εξαγωγής και Σ.Δ.Ε.) και μολυβδοσφραγίσθηκαν από αρμόδια τελωνειακά όργανα, ουδέποτε πέρασαν τα ελληνικά σύνορα. Τούτο δε διότι άλλα από αυτά, όπως είχαν προσυνεννοηθεί οι οδηγοί τους με τον ……….., σταμάτησαν κατά τη διαδρομή στο 19ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών, όπου ο ………………. διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων που του εκμίσθωνε η «……..», είτε μετάγγισαν το περιεχόμενό τους στις παράνομες δεξαμενές του πρατηρίου τούτου, είτε σε άλλα βυτιοφόρα οχήματα της παραπάνω εταιρείας, ενώ άλλα τα άφηναν οι οδηγοί τους σε συγκεκριμένους χώρους έξω από τα διυλιστήρια όπου τα παρελάμβαναν οδηγοί της «…………» και τα εκφόρτωναν στις αποθήκες της στο Καλοχώρι. Σε όλες δε τις παραπάνω περιπτώσεις τα προοριζόμενα για τη Βουλγαρία υγρά καύσιμα, για τα οποία είχε ανασταλεί, κατά τα ανωτέρω, η καταβολή του ειδικού φόρου καταναλώσεως, διετέθησαν μέσω του δικτύου διακινήσεως υγρών καυσίμων της «……..», στην εσωτερική αγορά χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί και λοιποί φόροι. Μολονότι όμως τα βυτιοφόρα αυτά οχήματα δεν πέρασαν τα ελληνικά σύνορα, στο ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης είχαν επιστραφεί τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, στα οποία είχε πιστοποιηθεί η έξοδος των υγρών καυσίμων, για να επισυναφθούν στις διασαφήσεις εξαγωγής. Αυτό δε επιτεύχθηκε, διότι με τη συνεργασία των τελωνειακών υπαλλήλων ………… και . …….., οι οποίοι υπηρετούσαν στο συνοριακό τελωνείο του Προμαχώνα, σε ελάχιστες μεν περιπτώσεις είχαν τεθεί επί των εγγράφων γνήσιες σφραγίδες και υπογραφές, ενώ στις περισσότερες είχαν τεθεί πλαστές σφραγίδες της υπηρεσίας και υπογραφές των αρμοδίων για την πιστοποίηση της εξαγωγής υπαλλήλων. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ως προς τη μη έξοδο των εμπορευμάτων και την πλαστογράφηση των σχετικών εγγράφων, με τα οποία πιστοποιείται η έξοδός τους, προέκυψαν από τις ενώπιον των αρμόδιων τελωνειακών οργάνων, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, καταθέσεις των εμπλεκομένων προσώπων και, ειδικότερα, των οδηγών των βυτιοφόρων οχημάτων, του ………….. και των τελωνειακών υπαλλήλων που διενέργησαν τις πλαστογραφίες, ενώ, άλλωστε, από σχετική έρευνα στα συνοριακά τελωνεία της Ελλάδας με τη Βουλγαρία (Προμαχώνα, Ευζώνων και Δοϊράνης) προέκυψε ότι δεν υπήρχε ούτε καταχώρηση στα βιβλία εξόδου (του τελωνείου Προμαχώνα) των βυτιοφόρων οχημάτων, στα οποία είχαν φορτωθεί τα καύσιμα, ούτε αντίστοιχη εγγραφή εισόδου (και στα τρία τελωνεία), ως προς την επιστροφή τούτων στην Ελλάδα. Ακόμη, σε έγγραφο που απέστειλε η Ελληνική Πρεσβεία της Σόφιας, σε απάντηση σχετικού ερωτήματος της τελωνειακής αρχής, αναφέρεται ότι εταιρείες με την επωνυμία «………..» και «……….» δεν εφέροντο εγγεγραμμένες στα βιβλία του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου του Σαντάνσκι και της Σόφιας αντιστοίχως. Ενόψει των ανωτέρω, η τελωνειακή αρχή θεώρησε ότι οι προοριζόμενες για τις ως άνω βουλγαρικές εταιρείες εξαγωγές καυσίμων ήταν εικονικές, εφόσον ουδέποτε τα καύσιμα αυτά εξήχθησαν των ελληνικών συνόρων, τα δε εμπλεκόμενα στην υπόθεση πρόσωπα υπέπεσαν σε τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας, κατά το άρθρο 67 παρ. 5 του ν. 2127/1993 και τα άρθρα 89 παρ. 2 και 100 παρ. 1 περίπτ. β΄ του Τελωνειακού Κώδικα. Προς τούτο εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 272/26.3.1997 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (ΕΥΤΕ) Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία κρίθηκαν υπαίτιοι της λαθρεμπορίας οι νόμιμοι εκπρόσωποι όλων των παραπάνω εξαγωγικών εταιρειών, ο ………………, οι οδηγοί των βυτιοφόρων οχημάτων, καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι, εις τους οποίους επιβλήθηκαν οι μη καταβληθέντες δασμοί (ειδικός φόρος καταναλώσεως) και λοιποί φόροι, καθώς και πολλαπλά τέλη, ανάλογα με τη συμμετοχή καθενός. Ειδικότερα, ως προς την εταιρεία «……………..» κρίθηκε ότι υπαίτιοι της λαθρεμπορίας, για κάθε μία από τις 108 συνολικά περιπτώσεις τμηματικών φορτώσεων, είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ……………, ο οποίος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσείουσας, ασκούσε το κρίσιμο χρονικό διάστημα την διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία της αναιρεσείουσας, ο νόμιμος εκπρόσωπος της «……..» …………., ο ……………., ο τελωνειακός υπάλληλος που συνήργησε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση στην πλαστογράφηση των εγγράφων και ο εκάστοτε οδηγός του βυτιοφόρου οχήματος, εις τους οποίους επιβλήθηκαν, ξεχωριστά για κάθε περίπτωση, πολλαπλά έτη, ανερχόμενα στο οκταπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φόρων, τα οποία, ακολούθως, επιμερίστηκαν εις βάρος τούτων, ανάλογα με τη συμμετοχή καθενός στη λαθρεμπορία. Έτσι, εις τον ………… επιβλήθηκαν πολλαπλά τέλη, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 723.888.768 δραχμών, για την καταβολή δε του ποσού τούτου, καθώς και των επιβληθέντων εις τους λοιπούς συμμετόχους πολλαπλών τελών (δρχ. 1.685.399.040) κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεοι όλοι οι συμμετέχοντες. Ακόμη καταλογίσθηκαν εις τα παραπάνω πρόσωπα, πλην των οδηγών, οι διαφυγόντες δασμοί και λοιποί φόροι, συνολικού ύψους 301.160.976 δραχμών, για την καταβολή των οποίων κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνα τα πρόσωπα αυτά. Τέλος, με την ίδια πράξη, κηρύχθηκαν αστικώς συνυπεύθυνες για την καταβολή του συνόλου των πολλαπλών τελών και των διαφυγόντων δασμών και φόρων οι εταιρείες «……………» και «………. ….». Την παραπάνω κρίση της η τελωνειακή αρχή, ως προς την ευθύνη της «……………..» και του νομίμου εκπροσώπου αυτής, την εστήριξε στο γεγονός ότι η εν λόγω εταιρεία είναι, βάσει των κατατεθεισών διασαφήσεων, ο εξαγωγέας των υγρών καυσίμων, εφόσον σ΄ αυτήν είχε δοθεί, κατόπιν αιτήσεώς της, σχετική έγκριση για εξαγωγές στη συγκεκριμένη χώρα (Βουλγαρία) και, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 162 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/1992 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 1992 «περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα», στο οποίο ορίζεται ότι «η άδεια παραλαβής προς εξαγωγή παρέχεται υπό τον όρο ότι τα εν λόγω εμπορεύματα εγκαταλείπουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στην ίδια κατάσταση με εκείνη στην οποία