5.Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προβαίνει σε: α)…, β)…, γ)…, δ)…, ε) Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα.
[1] ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Εισ. ΑΠ 3/2014
«Περί της δυνατότητας ή μη επιβολής δεσμεύσεων τραπεζικών λογαριασμών ή περιουσιακών στοιχείων από το Σ.Δ.Ο.Ε., μετά την ισχύ του Ν. 4223/2013»
Με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 8985/2014 έγγραφο του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, ζητείται η γνώμη μας, περί του εάν, μετά την ισχύ του Ν. 4223/2013, το Σ.Δ.Ο.Ε έχει την αρμοδιότητα, σε περιπτώσεις διαπίστωσης μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, να προβαίνει σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των υπαιτίων.
Επί του ζητήματος αυτού η γνώμη μας είναι η εξής:
Με το άρθρο 30 του Ν 3296/2004 συνεστήθη η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.E.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, με τις στο άρθρο αυτό λεπτομερώς καθοριζόμενες αρμοδιότητες. Η υπηρεσία αυτή μετονομάστηκε με το άρθρο του Ν 3842/2010 σε Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε). χωρίς να θιγούν καθόλου οι αρμοδιότητες της.
Με την παράγραφο 2 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι κύριο έργο της Υ.Π.Ε.Ε (ήδη Σ.Δ.Ο.Ε) είναι: «η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις καθώς επίσης και των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας.
Ειδικότερα:
α). Η έρευνα, ο εντοπισμός και η καταστολή οικονομικών παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας και σημασίας, όπως η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), οι απάτες και παρατυπίες, οι παραβάσεις που σχετίζονται με προμήθειες, επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, οι παράνομες χρηματιστηριακές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και γενικά οι οικονομικές απάτες σε βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξάρτητα από τον τόπο τέλεσης,
β). Ο προληπτικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και ο προσωρινός φορολογικός έλεγχος, ιδίως στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, με έμφαση στο Φ.Π.Α., καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας,
γ). Η έρευνα αποκάλυψη και καταπολέμηση παράνομων συναλλαγών, απατών και δραστηριοτήτων, που διενεργούνται με χρήση ηλεκτρονικών μέσων, του διαδικτύου και νέων τεχνολογιών,
δ). Η πρόληψη, δίωξη και καταπολέμηση άλλων παραβάσεων όπως, παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, όπλων και εκρηκτικών, πρόδρομων και ψυχοτρόπων ουσιών, τοξικών και επικίνδυνων ουσιών (ραδιενεργά και πυρηνικά υλικά, τοξικά απόβλητα κ.λπ.) αρχαιοτήτων και πολιτιστικών αγαθών,
ε). Η προστασία, σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, του αιγιαλού και της παραλίας, ως και των ανταλλάξιμων και δημόσιων κτημάτων, αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, από τις αυθαίρετες καταπατήσεις και κατασκευές επ’ αυτών».
Με την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου οριζόταν ότι η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (νυν Σ.Δ.Ο.Ε) προέβαινε:
α). σε ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, ανεξάρτητα από τον φορέα εκμετάλλευσής τους και του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο τελούν,
β) έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων, ως και έρευνες σε άλλους χώρους που δεν αφορούν την επαγγελματική απασχόληση του ελεγχόμενου, όταν υπάρχουν στοιχεία ή βάσιμες υπόνοιες για την τέλεση οικονομικών παραβάσεων, μετά από συναίνεση του ελεγχόμενου ή του αρμόδιου εισαγγελέα και, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, του επιτόπιου δικαστικού λειτουργού. Όταν πρόκειται για έρευνα σε κατοικία, είναι πάντοτε απαραίτητη η παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής,
γ) συλλήψεις και ανακρίσεις προσώπων και έρευνες μεταφορικών μέσων, αγαθών, προσώπων, καταστημάτων, αποθηκών, οικιών και λοιπών χώρων, ως και στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ισχύουσες κάθε φορά ειδικές διατάξεις και τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για τα αδικήματα που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία και ανάγονται στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων,
δ), κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά φορολογικές και τελωνειακές διατάξεις.
ε) δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα.
