ΑΠ 1102 / 2010

Περίληψη:
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 19 § 1,2,4 και άρθρ. 20, 21 Ν. 2523/1997).

Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου.

Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση κατά παραδοχή του λόγου για έλλειψη της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Δεν προσδιορίζονται κατ’ αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό τιμολογίου, ποσότητες πωληθέντων εμπορευμάτων και αξία σε ευρώ πλέον ΦΠΑ και στοιχεία επιχείρησης αγοραστή – παραλήπτη όπως και στοιχεία εκδότη για τα τιμολόγια που έγιναν αποδεκτά, τα τιμολόγια πωλήσεως που φέρονται ότι εκδόθηκαν από τον αναιρεσείοντα ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο με κύρια ευθύνη της λειτουργίας της επιχειρήσεως, ούτε τα τιμολόγια πωλήσεως εμπορευμάτων ότι εκδόθηκαν από άλλες επιχειρήσεις με αποδέκτη την ίδια επιχείρηση, και τα οποία ο αναιρεσείων έγινε δεκτό ότι καταχώρησε στα βιβλία της και δεν αρκούσε η παραδοχή για το ύψος της συνολικής καθαρής αξίας των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την επιχείρηση που εκμεταλλευόνταν ο αναιρεσείων και των τιμολογίων που έγιναν αποδεκτά, ούτε προσδιορίζεται γιατί δεν ανταποκρίνονταν τα ως άνω φορολογικά στοιχεία καθώς και το μόνο προσδιοριζόμενο ως προς τα στοιχεία του τιμολόγια παροχής υπηρεσιών σε υπαρκτές συναλλαγές.


ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ : 1102/2010


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση  του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ, κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του….., περί αναιρέσεως της 9407/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1762/09.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδαφ. α’ του ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικής πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται και η σχετική ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Από τις παραπάνω διατάξεις που εφαρμόζονται επί αδικημάτων εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών τιμολογίων που διαπράττονται από 1.1.1998 και εφεξής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 5 του ν. 2523/1997 και πριν από την τροποποίηση του άρθρου 19 παρ. 1 με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος φοροδιαφυγής απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση έστω και με την έννοια της αμφιβολίας της πλαστότητας ή της εικονικότητας των εκδιδόμενων φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ’ είδος αναφέρει στο σκεπτικό του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα. «Από τον Ζ ιδρύθηκε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών εμπορία φωτογραφικού υλικού και πληροφορικής η οποία όμως ουδέποτε απέκτησε αληθινή υπόσταση με την έννοια της πραγματοποιήσεως πραγματικών εμπορικών συναλλαγών είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Αυτή, ιδρύθηκε στο όνομα του τελευταίου πλην όμως ενεργό και άμεση συμμετοχή στη διαχείρισή της για την επίτευξη των ως άνω παρανόμων σκοπών είχε και ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, αφού αυτός ήταν που πραγματοποιούσε τις παράνομες εισπράξεις. Για να υπάρχει τυπικά μία έδρα μισθώθηκε χώρος της οδού …, στην οποία, όμως, ουδέποτε λειτούργησε η δηλωθείσα επιχείρηση. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης και συγκεκριμένα από 27/8/2003 έως 18/11/2003 α) εκδόθηκαν στο όνομα της ατομικής επιχείρησης του Ζ προς τις επιχειρήσεις των ληπτών που αναφέρονται στον πρώτο πίνακα στο διατακτικό της παρούσας, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας εικονικά τιμολόγια καθόσον αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις εμπορευμάτων (φωτογραφικού υλικού) από την προαναφερόμενη επιχείρηση προς τις επιχειρήσεις των ληπτών και β) έγιναν αποδεκτά εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια, αποδείξεις μεταφοράς, φορτωτικές), τα οποία καταχωρήθηκαν στα λογιστικά βιβλία της εν λόγω επιχείρησης. Από τα φορολογικά αυτά στοιχεία τα μεν τιμολόγια αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις εμπορευμάτων (φωτογραφικού υλικού-ειδών πληροφορικής) από τις ειδικά αναφερόμενες στον πίνακα που διαλαμβάνεται στο διατακτικό επιχειρήσεις προς την επιχείρηση του Ζ και ως εκ τούτου ήταν και αυτά εικονικά. Όσον δε αφορά τις αποδείξεις μεταφοράς και φορτωτικές αυτές αφορούσαν ανύπαρκτες μεταφορές εμπορευμάτων στην εν λόγω επιχείρηση από τους ιδιοκτήτες των μεταφορικών εταιρειών και επομένως και αυτά τα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά. Η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που εκδόθηκαν ανέρχονταν στο ποσό των 1.034.448,75 ευρώ ενώ η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που αποδέχθηκε ανέρχονταν στο ποσό των 1.016.646,85 ευρώ εισπράττοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο παράνομα μεγάλα χρηματικά ποσά ως επιστροφές Φ.Π.Α. Στην έκδοση και αποδοχή των επίμαχων εικονικών τιμολογίων και λοιπών φορολογικών στοιχείων προέβη και ο κατηγορούμενος, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, έχοντας πλήρη γνώση της παράνομης δραστηριότητας της επιχείρησης. Ειδικότερα αυτός ήταν που φρόντισε για το «στήσιμο» της επιχείρησης αφού το πρότεινε στον Ζ, βρήκε το λογιστή … από τον οποίο ζήτησε παρότι ο τελευταίος του πρότεινε να τηρήσει η επιχείρηση βιβλία Β’ κατηγορίας, να ενταχθεί αυτή σε βιβλία Γ’ με προφανή σκοπό να προσδιορίζονται τα προς φορολόγηση κέρδη με λογιστικό τρόπο (έσοδα-έξοδα) ώστε καταχωρώντας τα εικονικά τιμολόγια στα βιβλία τους να εμφανίζουν μεγάλες ζημίες ή μικρότερα κέρδη και να μην αποδίδουν ή να αποδίδουν μειωμένους φόρους. Επίσης, ο κατηγορούμενος είχε την κύρια ευθύνη λειτουργίας της επιχείρησης αφού αυτός ήταν που ρύθμιζε τα σχετικά με την έναρξη των εργασιών της και τον τρόπο παρακολούθησης των λογιστικών βιβλίων, την αμοιβή του λογιστή θέματα». Με βάση το αιτιολογικό αυτό το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα και τότε εκκαλούντα κατηγορούμενο του ότι «στη … στους χρόνους που αναφέρονται παρακάτω με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα: Α) στον πιο πάνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από τις 27.8.2003 έως τις 18/11/2003 (όπως αναλυτικά προσδιορίζεται πιο κάτω) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ειδικότερα ενώ ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εκμεταλλευόταν επιχείρηση εμπορίας φωτογραφικού υλικού και πληροφορικής, που λειτουργούσε ως ιδιοκτήτης ο Ζ, εξέδωσε τα φορολογικά στοιχεία που προσδιορίζονται πιο κάτω ως προς τα πρόσωπα των ληπτών, τον αριθμό, τον χρόνο έκδοσης, την αξία συναλλαγής, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις εμπορευμάτων (φωτογραφικού υλικού) από την ανωτέρω επιχείρηση προς την επιχείρηση των ληπτών που αναφέρονται πιο κάτω και ως εκ τούτου αυτά ήταν εικονικά. Τα εικονικά τιμολόγια έχουν ως εξής: Β) Στον πιο πάνω τόπο κατά το χρονικό διάστημα από τις 27/8/2003 έως τις 18/11/2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εκμεταλλευόταν επιχείρηση εμπορίας φωτογραφικού