βρίσκονταν κατά την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής», ευθύνεται μέχρι να ολοκληρωθεί η έξοδος των εμπορευμάτων από τα σύνορα της χώρας. Ως προς δε την δολία προαίρεση, αυτήν η τελωνειακή αρχή την εστήριξε: α) στην προηγούμενη λαθρεμπορική δραστηριότητα του ……………, ο οποίος και κατά το παρελθόν και, ειδικότερα, κατά τον Απρίλιο του 1993 συμμετείχε σε απόπειρα λαθραίας εξαγωγής υγρών καυσίμων με εξαγωγέα και πάλι την «…………….», η δραστηριότητα δε αυτή ήταν ευρέως γνωστή, λόγω της δημοσιότητας που έλαβε η παραπάνω υπόθεση, μέσω του τύπου και της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά του προσώπου τούτου και, επομένως, ήταν γνωστή και στην εταιρεία αυτή, β) στο ότι οι φερόμενες ως παραλήπτριες εταιρείες των υγρών καυσίμων ήταν ανύπαρκτες δοθέντος ότι δεν εφέροντο εγγεγραμμένες στα οικεία βιβλία των εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων των πόλεων όπου εμφανίζεται η έδρα τους, το γεγονός δε αυτό το εγνώριζε η «…………………», εφόσον δεν είχαν υποβληθεί δηλωτικά εισαγωγής συναλλάγματος και για την καταβολή του τμήματος εκδίδοντο από την ίδια πρόχειρες αθεώρητες αποδείξεις, ενώ, μολονότι επρόκειτο για πολύ μεγάλες ποσότητες υγρών καυσίμων (1.282.470 λίτρα βενζίνης και 1.089.126 λίτρα πετρελαίου) δεν επιδείχθηκε στοιχείο (δελτίο παραγγελίας κ.λπ.), από το οποίο να προκύπτει ότι είχε επέλθει σχετική συμφωνία και γ) στο ότι, όταν ζητήθηκαν από την τελωνειακή αρχή λογιστικά στοιχεία για τις παραπάνω 108 τμηματικές εξαγωγές η «…………………» προσκόμισε 26 φωτοαντίγραφα των προαναφερθεισών πρόχειρων αποδείξεων, βάσει των οποίων φέρεται να εισέπραξε από τις ανωτέρω βουλγαρικές εταιρείες, μέσω του ……………, διάφορα χρηματικά ποσά «έναντι λογαριασμού φορτώσεων», χωρίς απ΄ αυτές να προκύπτουν τα σχετικά τιμολόγια πωλήσεως, προς πίστωση των οποίων εκδόθηκαν και οι ποσότητες των υγρών καυσίμων. Τις αιτιάσεις της καταλογιστικής πράξεως υιοθέτησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε, ως προς τα επίδικα κεφάλαια, με την προαναφερθείσα απόφασή του την ασκηθείσα κατ΄ αυτής προσφυγή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, λαβόν ειδικότερα υπ΄ όψη του τα εξής: α) ότι εξαγωγέας και κύριος των επίδικων ποσοτήτων πετρελαιοειδών που είχαν ως προορισμό, βάσει των κατατεθεισών διασαφήσεων, την έξοδό τους στη Βουλγαρία ήταν η «………………», β) ότι οι ποσότητες αυτές διατέθηκαν στην εσωτερική αγορά, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος εξόδου από το καθεστώς αναστολής καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως, υπό το οποίο τελούσαν, με αποτέλεσμα τη διαφυγή καταβολής του φόρου τούτου, γ) ότι ο ………………, ο οποίος ήταν συνεργάτης επί μακρόν, όπως συνομολογείται, της παραπάνω εταιρείας, κατελήφθη και κατά το παρελθόν (Απρίλιος του 1993) να αποπειράται τη λαθραία εξαγωγή υγρών καυσίμων σε φορτίο, για το οποίο και πάλι εξαγωγέας ήταν η «……………», για την πράξη του δε αυτή ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη και το γεγονός τούτο έλαβε ευρεία δημοσιότητα, δ) ότι ο διοικητικός προϊστάμενος των εγκαταστάσεων της ίδιας εταιρείας στη Θεσ/νίκη ………… στην από 8.4.96 κατάθεσή του ενώπιον των αρμοδίων τελωνειακών