Με το άρθρο 52 του Ν 4223/2013 (ΦΕΚ Α’ 287/31-12-2013), τροποποιήθηκε το άρθρο 30 του Ν 3296/2004 ως εξής:
αα) διαγράφηκαν οι λέξεις «μεγάλης φοροδιαφυγής και» από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 και οι λέξεις «φορολογικές και τελωνειακές» από την περίπτωση δ της παραγράφου 5 (παρ.2 και 3 του άρθρου 52 του Ν 4223/2013),
ββ) καταργήθηκε η περίπτωση β της παραγράφου 2 και αναριθμήθηκαν οι υπόλοιπες περιπτώσεις σε περιπτώσεις β, γ και δ (παραγ.1 του αυτού ως άνω άρθρου)
γγ) μετά την περίπτωση ε της παραγράφου 2 (όπως αυτή αναριθμήθηκε με την παρ.1 του άρθρο 52 του Ν 4223/2013), προστέθηκε νέα περίπτωση δ με το εξής περιεχόμενο: δ) « Η εκτέλεση των εισαγγελικών παραγγελιών, εντός του πεδίου της αρμοδιότητάς του»,
δδ) με την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου (άρθρο 52 του 4223/2013) ορίστηκε ότι διαγράφονται ο λέξεις «μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και» από την περίπτωση ε της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του Ν 3296/2004, όπως αυτή αναριθμήθηκε με την παράγραφο 1 του ιδίου νόμου.
Όμως η περίπτωση ε της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του Ν 3296/2004, δεν περιλαμβάνει τις λέξεις «μεγάλης φοροδιαφυγής και», που φέρονται να διαγράφονται με την διάταξη που προαναφέρθηκε. Οι λέξεις αυτές συναντώνται στην περίπτωση ε της παραγράφου 5 του άρθρου 30 του Ν. 3296/2004, το οποίο αναφέρεται στην δυνατότητα του προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε. να προβαίνει με σχετικό έγγραφο του σε δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων, σε περιπτώσεις οικονομικών εγκλημάτων και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής.
Από την γραμματική συνεπώς ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 30 παρ.5 του 3296/2004, όπως αυτή ισχύει και μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν κατά τα ανωτέρω, προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως ότι εξακολουθεί να υφίσταται η αρμοδιότητα του προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε να προβαίνει σε δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων σε περιπτώσεις μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής. Πιθανότατα πρόθεση του νομοθέτη (μετά την αφαίρεση από το Σ.Δ.Ο.Ε του προληπτικού ελέγχου εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας) ήταν να διαγραφούν οι λέξεις «μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και» από την περίπτωση ε της παραγράφου 5 και όχι από την αναφερόμενη σε άλλο ζήτημα περίπτωση ε της παραγράφου 2.
Εάν όμως αυτός δεν εκφράστηκε σωστά, είναι έργο του ιδίου να προβεί σε διόρθωση του λάθους (ή της παραδρομής) και όχι του εφαρμοστή του δικαίου.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, και αν ακόμη καθ’ υπόθεση και μετά από διορθωτική ερμηνευτική προσέγγιση (λογική ερμηνεία της διάταξης περί της οποίας γίνεται λόγος, προς εξεύρεση της αληθούς βούλησης του νομοθέτη). ήθελε γίνει δεκτό ότι ο τελευταίος ήθελε να διαγράψει τις λέξεις «μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και» από την περίπτωση ε της παραγράφου 5, κατά την γνώμη μας και πάλι υφίσταται αρμοδιότητα του προϊσταμένου της περιφερειακής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε για επιβολή δεσμεύσεων λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων προς διασφάλιση των συμφερόντων του δημοσίου (στα πλαίσια βεβαίως διενεργούμενης προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης), αφού και μετά την τροποποίηση της παραγράφου 5 του άρθρου 30, διατηρήθηκε η αρμοδιότητα του αυτή στις περιπτώσεις των οικονομικών εγκλημάτων, κλασσική δε περίπτωση οικονομικού εγκλήματος, με ιδιαίτερη μάλιστα κοινωνική απαξία, αφού τελείται σε βάρος του Δημοσίου, αποτελεί και η φοροδιαφυγή.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής
[2] ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
4173/2014 ΣτΕ
Το κατά το άρθρο 30 παρ.5 περ.ε του ν. 3296/2004 μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και οποιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων του ελεγχόμενου προσώπου, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Η προσβαλλόμενη πράξη του Προϊσταμένου της Δ’ Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε. στερείται νομίμου ερείσματος και είναι ακυρωτέα για λόγο εξεταστέο και αυτεπαγγέλτως. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης.