υλικού και πληροφορικής που λειτουργούσε ως ιδιοκτήτης ο Ζ, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια, αποδείξεις μεταφοράς, φορτωτικές) με το να παραλάβει από τους εκμεταλλευτές και τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων που αναφέρονται πιο κάτω, τα οποία καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία της ανωτέρω επιχείρησης. Από τα φορολογικά αυτά στοιχεία τα μεν τιμολόγια αυτά αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και δη πωλήσεις εμπορευμάτων (φωτογραφικού υλικού-ειδών πληροφορικής) από τις πιο κάτω αναφερόμενες επιχειρήσεις στην επιχείρηση, που αυτός εκμεταλλευόταν, και ως εκ τούτου αυτά ήταν εικονικά, οι δε αποδείξεις μεταφοράς και φορτωτικές αφορούσαν ανύπαρκτες μεταφορές εμπορευμάτων στην ανωτέρω επιχείρηση από τους ιδιοκτήτες των μεταφορικών εταιρειών και επομένως και τα φορολογικά αυτά στοιχεία ήταν εικονικά. Τα φορολογικά στοιχεία ως προς το είδος, τα πρόσωπα των εκδοτών, τον αριθμό, χρόνο έκδοσης και αποδοχής, αξία συναλλαγής και ΦΠΑ είχαν ως εξής. Επίσης στις 4.9.2003 με την ανωτέρω ιδιότητά του έλαβε από τον Τ το υπ’ αριθμ. … τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 80 ευρώ και 14,40 ευρώ ΦΠΑ καταχωρώντας το στα βιβλία της επιχείρησης που αυτός εκμεταλλευόταν, το οποίο ήταν εικονικό, καθόσον αφορούσε ανύπαρκτες υπηρεσίες του Τ για εκτελωνισμό και έξοδα εξαγωγής εμπορευμάτων της επιχείρησης εκμετάλλευσης του κατηγορουμένου προς την επιχείρηση … στη …. Η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που εξέδωσε ήταν 1.034.448,75 ευρώ, ενώ η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που αποδέχθηκε ήταν 1.016.646,85 ευρώ». Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για τις άνω πράξεις εκδόσεως εικονικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση ως προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τα άρθρα 26, 27, 53, 94 παρ. 1, 98 ΠΚ και τα άρθρα 19 παρ. 1,2, 4 και 20,21 ν. 2523/1997 σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών για κάθε πράξη και καθόρισε συνολική ποινή φυλακίσεως σε βάρος του δέκα οκτώ(18) μηνών φυλάκιση μετατραπείσα σε χρηματική. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής. Δεν προσδιορίζονται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως τα τιμολόγια πωλήσεως που έγινε δεκτό από το δικάσαν δικαστήριο ότι εκδόθηκαν από τον ήδη αναιρεσείοντα ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο που είχε την κύρια ευθύνη της ατομικής επιχείρησης λειτουργούσης στο όνομα Ζ προς άλλες επιχειρήσεις, ούτε τα τιμολόγια πωλήσεως εμπορευμάτων και λοιπές αποδείξεις μεταφοράς και φορτωτικές που έγινε δεκτό ότι εκδόθηκαν από άλλες επιχειρήσεις με αποδεκτή των την ατομική επιχείρηση του Ζ και τα οποία αποδέχθηκε όπως έγινε δεκτό και ο αναιρεσείων και τα καταχώρησε στα βιβλία της προαναφερόμενης επιχειρήσεως. Δεν αναπληρώνεται η έλλειψη προσδιορισμού αυτών των φορολογικών στοιχείων, κατά αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό τιμολογίου, ποσότητες αναφερομένων ως πωληθέντων εμπορευμάτων αξία σε ευρώ των εμπορευμάτων που αναφέρονται ότι πωλήθηκαν με κάθε τιμολόγιο, αντίστοιχο ποσό φόρου προστιθέμενης αξίας και στοιχεία της επιχειρήσεως ή του επιτηδευματία που έλαβε τα αναφερόμενα ως πωληθέντα από την επιχείρηση που έγινε δεκτό ότι ελεγχόταν ως προς τις δραστηριότητές της από τον αναιρεσείοντα, αν και λειτουργούσε στο όνομα άλλου ατόμου ή εξέδωσε τα τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων φωτογραφικού υλικού και ειδών πληροφορικής που έγινε δεκτό ότι έγιναν αποδεκτά και από τον αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκαν στα βιβλία της επιχείρησης Ζ, μόνον από την αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι οι επιχειρήσεις των ληπτών των τιμολογίων που αναφέρονται ότι εκδόθηκαν από τον αναιρεσείοντα και οι επιχειρήσεις που εξέδωσαν τα τιμολόγια πωλήσεως προς την επιχείρηση του Ζ αναφέρονται στους διαλαμβανόμενους στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικούς πίνακες. Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται πίνακες με τιμολόγια ούτε στο διατακτικό της παρατίθενται κατά άλλον τρόπο τα φορολογικά στοιχεία για το ποια ήταν τα αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια που εκδόθηκαν από την επιχείρηση την οποία έγινε δεκτό ότι ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εκμεταλλευόταν ο ήδη αναιρεσείων ούτε τα τιμολόγια πώλησης άλλων επιχειρήσεων με λήπτρια την άνω ατομική επιχείρηση του Ζ και λοιπές αποδείξεις που αναφέρονται ότι έγιναν αποδεκτά και από τον αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκαν στα βιβλία αυτής. Συγκεκριμένη αναφορά γίνεται στο διατακτικό της αποφάσεως μόνον για το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών 648/4.9.2003 ποσού 80 ευρώ πλέον 14,40 ευρώ για ΦΠΑ που γίνεται δεκτό ότι ελήφθη από τον Τ και κατεχωρήθη στα βιβλία της επιχειρήσεως που αναφέρεται ότι εκμεταλλευόταν ο αναιρεσείων και για το οποίο επίσης αναφέρεται ότι ήταν εικονικό ως αφορών σε ανύπαρκτες υπηρεσίες του Τ για εκτελωνισμό και έξοδα εξαγωγής εμπορευμάτων σε επιχείρηση στη Σερβία. Δεν στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν από τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ούτε η παραδοχή ότι η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων που εκδόθηκαν από την επιχείρηση που εκμεταλλευόταν ο αναιρεσείων ανερχόταν σε ευρώ 1034448,75. Ούτε η παραδοχή ότι η καθαρή αξία των εικονικών τιμολογίων και λοιπών αποδείξεων από άλλες επιχειρήσεις με λήπτρια την άνω ατομική επιχείρηση που λειτουργούσε στο όνομα του Ζ ανερχόταν σε ευρώ 1.016.646,85. Τα ανωτέρω που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να παρατεθούν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να αποδεικνύονται, δεν στηρίζουν τα συμπεράσματα στα οποία περαιτέρω κατέληξε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ως προς το ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση της παράνομης δραστηριότητας της άνω ατομικής επιχείρησης του Ζ και ότι επέτυχε να εισπράξει μεγάλα ποσά ως επιστροφή ΦΠΑ παρανόμως πέραν του ότι δεν προσδιορίζεται από ποιον φορέα και πότε έγινε αυτή η είσπραξη και ποιο ποσό συγκεκριμένα εισέπραξε. Δεν αιτιολογείται μόνον με βάση αυτά τα συμπεράσματα η περαιτέρω παραδοχή του δικαστηρίου ότι τα εκδοθέντα τιμολόγια πωλήσεως και τα ληφθέντα τιμολόγια πωλήσεως και λοιπές αποδείξεις μεταφοράς που καταχωρήθηκαν στα βιβλία της ατομικής επιχείρησης του Ζ, όπως αορίστως αναφέρονται, είναι εικονικά και ότι δεν ανταποκρίνονται αυτά τα φορολογικά στοιχεία, καθώς και η σχετική με το εκδοθέν από τον Τ τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, για την οποία μόνον γίνεται λόγος στην απόφαση για τα προσδιοριστικά της συναλλαγής στοιχεία, σε υπαρκτές συναλλαγές. Είναι βάσιμος, επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ αιτιολογίας και πρέπει κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9407/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ            Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