οργάνων, ενώ για την προηγούμενη περίπτωση αναφέρει ότι «εγώ προσωπικά δεν την είχα υπ΄ όψιν μου», για τις επίδικες περιπτώσεις καταθέτει ότι έλαβε γνώση «από τα μέσα ενημέρωσης» και ειδοποίησε τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας απ΄ όπου και έλαβε την εντολή να διακόψει τη συνεργασία του με τον ………… και ε) ότι το διάστημα που μεσολάβησε από τον Απρίλιο του 1993 μέχρι την ημερομηνία που ξεκίνησαν οι επίδικες αποστολές είναι περίπου 14 μήνες, δηλαδή ικανό χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο τα όργανα της «…………….» οπωσδήποτε είχαν λάβει γνώση της ανωτέρω απόπειρας λαθρεμπορίας, εφόσον η εταιρεία αυτή είχε καταθέσει τη διασάφηση εξαγωγής και, λόγω της μη εξόδου των εμπορευμάτων, δεν της είχαν επιστραφεί τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα με ανάλογη σημείωση, επείσθη ότι η όλη δραστηριότητα του ………. και των λοιπών εμπλεκομένων στην υπόθεση προσώπων τελούσε εν γνώσει των υπευθύνων της «………………» και ότι, συνεπώς, η διάθεση των επίδικων υγρών καυσίμων στην εσωτερική κατανάλωση έγινε από όλους τους συμμετόχους με πρόθεση να αποφευχθεί η καταβολή του αναλογούντος ειδικού φόρου καταναλώσεως, ως εκ τούτου δε ότι στοιχειοθετείται τόσο η υποκειμενική, όσο και η αντικειμενική υπόσταση των παραπάνω τελωνειακών παραβάσεων. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι όσα αντίθετα προβάλλονταν, ιδίως ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέχει ευθύνη, εφ΄ όσον επεστράφησαν τα πιστοποιούντα την έξοδο των υγρών καυσίμων συνοδευτικά έγγραφα, ήταν απορριπτέα ως αβάσιμα, διότι τα εν λόγω πιστοποιητικά δεν είχαν συνταχθεί νομίμως, εφόσον είχαν πλαστογραφηθεί από τους συμμετέχοντες στις λαθρεμπορικές παραβάσεις παραπάνω τελωνειακούς υπαλλήλους. Άλλωστε, έκρινε το Διοικητικό Εφετείο, η ευθύνη της αναιρεσείουσας, ως προς τους οφειλόμενους δασμούς και φόρους (ειδικό φόρο καταναλώσεως) και φόρους, τόσο υπό την ιδιότητα του εξαγωγέα, όσο και υπό την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποθηκευτή λήγει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 793 παρ. 7 του Κανονισμού (ΕΟΚ) αρ. 2454/1993, μόνο με την νομότυπη έξοδο των προϊόντων από το τελωνειακό έδαφος της χώρας, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε στις επίδικες περιπτώσεις.
  1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι, κατά παράβαση των άρθρων 108, 109 και 110 του Τελωνειακού Κώδικα, αλλά και του άρθρου 162 του Κανονισμού ΕΟΚ 2913/1992 του Συμβουλίου της 12-10-1992 «περί θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικος», με την επίδικη πράξη της Τελωνειακής αρχής επιβλήθηκαν στην αιτούσα και πολλαπλά τέλη, ενώ αυτή είναι νομικό πρόσωπο, στο οποίο δεν μπορεί να καταλογισθεί η διάπραξη του αδικήματος της λαθρεμπορίας, η οποία μόνον σε φυσικό πρόσωπο μπορεί να καταλογισθεί. Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εκτίθεται αναλυτικά σε προηγούμενη σκέψη, με την επίδικη πράξη της τελωνειακής αρχής δεν επιβλήθηκαν στην αιτούσα πολλαπλά τέλη, αλλά κηρύχθηκε αυτή αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή των επιβληθέντων στα φυσικά πρόσωπα, στα οποία αποδόθηκε η λαθρεμπορία, πολλαπλών τελών.