4618/2014 ΣτΕ
Κατά το άρθρο 30 παρ. 5 περ. ε του ν. 3296/2004, το ΣΔΟΕ μπορεί να προβαίνει σε δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου ή οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων. Η διάταξη αυτή αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Μη νόμιμη η απόρριψη του αιτήματος άρσης των επιβληθέντων μέτρων, η οποία έχει εκτελεστό χαρακτήρα και στηρίζεται σε αντισυνταγματική διάταξη. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης για λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο.
4173/2014 ΣτΕ (αναστολή)
Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Συνταγματικότητα νόμου. Δημόσιο συμφέρον. Αίτηση αναστολής εκτέλεσης πράξεως του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε., με την οποία απαγορεύθηκε η ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού από τους τραπεζικούς λογαριασμούς (ατομικούς ή κοινούς), καθώς και η κίνηση των θυρίδων και κάθε χρηματιστηριακού προϊόντος με δικαιούχους τους αιτούντες και την κόρη τους. Με την 1032/13 απόφαση του ΣτΕ, ναι μεν, κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η διάταξη του αρ. 30 § 5 περ.ε του ν.3296/04, κατ’ εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, αντίκειται στα αρ. 5 §1, 17 §1 και 25 §1 του Συντ., όμως η απόφαση αυτή παραπέμπει το ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, απόφαση δε της Ολομελείας δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα. Με τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η σχετική αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα. Η Επιτροπή Αναστολών, λαμβάνοντας υπόψη τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των αιτούντων, σταθμίζοντας τους λόγους δημοσίου συμφέροντος για τους οποίους επιβλήθηκε το ως άνω μέτρο και τη βλάβη που υφίστανται οι αιτούντες και εκτιμώντας τα προσκομισθέντα στοιχεία, τα οποία αναφέρονται μόνο σε δαπάνες των ιδίων και της κόρης τους, η οποία σπουδάζει στην αλλοδαπή, κρίνει ότι πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση και να διαταχθεί, ως κατάλληλο μέτρο, η μηναία αποδέσμευση από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των αιτούντων, αιτήσει τους, ποσού ανερχόμενου συνολικώς μέχρι 5.500 ευρώ και η ελεύθερη διακίνηση του ποσού αυτού από το τραπεζικό σύστημα. Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.
4173/2014 ΣτΕ
ΔΦΟΡΝ 2013/477,
ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2013/567,
ΑΡΜ 2013/1146,
ΝΟΒ 2013/824 ,
ΕΔΔΔΔ 2013/682,
ΔΕΕ 2013/479,
ΧΡΗΔΙΚ 2013/183
(Παρατηρήσεις Α. Καϊδατζή ΑΡΜ 2013/1149 και σημείωση Α. Μήτσου ΔΕΕ 2013/482).
Φορολογικός έλεγχος και εξουσία των αρμοδίων οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. να επιβάλουν την δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων ελεγχομένου προσώπου. Η πράξη περί επιβολής του μέτρου δημιουργεί ακυρωτική διαφορά υπαγομένη στην αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ. Το άρθρο 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή του ζητήματος στην Ολομέλεια.
[3] ΣτΕ 3316/2014
Το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 μέτρο της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005.
Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου». Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου. Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεως της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
ΣτΕ 3316/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτηση: του .. του .., κατοίκου … των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους : .., που τους διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον …, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. Στη δίκη παρεμβαίνει η … του …, κάτοικος Αθηνών (… ..), η οποία παρέστη με το δικηγόρο …, που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1032/2013 αποφάσεως του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.).
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέσει εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο, Κ. Πισπιρίγκο. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους του αιτούντος οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3091384 – 6/2011 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), με την οποία αποφασίσθηκε η δέσμευση πάσης φύσεως τραπεζικών λογαριασμών, τραπεζικών προϊόντων, στοιχείων και θυρίδων του αιτούντος.
- Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 18.9.2012 ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Δ΄ Τμήμα έκρινε, με την 1032/2013 απόφαση, ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, διότι ερείδεται επί της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Δεδομένου, όμως, ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως με τo ως άνω αιτιολογικό συνδέεται και με κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, το Δ΄ Τμήμα δεν απεφάνθη οριστικώς και με την ως άνω 1032/2013 απόφαση παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, προς επίλυση, το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής.
- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67), σε δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομελείας του Συμβουλίου Επικρατείας, της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ή της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση, πλην άλλων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφ’ όσον το ίδιο ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου Δικαιοσύνης, στην οποία είναι διάδικοι. Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση προβάλλονται ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά στα τιθέμενα ζητήματα συνταγματικότητας, η δε δικαστική απόφαση δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον παρεμβαίνοντα. Εν προκειμένω, παραδεκτώς άσκησε παρέμβαση, προβάλλοντας ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα περί αντιθέσεως της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 του Συντάγματος και προς την αρχή της αναλογικότητας, η …., η οποία έχει ασκήσει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την Ε. 3733/2013 αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως που εκδόθηκε βάσει της ως άνω διατάξεως, ήτοι κατά της ΕΜΠ 8486/20.12.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών του Σ.Δ.Ο.Ε. που αφορά δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της.
- Επειδή, στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη», στο άρθρο 17 παρ.1 ότι «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 25 παρ.1 ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (E.Σ.Δ.Α. – ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), ορίζονται τα ακόλουθα : «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
- Επειδή, με το άρθρο 30 του ν. 3296/2004 (Α΄253) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών συνιστάται νέα υπηρεσία με τον τίτλο “Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων” (ΥΠ.Ε.Ε.) υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την έναρξη λειτουργίας της οποίας παύει η λειτουργία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) … 2. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης και των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας. Ειδικότερα : α. Η έρευνα, ο εντοπισμός και η καταστολή οικονομικών παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας και σημασίας … β. Ο προληπτικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και ο προσωρινός φορολογικός έλεγχος … καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας γ. … 3. … 5. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προβαίνει σε : α. Ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, … β. Έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων, ως και έρευνες σε άλλους χώρους που δεν αφορούν την επαγγελματική απασχόληση του ελεγχομένου, … γ. Συλλήψεις και ανακρίσεις προσώπων και έρευνες μεταφορικών μέσων, αγαθών, προσώπων, καταστημάτων, αποθηκών, οικιών και λοιπών χώρων, ως και στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, … δ. Κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, … ε. Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα. 6. … 7. H οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών που συγκροτούν την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, καθώς και τα θέματα λειτουργίας αυτών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών … 10. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων λειτουργεί με βάση ειδικό κανονισμό λειτουργίας, που εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών». Κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 εξεδόθη το π.δ. 85/2005 «Οργάνωση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών» (Α΄ 122), στο άρθρο 2 του οποίου επαναλαμβάνονται τα ως άνω οριζόμενα στο νόμο σχετικά με την αποστολή και τις αρμοδιότητες της εν λόγω Υπηρεσίας. Τέλος, η Υπηρεσία αυτή ονομάσθηκε «Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος» (Σ.Δ.Ο.Ε.) με το άρθρο 88 παρ. 1 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58).
- Επειδή, με διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 παρέχονται στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών [ήδη Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)] ευρείες εξουσίες για την αποκάλυψη διαφόρων παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και σοβαρές παραβάσεις οικονομικής φύσεως, προκειμένου στη συνέχεια να επιλαμβάνονται τα αρμόδια όργανα και να επιβάλλουν τις κυρώσεις της οικείας νομοθεσίας ή να λαμβάνουν άλλα τυχόν προβλεπόμενα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να μην είναι αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως. Μεταξύ των εξουσιών αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη της επιβολής του μέτρου της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχομένων προσώπων, το οποίο αναφέρεται στη διάταξη της 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 και επαναλαμβάνεται, χωρίς να εξειδικεύεται, στην παρ. 2 εδ. ι΄ του άρθρου 2 του π.δ. 85/2005. Το εν λόγω μέτρο έχει προληπτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας. Δεδομένου δε ότι η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην προστασία γενικότερου δημοσίου συμφέροντος – κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα – και προβλέπεται έκδοση πράξεως διοικητικού οργάνου για την επιβολή του, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξεως αυτής γεννάται ακυρωτική διαφορά, υπαγομένη στην αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των ελεγχομένων παραβάσεων και της φύσεως της νομοθεσίας που τις διέπει.
