1619/2012 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)
Διοικητική Δικονομία. Προϋποθέσεις για την παραδεκτή άσκηση έφεσης. Συνταγματική κρίνεται η ρύθμιση κατά την οποία ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει το 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου για την παραδεκτή άσκηση της έφεσης, καθώς και η υποχρέωση καταβολής παραβόλου ύψους 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς.
(Σημείωση Γ. Πιτσιλή ΔΕΕ 2012/510 — ΕΔΔΔΔ 2012/359, ΔΕΕ 2012/507, ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2012/876, ΔΦΟΡΝ 2012/1060, ΝΟΒ 2012/1263)
Αριθμός 1619/2012
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Κ. Μενουδάκος, Φ. Αρναούτογλου, Ν. Σακελλαρίου, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδροι, Ν. Ρόζος, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Τ. Κόμβου, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Μ. Πικραμένος, καθώς και ο Πάρεδρος Χ. Παπανικολάου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 3 Μαΐου 2011 έφεση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….», τελούσα σε καθεστώς εκκαθάρισης, η οποία έχει έδρα εκκαθάρισης στην Καλαμάτα, οδός …… αριθμ. ….., η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο των διαχειριστών της υπό εκκαθάριση εταιρείας.
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Χρυσ. Αυγερινού, Νομικό Συμβουλίου του Κράτους.
Και κατά της υπ` αριθμ. 5/2011 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της από 22 Ιουνίου 2011 Πράξης της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Α.-Γ. Βώρου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση εφέσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
- Επειδή, η υπό κρίση έφεση, για την οποία καταβλήθηκε παράβολο 1.000 ευρώ (υπ’ αριθ. 9216/10.5.2011 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας), εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3900/2010, κατόπιν της από 22.6.2011 πράξεως της Επιτροπής του ως άνω άρθρου.
- Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης …» (ΦΕΚ Α` 213) όρισε στο άρθρο 1 παρ.1 αυτού τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρο του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ` ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυσή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιον του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκηση της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής. 2. Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, μπορεί με απόφαση του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλόγως. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιον του».
- Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της «δίκης- πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεως τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απ` ευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφ` όσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπομένη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, η οποία αποφασίζει εκ των ενόντων βάσει των προβαλλομένων ισχυρισμών και των στοιχείων του φακέλου που διαθέτει, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει σε Ολομέλεια ή σε Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α` 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις (ΣτΕ Ολομ. 601/2012).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερόμενη από 22.6.2011 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε στις Εφημερίδες «……..» και «………» στις 28.6.2011, έγινε δεκτό το από 25.5.2011 αίτημα της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………. .» να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η από 3.5.2011 έφεση της κατά της αποφάσεως 5/2011 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που απέρριψε ως απαράδεκτη προσφυγή της κατά του υπ` αριθ. 4/9.12.2005 φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. , με το οποίο είχε καταλογιστεί σε βάρος της φόρος εισοδήματος για τη χρήση έτους 1994 συνολικού ύψους 2.633.444,08 ευρώ (πλέον χαρτοσήμου, ΟΓΑ και προσθέτου φόρου), τούτο, προκειμένου, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω πράξη της επιτροπής, να κριθεί «το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 3900/2010».
- Επειδή, με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010 προστέθηκε στο άρθρο 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/99, ΦΕΚ Α` 97) παράγραφος 3, που έχει ως εξής: «Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλομένου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κυρίου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209 Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του».
- Επειδή, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επιτρέπεται μεν στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια, οι προϋποθέσεις όμως αυτές πρέπει, αφ` ενός μεν να συνάπτονται και να είναι ανάλογες με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφ` ετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων θα συνεπήγοντο την κατάλυσή του, κατά την εν λόγω διάταξη, δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Εξ άλλου, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν κατοχυρώνει μεν την ύπαρξη και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όμως, όταν αυτή προβλέπεται νομοθετικώς, διέπει και την άσκηση ενδίκου μέσου ενώπιον δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. Ολομ. 3470/2007, 647/2004 κ.ά.).