  1. Επειδή προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, γιατί δεν προκύπτει εξ αυτής ότι η αιτούσα κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις κατά τη διοικητική διαδικασία και ότι, επομένως, τηρήθηκε ο σχετικός ουσιώδης τύπος της διαδικασίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως προβαλλόμενος το πρώτον κατ΄ αναίρεση, δεδομένου ότι στην πρωτόδικη απόφαση περιλαμβάνεται σχετική σκέψη και βεβαιώνεται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αιτούσης κλήθηκε προς παροχή εξηγήσεων, ενώ η αιτούσα δεν προβάλλει ότι αμφισβήτησε ειδικώς την ανωτέρω σκέψη με σχετικό λόγο εφέσεως.
  2. Επειδή το άρθρο 197 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/1999, Α΄ 97) που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο ορίζει τα εξής: «1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. Δεδικασμένο δημιουργείται, επίσης, και όταν το, κατά την προηγούμενη περίοδο ζήτημα, κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αν το δικαστήριο ήταν καθ΄ ύλην αρμόδιο να το κρίνει, και εφόσον η απόφανσή του γι΄ αυτό ήταν αναγκαία προκειμένου τούτο να αποφανθεί για το κύριο ζήτημα. 2. το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις οι οποίες, είτε ύστερα από προβολή τους είτε αυτεπαγγέλτως, εξετάστηκαν ή έπρεπε να εξεταστούν από το δικαστήριο, καθώς και σε εκείνες οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να εξεταστούν από αυτό αυτεπαγγέλτως, αλλά, αν και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν. Οι τελευταίες αυτές ενστάσεις δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο αν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την άσκηση ευθέως του οικείου ένδικου βοηθήματος. 3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι, καθώς και αυτών που έγιναν, κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας της, καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εκτείνεται δε και σε εκείνουν από τους οποίους, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης. Το δεδικασμένο που ισχύει για τον πρωτοφειλέτη καλύπτει και τον εγγυητή, και το αντίστροφο. Το δεδικασμένο που ισχύει για το νομικό πρόσωπο εκτείνεται και στα μέλη του». Εξάλλου, ανάλογη διάταξη με την κρίσιμη εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 197 παρ. 3 του ΚΔΔ, περιελάμβανε και ο προϊσχύσας Κώδικας Φορολογικής Δικονομίας (ΚΦΔ, π.δ. 331/1985, Α΄ 116) ο οποίος, στο άρθρο 119 παρ. 1 εδ. β΄ όριζε ότι: «. . . Αποτελούν επίσης δεδικασμένο υπέρ και κατά των προσώπων από τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της υποχρέωσης που έχει επιβληθεί σε βάρος εκείνου κατά του οποίου εκδόθηκε η πράξη, εκτός αν ο ουσιαστικός νόμος ορίζει διαφορετικά».
  3. Επειδή η προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις επέκταση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, κατά το μέρος, πάντως, που αφορά στην έκταση του δεδικασμένου που δημιουργείται από τελεσίδικη ή ανέκκλητη απόφαση σε δίκη του φυσικού προσώπου που ενεργεί ως νομικός εκπρόσωπος νομικού προσώπου, στο οποίο αποδόθηκε λαθρεμπορική παράβαση, ως και στο νομικό πρόσωπο, από το οποίο, σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 99 παρ. 2 και 108-110 του Τελ. Κώδικα), μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι α) όπως, ήδη εκτέθηκε (στη σκέψη 6) είναι τόσο στενός ο σύνδεσμος, από πλευράς ουσιαστικού δικαίου, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου που κηρύχθηκε υπαίτιος λαθρεμπορικής παραβάσεως και του νομικού προσώπου (εφ΄ όσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ιδιότητα του νομικού προσώπου εμποδίζει τον καταλογισμό σ΄ αυτό λαθρεμπορικής παράβασης), ώστε να κρίνεται εύλογη η ανωτέρω δικονομική μεταχείρισή τους, από πλευράς έκτασης του δεδικασμένου, β) το νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα παρέμβασης στη δίκη επί της προσφυγής του νομίμου εκπροσώπου του (άρθρα 113 ΚΔΔ, 30 ΚΦΔ), γ) το νομικό πρόσωπο έχει, σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα ιδίας προσφυγής, με την οποία μπορεί να αμφισβητήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 108-110 του Τ.Κ. καθ΄ όσον αφορά στην αστική ευθύνη του, από την οποία μπορεί να απαλλαγεί υπό τους όρους των ανωτέρω διατάξεων, εάν, δηλαδή, κριθεί ότι δεν ηδύνατο να έχει γνώση περί της πιθανότητας τελέσεως λαθρεμπορίας, όπως, επί παραδείγματι, στην περίπτωση που ο νόμιμος εκπρόσωπος ενήργησε εκτός των ορίων της εξουσίας του δι΄ ίδιον όφελος. Μπορεί, επίσης, να αμφισβητήσει την αστική του ευθύνη, από της πλευράς του ύψους των πολλαπλών τελών, για τα οποία κηρύσσεται αστικώς συνυπεύθυνος, ως και δ) αν δεν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση, ως προς τον νόμιμο εκπρόσωπο το νομικό πρόσωπο μπορεί να προσβάλει την καταλογιστική πράξη στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μέρος που αφορά στην ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου του.
  1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται σειρά λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήσσονται οι ανωτέρω (στη σκέψη 7) παρατιθέμενες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας εταιρείας συμμετείχε στην τέλεση της λαθρεμπορίας και ότι η εταιρία ήταν κυρία και εξαγωγέας των εμπορευμάτων. Τα ζητήματα, όμως, αυτά είχαν κριθεί τελεσιδίκως, ως προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ………….. υπό τα αυτά πραγματικά περιστατικά και κανόνες δικαίου, με την απόφαση 2133/2000 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως του ……. …….. κατ΄ αυτής με την απόφαση 990/2004 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Την ανωτέρω εφετειακή απόφαση που περιγράφεται, πάντως, στην προαναφερόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και είναι, συνεπώς, γνωστή σ΄ αυτό από την ανωτέρω προηγούμενη δικαστική του ενέργεια δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο, ευρισκόμενο στο στάδιο της ερεύνης του παραδεκτού της προβολής των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως και όχι στο στάδιο του καθαυτόν αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως, να εξετάσει προς μείζονα προστασία της αιτούσης και ευθέως, προκειμένου να διαπιστώσει αν, ενόψει του δημιουργηθέντος δεδικασμένου, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως προβάλλονται παραδεκτώς και, ειδικότερα, λυσιτελώς, αφού, ως προς τα θέματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο, ακόμη και μετά τυχόν αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το μετ΄ αναίρεση δικάζον δικαστήριο θα δεσμευόταν από τις σχετικές τελεσίδικες κρίσεις. Της ήδη αμετάκλητης ανωτέρω αποφάσεως 2133/2000 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε επί εφέσεως του …………… κατά της αποφάσεως 2606/1999 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί προσφυγής του κατά της ίδιας καταλογιστικής πράξεως της τελωνειακής αρχής (272/96/26-3-1997) κρίθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά και τους ίδιους κανόνες δικαίου, ότι τα όργανα της «……………….» και, ειδικότερα, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής συμμετείχαν στην τέλεση της λαθρεμπορικής παράβασης και, ειδικότερα, ότι συνέτρεχε, ως προς αυτά, το στοιχείο του δόλου, καθώς και ότι η λαθρεμπορία αφορούσε εμπορεύματα, των οποίων εξαγωγέας και κύριος ήταν η ανωτέρω, ήδη αναιρεσείουσα, εταιρία. Το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από τις ανωτέρω τελεσίδικες κρίσεις, εκτείνεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις (10 και 11), και στο νομικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρίας. Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήσσει τις σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορούν στη συμμετοχή της δια των οργάνων της και, ειδικότερα, δια του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της στην τέλεση της λαθρεμπορίας εμπορευμάτων, των οποίων ήταν κυρία και εξαγωγέας (όπως οι λόγοι περί μη νομίμου και ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς το δόλο του νομίμου εκπροσώπου και, γενικότερα, τη συμμετοχή των οργάνων της στη λαθρεμπορία και τη μη προσήκουσα συνεκτίμηση του γεγονότος ότι δεν είχε ασκηθεί κατ΄ αυτού ποινική δίωξη, ως προς το βαθμό συμμετοχής του, σε σχέση με τους λοιπούς συμμετόχους, περί μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών στοιχείων, ως προς την κυριότητα των εμπορευμάτων, περί παραγραφής της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας, περί παράβασης ουσιώδους τύπου λόγω μη προσήκουσας αποστολής του διοικητικού φακέλου και όλοι εν γένει οι ειδικότεροι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στα ανωτέρω ζητήματα) προβάλλονται αλυσιτελώς, εφόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, και μετά τυχόν αναίρεση, το δικαστήριο της παραπομπής κρίνον κατ΄ ουσίαν, θα δεσμευόταν από τις τελεσίδικες κρίσεις, από τις οποίες απέρρευσε δεδικασμένο, μη δυνάμενο, να κρίνει διαφορικά. Εξ άλλου, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίσθηκε ούτε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ούτε με την αίτηση αναιρέσεως ότι τα όργανά της και, ειδικότερα, ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε ενεργήσει εκτός των ορίων της εξουσίας του, όπως π.χ. δι΄ ίδιο όφελος και ότι, συνεπώς, συντρέχει λόγος δικής της απαλλαγής, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή ή μη στη λαθρεμπορία του νομίμου εκπροσώπου της, αλλά προβάλλει όλους τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως, σε σχέση με τα προαναφερθέντα ζητήματα που αφορούν στη συμμετοχή των οργάνων της και, ειδικότερα, του νομίμου εκπροσώπου της στη λαθρεμπορία.
  1. Επειδή, εκκρεμούσης της υπό κρίση αιτήσεως, δημοσιεύθηκε ο ν. 3259/2004 (Α΄ 149), ο οποίος στη διάταξη του άρθρου 16 ορίζει τα εξής: «Στο άρθρο 178 του Ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α΄) προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως ακολούθως: «3. α) Σε όσες περιπτώσεις έχει ασκηθεί νόμιμη προσφυγή κατά καταλογιστικής πράξης με την οποία επιβάλλονται πολλαπλά τέλη και η δικαστική απόφαση επί της προσφυγής κατέστη τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, με αποτέλεσμα να έχουν επιδικαστεί κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 1165/1918) αλλά να μην έχουν ακόμα εισπραχθεί εν μέρει ή εν όλω πολλαπλά τέλη, το ύψος των οποίων υπερβαίνει το τριπλάσιο των προβλεπόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, το ποσό των πολλαπλών τελών πέραν του τριπλασίου διαγράφεται, ανεξαρτήτως ταμειακής βεβαιώσεως αυτών από το αρμόδιο Τελωνείο. Η είσπραξη των ανωτέρω πολλαπλών τελών θα περιοριστεί συνολικά, λαμβανομένων υπόψη και κατόπιν συμψηφισμού των ήδη εισπραχθέντων, στο τριπλάσιο των ανωτέρω επιβαρύνσεων. β) Τυχόν νόμιμες προσαυξήσεις, τέλη εκπρόθεσμης καταβολής και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ανωτέρω πολλαπλών τελών περιορίζονται και εισπράττονται υπολογιζόμενα με βάση το ύψος των συνολικώς καταβαλλόμενων πολλαπλών τελών, όπως αυτό θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή της ανωτέρω υπό α΄ διάταξης. Οι προσαυξήσεις πέραν του ανωτέρω ύψους διαγράφονται. γ) Σε περίπτωση που το ήδη εισπραχθέν ποσό υπερβαίνει το τριπλάσιο των προβλεπόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται σε επιστροφή του υπερβάλλοντος. δ) Η απαλλαγή χορηγείται μετά από αίτηση του οφειλέτη στο Τελωνείο ή την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στην οποία ανήκει η είσπραξη των πολλαπλών τελών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 7 εδάφ. 2 του παρόντος νόμου».