- Επειδή, κατ` άρθρο 74 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α` 151) οι οριστικές αποφάσεις των πρωτοβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων αποτελούν τίτλο βεβαιώσεως του φόρου που προκύπτει βάσει αυτών, με αποτέλεσμα, επί απορρίψεως της προσφυγής του φορολογουμένου, να είναι αμέσως καταβλητέο το σύνολο του φόρου. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, η κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3900/2010 υποχρέωση καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αποβλέπει στον συγκερασμό «της ανάγκης άμβλυνσης των δυσμενών για το Δημόσιο συνεπειών από τη διατήρηση επί μακρό χρονικό διάστημα δικαστικών εκκρεμοτήτων στις φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις», καθώς και στην «αποθάρρυνση της άσκησης ενδίκων μέσων με μόνο σκοπό την καθυστέρηση στην εκπλήρωση νόμιμων υποχρεώσεων, ιδίως εκείνων που αφορούν την καταβολή φόρων», ενώ περαιτέρω αναφέρεται ότι «δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους ασκούν την έφεση με μόνο σκοπό να καθυστερήσουν την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων συντελώντας με τον τρόπο αυτό στην υπερφόρτωση των Δικαστηρίων και στις συνέπειες που αυτή έχει στην απονομή της δικαιοσύνης». Ενόψει των ανωτέρω, η ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3900/2010 ότι ο φορολογούμενος οφείλει να καταβάλει το 50% του οφειλόμενου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, διότι άλλως η ασκηθείσα έφεση είναι απαράδεκτη, δεν αντίκειται στα άρθρα, 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α` 256) δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή το μεν αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση, αφ` ετέρου δε διότι κατά το άρθρο 209 (Α) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (που έχει προστεθεί με το άρθρο 33 του ν. 3900/2010) παρέχεται η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως της πρωτόδικης απόφασης αν το ένδικο μέσο της εφέσεως κρίνεται προδήλως βάσιμο. Ενόψει των ανωτέρω, η επίμαχη ρύθμιση δεν παρίσταται, ούτε ως μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από τον νόμο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας εταιρίας περί παραβιάσεως της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, λόγω της μεταβολής επί το δυσμενέστερον των προϋποθέσεων παραδεκτού της εφέσεως, δεδομένου ότι για πρώτη φορά με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010 θεσπίζεται η ως άνω υποχρέωση καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της εφέσεως, είναι εξάλλου αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεδομένου ότι ο κοινός νομοθέτης δεν απαγορεύεται να εισάγει ρυθμίσεις δυσμενέστερες από εκείνες που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες είχαν προσαρμοστεί οι διοικούμενοι, αρκεί οι επιχειρούμενες ρυθμίσεις να χωρούν κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, να εξυπηρετούν λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, και να μην παραβιάζουν δικαιώματα προστατευόμενα από το Σύνταγμα ή άλλους κανόνες υπερνομοθετικής ισχύος (πρβλ. ΣτΕ 2713/2006 7μελ.,3378/1992 κ.ά.). Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Ν. Σακελλαρίου και Αθ. Ράντος, οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς και Β. Ραφτοπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Χρ. Παπανικολάου, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3900/2010 δεν προβλέπουν ανώτατο όριο για το ποσό που πρέπει να καταβληθεί, επί ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, μολονότι τούτο οριζόμενο στο 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου είναι πολύ πιθανό να είναι εξαιρετικά υψηλό, ενόψει της κατά την παρ. 1 του άρθρου 6 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας καθ` ύλη αρμοδιότητας σε πρώτο βαθμό του τριμελούς πρωτοδικείου, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζητήσεως της προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Καλαμάτας (13.10.2010), δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 3900/2010 (1.1.2011, σύμφωνα με το άρθρο 70 του νόμου αυτού), οι ανωτέρω διατάξεις αντίκεινται κατά τούτο στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι από τη μη πρόβλεψη «οροφής» θίγονται τα δικαιώματα του διαδίκου ο οποίος υφίσταται μια δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση προκειμένου η υπόθεση του να κριθεί στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3470/2007, 647/2004 κ.ά., Ε.Δ.Δ.Α., υπόθεση Kreuz c. Pologne, απόφαση της 19.6,2001, Carcia Manibardo c. Espagne, απόφαση της 15.2.2000 κ.ά). Τούτο, διότι εν προκειμένω ο νομοθέτης συνδέει ρητώς την καταβολή του ανωτέρω ποσού με την άσκηση του ενδίκου μέσου. Η επιβαλλόμενη, όμως, από το Σύνταγμα εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη δεν μπορεί να συνδέεται με την άσκηση ενδίκου μέσου, δεδομένου ότι ο σκοπός αυτός ουδόλως συνάπτεται με την πρόοδο της δίκης και την εν γένει απονομή της δικαιοσύνης, προϋπόθεση υπό την οποία και μόνο είναι συνταγματικώς ανεκτή η θέσπιση δικονομικών απαραδέκτων. Δεν ασκεί δε εν προκειμένω επιρροή το γεγονός ότι η πρωτόδικη απόφαση συνιστά, κατά το νόμο, τίτλο εισπράξεως του ποσού του φόρου που κρίθηκε δικαστικώς οφειλόμενο, δεδομένου ότι η έννομη αυτή συνέπεια της δικαστικής αποφάσεως, που επέρχεται σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως δηλαδή της ασκήσεως ή μη ενδίκου μέσου κατ` αυτής, επιτρέπει μόνον στην ταμειακή αρχή να κινήσει τις, υποκείμενες και αυτές σε δικαστικό έλεγχο, αναγκαίες διοικητικές διαδικασίες για την είσπραξη του ποσού και δεν σχετίζεται με την δικαστική αμφισβήτηση του ύψους του οφειλομένου ποσού. Αντιθέτως, η νομοθετική αυτή πρόβλεψη -καθιστά -το εν προκειμένω θεσπιζόμενο δικονομικό απαράδεκτο αντίθετο και με την αρχή της αναλογικότητος, δεδομένου ότι η ταμειακή αρχή έχει στην διάθεση της και «άλλο, κατ` εξοχήν κατάλληλο, μέσο για την είσπραξη του οφειλομένου φόρου, δηλαδή την αναγωγή της πρωτόδικης αποφάσεως σε τίτλο βεβαιώσεως και εισπράξεως του ποσού, χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσφυγής σε περιορισμούς του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο. Η παραβίαση των εν λόγω διατάξεων καθίσταται εμφανής στην προκειμένη περίπτωση, εφ` όσον ο διάδικος καλείται να καταβάλει, για το παραδεκτό της εφέσεως, ποσό 1.316.722,04 ευρώ, δηλαδή ποσό που κατ` ουσίαν αναιρεί την δυνατότητα ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος.
- Επειδή, για το παραδεκτό της κρινόμενης έφεσης που εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τη διαδικασία του άρθρου 1 του αίτησης που ν. 3900/2010 απαιτείται εκτός της καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, να καταβληθεί και αναλογικό παράβολο ίσο προς 2% του αντικειμένου της διαφοράς.
- Επειδή, ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 3 και 4 του προαναφερθέντος Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ορίζεται ότι για το παραδεκτό της έφεσης στις φορολογικές διαφορές κατατίθεται παράβολο που ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δέκα χιλιάδων ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της έφεσης. Εάν κατά την κατάθεση του δικογράφου της εφέσεως δεν καταβληθεί, από τον υπόχρεο, το 1/3 του οφειλόμενου κατά τα ανωτέρω παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.
- Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010 υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της εφέσεως ιδιώτη διαδίκου, αποβλέπει στην αποτροπή της άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων εφέσεων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της ανάγκης αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτόν το παράβολο περιέρχεται στο Δημόσιο ή επιστρέφεται σε αυτόν που το κατέβαλε, ανάλογα με την έκβαση της δίκης (πρβλ. ΣτΕ Ολ. 647/2004). Ενόψει δε του ότι πρόκειται για διαφορές, για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση σε πρώτο βαθμό και στο νόμο καθορίζεται ένα ανώτατο όριο (οροφή) παραβόλου (10.000 ευρώ), σε υποθέσεις με μεγάλο χρηματικό αντικείμενο, επιπλέον δε ορίζεται στο νόμο ότι αρκεί για το παραδεκτό της εφέσεως, όταν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, η καταβολή του τελευταίου τούτου ποσού (3.000 ευρώ) και μάλιστα του 1/3 αυτού με την κατάθεση του ενδίκου μέσου και των υπολοίπων 2/3 αυτού έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η προβλεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις υποχρέωση καταβολής αναλογικού ποσού παραβόλου, ανερχόμενου σε δύο εκατοστά (2%) του ποσού του φόρου που οφείλεται κατά την εκκαλούμενη απόφαση σε δίκες με χρηματικό αντικείμενο φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως αντικείμενη στο ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, που καθιερώνει το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η σχετική ρύθμιση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού που συνάπτεται με την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, την αποτροπή δηλαδή της ασκήσεως προπετών ένδικων μέσων (πρβλ. ΣτΕ Ολ. 3470/2007, 647/2004). Μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, ο οποίος υποστήριξε ότι η τασσομένη με την προπαρατεθείσα διάταξη υποχρέωσις καταβολής ενός τόσου υψηλού ποσού παραβόλου συνιστά, υπό τας παρούσας οικονομικός συνθήκας, υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας και ως εκ τούτου αντίκειται τόσο στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
- Επειδή, εν προκειμένω, σύμφωνα με το 7920/15.4.2011 σημείωμα της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας το αναλογικό παράβολο της κρινόμενης έφεσης ανέρχεται στο ποσό των 52.669 ευρώ (=2.633.444 * 2%). Ως εκ τούτου, για το παραδεκτό του κρινόμενου ενδίκου μέσου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 3 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, έπρεπε να καταβληθεί το ποσό των 1.000 ευρώ (3.000* 1/3) με την κατάθεση αυτού και των 2.000 ευρώ (3.000*2/3) έως την πρώτη συζήτηση. Η εκκαλούσα κατά την κατάθεση της κρινόμενης έφεσης κατέβαλε, όπως εκτέθηκε, παράβολο 1.000 ευρώ, δεν κατέθεσε όμως, έως τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (7.10.2011), τα υπόλοιπα 2/3 του οφειλομένου, κατά τα ανωτέρω, για το παραδεκτό της έφεσης της, συνολικού παραβόλου των 3.000 ευρώ, δηλαδή το ποσό των 2.000 ευρώ.
- Επειδή, ενόψει του γεγονότος ότι οι διατάξεις των άρθρων 22 και 45 παρ.1 του ν.3900/2010 (άρθρα 93 παρ. 3 και 277 παρ.3 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) τυγχάνουν, κατά τ` ανωτέρω, ερμηνείας, από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας για πρώτη φορά, παρέχεται στην εκκαλούσα εταιρία η δυνατότητα να καταβάλει έως τη συζήτηση της έφεσης της στο διοικητικό εφετείο τόσο το ποσοστό 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου εισοδήματος, δηλαδή ποσό 1.316.722,04 ευρώ =2.633.444,08*50%) όσο και τα υπόλοιπα 2/3 του οφειλόμενου παραβόλου, δηλαδή ποσό 2.000 ευρώ (=3.000*2/3).
- Επειδή, μετά την επίλυση των ανωτέρω ζητημάτων, η κρινόμενη έφεση πρέπει, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 ταυ ν. 3900/2010, να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Τριπόλεως.
Δια ταύτα
Επιλύει τα ως άνω ζητήματα, κατά το σκεπτικό.
Παραπέμπει την κρινόμενη έφεση προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Τριπόλεως, κατά το σκεπτικό.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2012
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Π. Πικραμμένος Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Μαΐου 2012.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Π. Πικραμμένος Ελ. Γκίκα
2036/2014 ΣΤΕ
Έφεση επί φορολογικών υποθέσεων. Δεν είναι επιτρεπτή η απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης, αν δεν βεβαιώνεται στην απόφαση του εφετείου ότι δεν προσκομίσθηκε το ειδικό σημείωμα του άρθρου 93 του ΚΔΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010, προς απόδειξη της καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση κυρίου φόρου, δασμού ή τέλους. Η αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτά διότι δεν υφίσταται νομολογία του ΣτΕ επί της ανωτέρω διάταξης. Ποσό της διαφοράς που λαμβάνεται υπόψη για το παραδεκτό της αναίρεσης, όταν με μία ενιαία πράξη έχουν καταλογισθεί πλείονα διακεκριμένα και αυτοτελή ποσά.
Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την αριθμ. 3210/2013 απόφαση του ΔΕφΑθ).
Η υπόθεση εισήχθη στην επταμελή σύνθεση με πράξη του Προέδρου του Τμήματος.
ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2015/432 , ΔΕΕ 2015/574
Αριθμός 2036/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β`
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β` Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β` Τμήματος.
Για να δικάσει την από 26 Νοεμβρίου 2013 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» (με αρχική επωνυμία «…………..»), που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής (………….. αρ. …), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3210/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Νίκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
- Eπειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 4867262/2013 διπλότυπα εισπράξεως, σειράς Η, της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών).
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3210/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της υπ’ αριθμ. 1060/2012 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη, λόγω μη καταβολής, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (προστεθείσα με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010), ποσοστού 50% του οφειλομένου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, ποσού φόρου. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί ως αβάσιμη προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά του υπ’ αριθμ. 23/28.5.2005 φύλλου ελέγχου φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου, με το οποίο είχαν καταλογισθεί εις βάρος της εταιρίας αυτής (υπό την αρχική επωνυμία της «…………..») κύριος φόρος 39.612,76 ευρώ, δημοτικός φόρος 1.188,36 ευρώ και πρόσθετος φόρος, λόγω ανακριβείας της σχετικής δηλώσεως, ύψους 49.912,07 ευρώ (και συνολικά: 90.713,21 ευρώ).
- Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Β` Τμήματος με την από 23.1.2014 πράξη του Προέδρου του λόγω σπουδαιότητος (άρθρο 14 παρ. 5 π.δ/τος 18/1989, ΦΕΚ Α` 8).
- Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 213), αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ .. Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κλπ., χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και όταν το ένδικο μέσο που ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. …». Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως της παραγράφου 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, αν με μία ενιαία πράξη έχουν καταλογισθεί πλείονα διακεκριμένα και αυτοτελή ποσά, ως ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας λαμβάνεται το συνολικό, χωρίς τις προσαυξήσεις και τους προσθέτους φόρους, αμφισβητούμενο με την αίτηση αναιρέσεως ποσό, που αντιστοιχεί στην πράξη αυτή, και όχι κάθε ένα από τα αυτοτελή ποσά της πράξεως. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ 18/1989, όπως ήδη ισχύουν, συνάγεται ότι, επί διαφοράς της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 4163/2012 7μ.,
- Επειδή, με την κρινομένη αίτηση άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου φορολογική διαφορά, στην οποία το αμφισβητούμενο συνολικό ποσό φόρων (Φ.Μ.Α. 39.612,76 ευρώ και δημοτικός φόρος 1.188,36 ευρώ) υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ, προβάλλεται δε προς θεμελίωση του παραδεκτού αυτής κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 ότι νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της εννοίας της παραγράφου 3 του άρθρου 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεν υπάρχει. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος διότι, πέραν της υπ’ αριθμ. 1619/2012 αποφάσεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε μόνον το ζήτημα της συνταγματικότητας της εν λόγω διατάξεως, σχετική νομολογία δεν υπάρχει. Ως εκ τούτου, παραδεκτώς προβάλλεται ο δεύτερος από τους λόγους αναιρέσεως αναγόμενος στην κατά την έννοια του άρθρου 93 παρ. 3 του ΚΔΔ δικονομική λειτουργία του ειδικού σημειώματος της αρμοδίας φορολογικής αρχής που η διάταξη αυτή προβλέπει.
- Επειδή, ειδικότερα, με το άρθρο 22 του προαναφερθέντος ν. 3900/2010 προστέθηκε στο άρθρο 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/99, ΦΕΚ Α` 97) παράγραφος 3, που έχει ως εξής: «Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλομένου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κυρίου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209 Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του».
- Επειδή, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, η θεσπισθείσα με αυτήν για πρώτη φορά υποχρέωση καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση κυρίου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου συνιστά προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της εφέσεως, για την απόδειξη συνδρομής της οποίας προβλέπεται ειδικώς η έκδοση από την αρμοδία φορολογική ή τελωνειακή αρχή, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του εκκαλούντος, σημειώματος με το οποίο, αφ’ ενός, προσδιορίζεται το καταβλητέο από τον εκκαλούντα ποσό βάσει της πρωτόδικης αποφάσεως και, αφ’ ετέρου, βεβαιώνεται η καταβολή του. Εν όψει, όμως, αυτού, εφ` όσον η διάταξη θεσπίζει απαράδεκτο ενδίκου μέσου, είναι στενώς, ως εκ της φύσεώς της, ερμηνευτέα. Συνεπώς, δεν είναι επιτρεπτή η κατ’ εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης, αν δεν βεβαιώνεται στην απόφαση του κατ’ έφεση δικάζοντος δικαστηρίου ότι δεν προσκομίσθηκε από τον φορολογούμενο ή και την φορολογική αρχή, το ειδικό σημείωμα που η ανωτέρω διάταξη απαιτεί προς απόδειξη της καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση κυρίου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει.
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με το υπ’ αριθμ. 23/28.5.2005 φύλλο ελέγχου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου, καταλογίσθηκε εις βάρος της δημοτικής επιχειρήσεως με την επωνυμία «…………..», εν όψει μεταβιβάσεως σ’ αυτήν ακινήτου κειμένου στο Μαρούσι Αττικής, κύριος φόρος ποσού 39.612,76 ευρώ, δημοτικός φόρος ποσού 1.888,36 ευρώ και πρόσθετος φόρος ποσού 49.912,07 ευρώ λόγω ανακριβείας της δηλώσεως. Η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία, όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, προήλθε από τροποποίηση του καταστατικού της ως άνω δημοτικής επιχειρήσεως, μεταξύ άλλων, και ως προς την επωνυμία της, κατά την οποία διατηρήθηκε η νομική προσωπικότητα της ανώνυμης εταιρίας (βλ. ανακοίνωση καταχωρήσεως σχετικά με την από 10.9.2002 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων της και την υπ’ αριθμ. ΕΜ 14852/2002 εγκριτική απόφαση της Νομάρχου Αθηνών, στο Φ.Ε.Κ. 9488/16.9.2002, τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), προσέφυγε κατά της ανωτέρω καταλογιστικής πράξεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο την απέρριψε με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 1060/2012 απόφασή του. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως η αναιρεσείουσα εταιρία άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η δια της παρ. 3 του άρθρου 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (που προστέθηκε με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010) επιβολή «και δευτέρου παραβόλου συζήτησης της έφεσης», ανερχομένου σε ποσοστό 50% επί του οφειλομένου κυρίου φόρου, χωρίς ανώτατο όριο (οροφή), αντιβαίνει στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, παράλληλα, όμως, με το από 26.3.2013 επί της εφέσεως υπόμνημα, το οποίο κατέθεσε, σύμφωνα με την σχετική επί του σώματος αυτού σημείωση της Γραμματέως στις 28.3.2013, πριν από την συζήτηση της εφέσεως, η οποία έγινε κατά την ορισθείσα πρώτη δικάσιμο της 1.4.2013, ανέφερε ότι «προσκομίζεται το με αριθμό πρωτ. Δ4/19.03.13 Ειδικό Σημείωμα καταβολής φόρου (άρθρ. 22 ν. 3900/2010) της Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου, από το οποίο προκύπτει ότι καταβλήθηκε το 50% του κυρίου φόρου με βάση την υπ’ αριθμ. 1060/12 απόφαση του Διοικητικού πρωτοδικείου Αθηνών». Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο, δεχθέν εν πρώτοις ότι η ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3900/2010 δεν αντίκειται στην παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος και στην παρ. 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., έκρινε περαιτέρω ως εξής: «Ενόψει τούτου [του αβασίμου του ισχυρισμού περί ανισχύρου της παρ. 3 του άρθρου 93 του ΚΔΔ], η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της μη καταβολής ποσοστού 50% του οφειλόμενου σύμφωνα με την εκκαλούμενη απόφαση κύριου φόρου και με δεδομένο ότι δεν έχει ανασταλεί με απόφαση του Δικαστηρίου η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 209A του Κ.Δ.Δ.».
- Επειδή, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη κατ’ άρθρο 93 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας «λόγω της μη καταβολής ποσοστού 50% του οφειλόμενου … κύριου φόρου» δίχως, όμως, να βεβαιώνει την διαπίστωση ελλείψεως του προβλεπομένου από την ανωτέρω διάταξη ειδικού σημειώματος, παρόλο, μάλιστα, που αντιθέτως, κατά τα ανωτέρω, του είχε επισημανθεί η ύπαρξή του. Για τον λόγο αυτό βασίμως προβαλλόμενο με την κρινομένη αίτηση, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση, αποβαίνει δε αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3210/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Ιουνίου 2014.
Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος Ο Γραμματέας του Β` Τμήματος
Φ. Αρναούτογλου Ι. Μητροτάσιος
3832/2014 ΣΤΕ
ΟΤΑ. Η επιβολή ποσού κατά το άρθρο 2 παρ. 1 περ. ε’ του ν. 2947/2001 αφορά στην υπέρ του οικείου Δήμου επιβολή οικονομικού βάρους υπολογιζομένου επί της αντικειμενικής αξίας του συντελεστή δομήσεως του ακινήτου. Η υπό κρίση υπόθεση είναι φορολογική και νομίμως εισάγεται ενώπιον του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ. Αντίθετη μειοψηφία.
Υποχρέωση καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της εφέσεως, καθώς και αναλογικού παραβόλου. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 93 παρ. 3 και 277 παρ.3 και 4 του ΚΔΔ δεν είναι αντίθετες στο Σύνταγμα ή στην ΕΣΔΑ. Το εφετείο, εφόσον δεν ήταν προφανές ότι επρόκειτο για φορολογική υπόθεση, όφειλε να καλέσει τον εκκαλούντα να τηρήσει τις ανωτέρω υποχρεώσεις του κατ’ εφαρμογή του άρθρου 139Α του ΚΔΔ ή να εκδόσει προδικαστική απόφαση.
Μη νομίμως απορρίφθηκε η έφεση.
Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την αριθμ. 2293/2012 ΔΕφΑθ)
Η υπόθεση εισήχθη στην επταμελή σύνθεση με την αριθ. 1703/2014 ΣτΕ.
Αριθμός 3832/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2014 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Ειρ. Σταυρουλάκη, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄Τμήματος.
Για να δικάσει την από 25 Ιανουαρίου 2013 αίτηση:
της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην .. Αττικής (οδός .. αρ. ..), η οποία αποτελεί καθολικό διάδοχο της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «..» και το διακριτικό τίτλο «…», λόγω συγχώνευσης των δύο ως άνω εταιρειών, με απορρόφηση της δεύτερης εταιρείας από την πρώτη, η οποία παρέστη με το δικηγόρο ….., που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά του Δήμου Παλλήνης Αττικής, που εδρεύει στο Γέρακα Αττικής, ο οποίος παρέστη με τη ….., που την διόρισαν με έγγραφό του ο Δήμαρχος.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2293/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ειρ. Σταυρουλάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου Δήμου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
- Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. υπ’ αριθμ. 1272258 – 9, 3391693/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου σειράς Α’).
- Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος κατόπιν της 1703/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως, λόγω μείζονος σπουδαιότητος.
- Επειδή, με την κρινομένη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 2293/2012 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση της εταιρείας «…» («..»), που, στην συνέχεια, απορροφήθηκε από την αναιρεσείουσα (βλ. τις από 31-12-2012 και 2-1-2013 ανακοινώσεις των σχετικών καταχωρίσεων στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, ΦΕΚ 14940/31-12-2012 και 119/8-1-2013, αντιστοίχως) κατά της 1208/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή της ως άνω εταιρείας κατά της 4153/22-4-2005 πράξεως του Δημάρχου του αναιρεσιβλήτου Δήμου Παλλήνης περί επιβολής σε βάρος της, κατ’ επίκληση του άρθρου 2 παρ. 1 περ. ε’ του ν. 2947/2001, ποσού 749.719,49 ευρώ.
- Επειδή, στο π.δ. 361/2001 (Α’ 244) ορίζεται, στο άρθρο 2 ότι «1. Στο Β`Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α) τους φόρους, δασμούς, εισφορές, τέλη και συναφή δικαιώματα του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης…» και στο άρθρο 5 ότι 1. Στο Ε` Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α)…ε) τη χωροταξία, την πολεοδομία και τη δόμηση γενικά…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η αρμοδιότητα των Τμημάτων του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίνεται από τη φύση της νομοθεσίας, κατ’ εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, επί αιτήσεως αναιρέσεως, η πρωτοδίκως προσβληθείσα ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων πράξη, με γνώμονα την υπαγωγή ομοειδών διαφορών στον αυτό δικαστικό σχηματισμό. Σε περίπτωση αμφιβολιών, ήτοι εάν η εφαρμοσθείσα διάταξη μπορεί να υπαχθεί εννοιολογικά σε περισσοτέρους τομείς της νομοθεσίας, πρέπει να αναζητείται ο προέχων χαρακτήρας της εφαρμοζομένης σχετικής νομοθεσίας, ούτως ώστε να αποφεύγεται η κατάτμηση ομοειδών διαφορών, προκαλουμένων από την εφαρμογή της ίδιας κατά βάση νομοθεσίας, σε περισσότερα Τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1187/ 2010, 3504/2009 Ολομ., 1570/2005 Ολομ., 183/2004, 883/2003, 2074/1999 Ολομ., 1846/1998, 752/1997, 1117/1985 Ολομ.).