  2. Επειδή, όπως αναφέρεται στην από 29.2.2008 έκθεση απόψεων του Ειδικού Νομικού Γραφείου Φορολογίας προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, η αναιρεσείουσα εταιρία υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και το αρχικό ποσό που όφειλε περιορίσθηκε στο τριπλάσιο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω απόψεις, με την από 24.8.2004 πράξη του Διευθυντή του ΣΤ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Θεσσαλονίκης, έγινε δεκτή η από 18.8.2004 αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρίας, με την οποία ζήτησε τη διαγραφή των πέραν του τριπλασίου ποσών που της επιβλήθηκαν με την πράξη 272/96/1997 της πρώην ΕΥΤΕ Θεσσαλονίκης, τροποποιήθηκε η πράξη αυτή κατά τα σχετικά κεφάλαια και καθορίσθηκαν τα εκ νέου υπολογισθέντα πολλαπλά τέλη, για τα οποία η αναιρεσείουσα είχε κηρυχθεί αστικά συνυπεύθυνη, στο ποσό των 2.655.498, 05 ευρώ. Περαιτέρω, με την υπ΄ αριθμ. 6/27.8.2004 απόφαση του Διευθυντή του ΣΤ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Θεσσαλονίκης, εγκρίθηκε η από 27.8.2004 αίτηση της αναιρεσείουσας περί ρυθμίσεως της καταβολής της σχετικής οφειλής σε 60 μηνιαίες δόσεις, οι οποίες σύμφωνα με τον συνημμένο πίνακα, άρχισαν να καταβάλλονται στις 27.8.2004 και προβλέπεται να περατωθούν στις 27.7.2009.
  3. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, το Διοικητικό Εφετείο παρέλειψε να κρίνει αν τα επιβληθέντα πολλαπλά τέλη, για τα οποία κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνη, στο υπερβολικό ποσό του οκταπλασίου των διαφυγόντων δασμών είναι πράγματι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο με την επιβολή της κυρώσεως αυτής σκοπό, αν και υπήρχε σχετική αμφισβήτηση. Ενόψει, όμως, όσων αναφέρθηκαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, συναρτώμενος με το ύψος του καταλογισθέντος ποσού στο οκταπλάσιο των προβλεπόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, προτείνεται άνευ εννόμου συμφέροντος, διότι οι δυσμενείς για την αναιρεσείουσα σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως ατόνησαν, ενόψει της τροποποιήσεως, εκκρεμούσης της αιτήσεως αναιρέσεως, της αρχικής καταλογιστικής πράξης και μειώσεως του οφειλόμενου ποσού στο τριπλάσιο, (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2338/2003, 2984/2003, 1666/1990). Περαιτέρω, και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι προβάλλεται ότι, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας επέβαλε την επιβολή πολλαπλών τελών στο κατώτατο όριο (διπλάσιο), ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι επίσης απορριπτέος, ως προβαλλόμενος άνευ εννόμου συμφέροντος, αφού οι δυσμενείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες που απορρέουν πλέον από την τροποποιηθείσα καταλογιοστική πράξη, μόνον με την αποδοχή αυτοτελούς ενδίκου μέσου κατ΄ αυτής θα μπορούσαν να αρθούν.
  1. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009 και στις 12 Φεβρουαρίου 2009

Ο Πρόεδρος                                      Η Γραμματέας

Γ. Παναγιωτόπουλος                             Ε. Κουμεντέρη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 2010.

Ο Πρόεδρος                                      Η Γραμματέας

   Π. Πικραμμένος                                  Ε. Κουμεντέρη