- Επειδή, ο ν. 2947/2001 «Θέματα Ολυμπιακής Φιλοξενίας…» (Α’ 228) όρισε στο άρθρο 2 ότι «1. Για την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 καθορίζονται οι ακόλουθες περιοχές υποδοχής εγκαταστάσεων φιλοξενίας εκπροσώπων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.) (χωριά τύπου) και προσωπικού ασφαλείας, όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται κατωτέρω…: α…. ε. ΄Εκταση του Ο.Τ.Ε. στο Δήμο Παλλήνης Αττικής. Ο συντελεστής δόμησης για το σύνολο των οικοδομήσιμων χώρων της έκτασης δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0,8. Το ποσοστό πρασίνου και κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων πρέπει να ανέρχεται σε 60% τουλάχιστον στο σύνολο της έκτασης. Στο παραπάνω ποσοστό συνυπολογίζεται και το εσωτερικό δίκτυο οδών και πλατειών των οικοδομικών τετραγώνων. Η περιοχή αυτή, μετά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, θα λειτουργήσει ως χώρος υποδοχής χρήσεων γενικής κατοικίας. Εφόσον ο συντελεστής δόμησης που θα πραγματοποιηθεί υπερβαίνει το 0,7, ο Ο.Τ.Ε. ή ο έλκων εξ αυτού δικαιώματα οφείλει να καταβάλει στον οικείο Δήμο ή να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για λογαριασμό του, ποσό δραχμών ίσο προς το 10% της αντικειμενικής αξίας του πέραν του 0,7 πραγματοποιούμενου συντελεστή δόμησης. Το ποσό αυτό εγγράφεται υπό ίδιο κωδικό αριθμό στον προϋπολογισμό του οικείου Δήμου και διατίθεται αποκλειστικά για την κάλυψη πολεοδομικών αναγκών και για την εκτέλεση κοινόχρηστων και κοινωφελών έργων και έργων αναβάθμισης του περιβάλλοντος στην εδαφική περιφέρεια του παραπάνω Ο.Τ.Α.. Η καταβολή του ποσού αυτού αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας οικοδομής. 2. α….β….Η εφαρμογή των ρυμοτομικών σχεδίων γίνεται με πρωτοβουλία και ευθύνη των οικείων φορέων, οι οποίοι, για το σκοπό αυτόν, προβαίνουν στην εκτέλεση των έργων διαμόρφωσης του χώρου, καθώς και στην
εκτέλεση των έργων υποδομής….Διατάξεις που προβλέπουν την υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις πολεοδόμησης με βάση την παράγραφο αυτή…».
- Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλομένη έγιναν δεκτά τα εξής: «Για την ανάγκη τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 οριοθετήθηκε και ρυμοτομήθηκε…έκταση 45.690 τ.μ. επί ακινήτου…στη θέση Λόφος Παλλήνης Αττικής…ιδιοκτησίας της…εταιρείας «…… …», [το οποίο] εισφέρθηκε στην [εταιρεία «….»],…με σκοπό την…προσωρινή διαμόρφωσή του σε Χωριό Τύπου κατά τη χρονική περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004…Στην έκταση αυτή ατασκευάστηκε συγκρότημα κατοικιών, για την ανέγερση των οποίων ελήφθησαν αρχικώς οι …58945/23-7-2002 και 59992/31-7-2002 οικοδομικές άδειες εκτέλεσης του έργου “Χωριό Τύπου – Οικιστικό”… και …η 18863/12-5-2003 οικοδομική άδεια…για την εκτέλεση εργασιών … για τη μετατροπή της ολυμπιακής χρήσης …σε χρήση κατοικίας (μεταολυμπιακή χρήση). Ενόψει της έκδοσης της τελευταίας αυτής άδειας και δεδομένου ότι η περιοχή δεν είχε ενταχθεί στο σύστημα προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, η …[«…..»] κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων…ποσό …67.102 ευρώ υπέρ του [ήδη αναιρεσιβλήτου]… Δήμου ως ειδική εισφορά του άρθρου 2 παρ.1 εδ. ε’ του ν. 2947/2001, η καταβολή της οποίας αποτελούσε, κατά τον ως άνω νόμο, προϋπόθεση για τη χορήγηση οικοδομικής άδειας. [Μετά τον καθορισμό, με υπουργική απόφαση, των σχετικών τιμών εκκινήσεως και των συντελεστών αυξομειώσεώς τους] για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων [της περιοχής]…επιβλήθηκε [με την επίδικη πράξη του Δημάρχου Παλλήνης] σε βάρος της [προαναφερθείσης] εταιρείας …ποσό …749.719,49 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της οφειλομένης [ως άνω] ειδικής εισφοράς…και εκείνης που είχε καταβληθεί».
- Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στις σκέψεις 4 και 5, η υπό κρίση υπόθεση νομίμως εισάγεται ενώπιον του Β΄Τμήματος του Δικαστηρίου, αρμοδίου για διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας για «φόρους, …..εισφορές, τέλη και συναφή δικαιώματα…..των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης», δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. ε’ του ν. 2947/2001, κατ’ εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε η πρωτοδίκως προσβληθείσα πράξη, έστω και αν αναφέρεται σε καταβολή «ποσού» το οποίο δεν χαρακτηρίζει ως φόρο, τέλος ή εισφορά, αφορά, πάντως, στην υπέρ του οικείου Δήμου επιβολή οικονομικού βάρους υπολογιζομένου επί της κατά τις διατάξεις του ν. 1249/1982 αντικειμενικής αξίας του συντελεστή δομήσεως του ακινήτου, που αποτελεί μεν προϋπόθεση για την έκδοση οικοδομικής αδείας, χωρίς, όμως, να συνδέεται αμέσως με την εφαρμογή και την υλοποίηση συγκεκριμένης πολεοδομικής ρυθμίσεως (πρβλ.ΣτΕ 2126/2013, 978/2006, 3711/2005, 1570/2005 Ολομ., 1751, 2133/2000). Κατά την άποψη, όμως, της Παρέδρου Ε. Σταυρουλάκη, η υπό κρίση υπόθεση, ενόψει και της ανάγκης αποφυγής της κατατμήσεως ομοειδών διαφορών σε περισσότερα Τμήματα του Δικαστηρίου, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ε’ Τμήματος. Και τούτο, διότι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν.2947/2001, κατ’ εφαρμογή των οποίων επεβλήθη το επίδικο ποσό, εντάσσονται, κατά τον προέχοντα χαρακτήρα τους, στη νομοθεσία την σχετική με την πολεοδομία και τη δόμηση των οριζομένων ως περιοχών υποδοχής εγκαταστάσεων φιλοξενίας εκπροσώπων ΜΜΕ χώρων για την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Ελλάδα και αποσκοπούν στην κάλυψη πολεοδομικών αναγκών για εκτέλεση κοινοχρήστων και κοινωφελών έργων και έργων αναβαθμίσεως του περιβάλλοντος στην εδαφική περιφέρεια του οικείου Δήμου [πρβλ. ΣτΕ 2469/2011, 1187/2010, 860/2006, 1570/2005 Ολομ. (μειοψ.), 2141/2003, 2711/2001, 2089/2000, 3374/2000, 3641/1999, 4464/1998]. Επομένως, κατά την ίδια ως άνω άποψη, εφ’ όσον τίθεται ζήτημα αναρμοδιότητας του επιληφθέντος της κρινομένης υποθέσεως Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει η εν λόγω υπόθεση να παραπεμφθεί στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προς επίλυση του ως άνω ζητήματος κατ’ άρθρο 14 παρ.6 του π.δ/τος 18/1989 (Α’ 8), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ.3 του ν.3900/2010 (Α’ 213).
- Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 12 του ν. 3900/2010 αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Επομένως, για το παραδεκτό αιτήσεων αναιρέσεως απαιτείται σωρευτικώς η συνδρομή και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς και των αναφερομένων στην ως άνω παρ.3 του άρθρου 53 του π.δ/τος προϋποθέσεων.
- Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφού κρίθηκε ότι η επιβολή του κατ’ άρθρο 2 παρ.1 περ. ε’ του ν. 2947/2001 επιδίκου ποσού γεννά «φορολογική» διαφορά κατά την έννοια των κατωτέρω παρατιθέμενων διατάξεων του κυρωθέντος με το ν. 2717/1999 (Α’ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), η υπό κρίση έφεση απερρίφθη ως απαράδεκτη μετά την διαπίστωση ότι, για το παραδεκτό της κατεβλήθη μεν το κατ’ άρθρο 277 παρ. 2 του ΚΔΔ παράβολο των 150 ευρώ, δεν κατεβλήθησαν, όμως, το κατ’ άρθρο 93 παρ. 3 ποσοστό 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση ποσού, ούτε το κατά το άρθρο 277 παρ. 3 και 4 του ΚΔΔ παράβολο ποσοστού 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς, κριθέντος ότι δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί το άρθρο 139Α του ΚΔΔ περί δυνατότητος συμπληρώσεως τυπικών ελλείψεων. Ήδη, προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, επί διαφοράς της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει, κατά την αναιρεσιβαλλομένη, τα 40.000 ευρώ, προβάλλεται ότι δεν πρόκειται για «φορολογική», κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του ΚΔΔ, διαφορά, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται για το παραδεκτό της εφέσεως η καταβολή των εν λόγω ποσών, και ότι, εν πάση περιπτώσει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 20 παρ.1 Συντάγματος και 6 παρ. 1 της κυρωθείσης με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α’ 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ήταν εφαρμοστέα η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 139Α του ΚΔΔ περί δυνατότητος συμπληρώσεως του ελλείποντος παραβόλου παρά την έλλειψη σχετικής ρητής παραπομπής. Ενόψει του ότι ως προς τα ανωτέρω νομικά ζητήματα δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η υπό κρίση αίτηση είναι, όπως βασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, από την άποψη αυτή και εν γένει, παραδεκτή και περαιτέρω εξεταστέα.
- Επειδή, ο προαναφερθείς ΚΔΔ ορίζει, στο σχετικό με την έφεση άρθρο 93, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ.3 του ν.3900/2010, το οποίο άρχισε να ισχύει από 1-1-2011, ότι «1…3. Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές…εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κυρίου φόρου…εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική…αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται η καταβολή του…», στο σχετικό με τα παράβολα άρθρο 277 ότι «1. Για το παραδεκτό των ενδίκων…μέσων πρέπει, ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί το αποδεικτικό αυτό ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α [όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ.7 του ν.3226/2004, Α’24]. 2.Το παράβολο ορίζεται: α) …β) για την… έφεση…σε εκατόν πενήντα ευρώ. …3. [όπως οι παράγραφοι 3 και 4 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 45 παρ.1 του ν.3900/2010] Κατ’ εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές…εν γένει διαφορές, το παράβολο για την…έφεση…ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δέκα χιλιάδων ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της…έφεσης …4. Τα ένδικα…μέσα της παρ.3 απορρίπτονται ως απαράδεκτα, εάν κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί, από τον υπόχρεο, το 1/3 του κατά την προηγουμένη παράγραφο παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού. Το παράβολο υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία προς τούτο χορηγεί ατελώς ειδικό σημείωμα στον υπόχρεο, ύστερα από αίτησή του. Αν καταβληθεί παράβολο μικρότερο από εκείνο που αναφέρεται στο σημείωμα, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αν καταβληθεί το παράβολο που αναφέρεται στο σημείωμα, αλλά αυτό είναι μικρότερο του κατά το νόμο οφειλομένου, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και, αν το ένδικο…μέσο απορριφθεί για άλλον λόγο, το παράβολο που ελλείπει καταλογίζεται με την απόφαση του δικαστηρίου…» και στο άρθρο 139Α, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 5 του ν.3226/2004, ότι «1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου καλεί, και μετά την συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφ’ όσον παρίσταται αυτοπροσώπως, να τις καλύψει, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία…».
- Επειδή, οι προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 και 277 παρ. 3 και 4 του ΚΔΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, αναφερόμενες σε φορολογικές «εν γένει» διαφορές, καταλαμβάνουν κατά την έννοιά τους (πρβλ. ΣτΕ 761/2014 επταμ.) και την υπό κρίση διαφορά, η οποία γεννήθηκε από επιβολή του κατ’ άρθρο 2 παρ.1 περ. ε’ του ν.2947/2001 «ποσού» που υπολογίζεται επί της κατά τις διατάξεις του ν. 1249/1982 αντικειμενικής αξίας, καθώς, έστω και αν ο νομοθέτης δεν το χαρακτηρίζει ως φόρο, τέλος ή εισφορά, αφορά στην υπέρ του οικείου Δήμου επιβολή οικονομικού βάρους. Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, και οι δύο αυτές ρυθμίσεις των άρθρων 93 παρ.3 και 277 παρ.3 και 4 του ΚΔΔ δεν είναι αντίθετες στο Σύνταγμα ή στην ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, η κατ’ άρθρο 93 παρ.3 του ΚΔΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3900/2010, υποχρέωση καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της εφέσεως, δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 ΕΣΔΑ, ούτε αποτελεί μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκομένους από το νόμο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 1619/2012 Ολ.). Περαιτέρω, η κατ’ άρθρο 277 παρ.3 και 4 του ΚΔΔ επιπλέον υποχρέωση καταβολής αναλογικού παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της εφέσεως στις χρηματικού αντικειμένου φορολογικές εν γένει διαφορές, συνιστά μεν περιορισμό, χωρίς, όμως, να θίγει τον πυρήνα του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος δικαστικής προστασίας, ο οποίος αποβλέπει στην αποτροπή της ασκήσεως απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης επί φορολογικών διαφορών, ο περιορισμός δε αυτός είναι πρόσφορος για την επίτευξη του προεκτεθέντος επιδιωκομένου σκοπού, δεν τελεί σε προφανή δυσαναλογία με αυτόν (πρβλ. ΣτΕ 761/2014 επταμ., 1619/2012 Ολομ., 2780/2012 επταμ.), δικαιολογείται αντικειμενικώς και δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας (ΣτΕ 761/2014 επταμ.). Επομένως, όπως νομίμως έκρινε, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσείουσα όφειλε, κατ’ αρχήν, για το παραδεκτό της εφέσεώς της, να καταβάλει τα προβλεπόμενα από τις ανωτέρω διατάξεις ποσά, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων ισχυρισμών της.
- Επειδή, οι υποχρεώσεις αυτές των άρθρων 93 παρ.3 και 277 παρ.3 και 4 του ΚΔΔ τάσσονται στον εκκαλούντα επί ποινή απαραδέκτου της εφέσεώς του μόνο στις χρηματικού αντικειμένου «φορολογικές εν γένει διαφορές». Όταν, συνεπώς, είναι προφανές ότι η υπόθεση εμπίπτει στις διαφορές αυτές, ο εκκαλών οφείλει, κατά τα προαναφερθέντα, να τηρήσει πλήρως τις σχετικές υποχρεώσεις του. Όταν, όμως, αυτό δεν είναι προφανές, όπως επί ατελούς διατυπώσεως του νόμου και ελλείψεως σχετικής νομολογίας, που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ευλόγων αμφιβολιών στον εκκαλούντα που δεν έχει τηρήσει τις σχετικές υποχρεώσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εφέσεως και καταλήγει ερμηνευτικά στο αντίθετο συμπέρασμα οφείλει, εν όψει των προαναφερθέντων άρθρων 20 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, να μην απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, αλλά να τον καλέσει να τις τηρήσει μέσα σε εύλογη προθεσμία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 139Α του ΚΔΔ ή και με την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
- Επειδή, εν προκειμένω, μη νομίμως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη ότι η έφεση ήταν απορριπτέα λόγω μη καταβολής των κατά τα άρθρα 93 παρ.3 και 277 παρ.3 και 4 του ΚΔΔ ποσών και μη δυνατότητας συμπληρώσεως, κατ’ άρθρο 139Α του ΚΔΔ, των τυπικών αυτών ελλείψεων. Και τούτο, διότι, κατά τα προεκτεθέντα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπεχρεούτο να τάξει στην ασκήσασα το εν λόγω ένδικο μέσο εταιρεία, η οποία, μάλιστα, νομιμοποιήθηκε κατά την ενώπιόν του εκδίκαση της υποθέσεως, εύλογη προθεσμία προς κάλυψη της σχετικής ελλείψεως, δεν ηδύνατο δε να απορρίψει άνευ ετέρου την έφεσή της ως απαράδεκτη για μόνο το λόγο της μη καταβολής των ως άνω ποσών.
- Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλομένη απόφαση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, αποβαίνει δε, ως εκ τούτου, αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο ως άνω δικαστήριο για την διενέργεια των νομίμων.
Δια ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 2293/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση για νέα νόμιμη κρίση, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο Δήμο Παλλήνης τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Νοεμβρίου 2014.
Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος Ο Γραμματέας του Β` Τμήματος
Φ. Αρναούτογλου Ι. Μητροτάσιος