- Επειδή, το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 μέτρο της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις τηςδεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου». Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου. Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεως της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Κατά τη γνώμη, όμως, του Αντιπροέδρου Ν. Ρόζου και των Συμβούλων Μ. Βηλαρά, Γ. Τσιμέκα, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Δ. Μακρή, το επίδικο μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων που αποσκοπεί στην αποτελεσματική πάταξη της μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας και της συναφούς με αυτές εγκληματικότητας και, γενικότερα, στην προστασία της δημόσιας περιουσίας, ήτοι στην διασφάλιση υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγεται μεν σοβαρή, πράγματι, επέμβαση στα ως άνω συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά. Η επέμβαση, όμως, αυτή δικαιολογείται εκ του ότι χωρίς την άμεση λήψη του εν λόγω μέτρου η υλοποίηση των ανωτέρω σκοπών θα κινδύνευε να ματαιωθεί. Και τούτο διότι, χωρίς τη λήψη του μέτρου, δεν θα διασφαλίζονταν στοιχεία αναγκαία προς έρευνα της πιθανής διάπραξης των ανωτέρω σοβαρότατων παραβάσεων ούτε θα διατηρούντο περιουσιακά στοιχεία του ελεγχόμενου προσώπου ώστε να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του Δημοσίου, σε περίπτωση που διαπιστώνετο πράγματι, εκ των υστέρων, η εκ μέρους του τελέση των παραβάσεων αυτών. Το μέτρο έχει, εξάλλου, από τη φύση του προσωρινό χαρακτήρα, όπως τούτο σαφώς συνάγεται εκ του ότι με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας ενημερώνεται, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών ο αρμόδιος εισαγγελέας ο οποίος, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, δύναται να προβεί στις αναγκαίες περαιτέρω ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ολικής ή μερικής άρσης του μέτρου, ενώ και ο βαρυνόμενος με το μέτρο δύναται, εφόσον τίθεται σε κίνδυνο η κάλυψη των βιοτικών και άλλων επιτακτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, να απευθυνθεί στη αρμόδια φορολογική ή δικαστική αρχή και να ζητήσει, ενόψει των περιστάσεων, την μερική ή και, ενδεχομένως, ολική άρση ή αναστολή εκτελέσεως του εν λόγω μέτρου. Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα γνώμη, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την οποία εισάγεται το εν λόγω μέτρο, δεν αντίκειται σε καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
- Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής : Ο αιτών διατηρεί ατομική επιχείρηση με έδρα την Κομοτηνή και αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και πώληση στην Ελλάδα βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών. Από διενεργηθέντα έλεγχο οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. προέκυψαν ενδείξεις για τέλεση, εκ μέρους του αιτούντος, των αδικημάτων της φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας μεγάλης εκτάσεως με χρήση υποτιμολογήσεων κατά την εισαγωγή και πώληση των εν λόγω γεωργικών μηχανημάτων. Κατόπιν αυτού, αποφασίσθηκε η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του αιτούντος, βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης. Με την Γ 11/ 148α΄ /4.7.2011 παραγγελία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ροδόπης ζητήθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. να διεξαγάγει προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση, η οποία δεν έχει περαιωθεί [βλ. το 2852/29.5.2013 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. προς το Συμβούλιο της Επικρατείας].
- Επειδή, σύμφωνα με εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται νομίμου ερείσματος, διότι εξεδόθη βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία είναι ανεφάρμοστη, διότι αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως και είναι, άλλωστε, εξεταστέος και αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, αλυσιτελούς καθισταμένης της εξετάσεως των λοιπών προβαλλομένων λόγων. Ομοίως, πρέπει να γίνει δεκτή και η ασκηθείσα παρέμβαση.
Διά ταύτα Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.).
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Δέχεται την παρέμβαση.
Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τα ποσά: α)των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ως δικαστική δαπάνη του αιτούντος και β) των εξακοσίων σαράντα(640) ως δικαστική δαπάνη της παρεμβαίνουσας.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
[4] ΣτΕ 1260/2015
Η κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.5 περ.ε του ν. 3296/2004 δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και λοιπών περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται με πράξη των αρμοδίων οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. αποτελεί διοικητικό μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στην διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού, σε περίπτωση διαπιστώσεως, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα (βλ. ΣτΕ 3316/2014 Ολομ., ΣτΕ 2797/2009).
Ως διοικητικό μέτρο δε που κατατείνει στην εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών, η κατ’ άρθρο 30 παρ. 5 περ. ε του ν. 3296/2004 δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου διακρίνεται από την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και εκποίησης περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 48 του ν.3691/2008, από όργανο της Ποινικής Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο διεξαγωγής τακτικής ανάκρισης, προανάκρισης ή και προκαταρκτικής εξέτασης και το οποίο εντάσσεται στα διωκτικά μέτρα της ποινικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 4427-ΣτΕ 8/2014).
Εν όψει της διαφορετικής φύσεως των διατάξεων που προβλέπουν τη λήψη των ανωτέρω μέτρων (άρθρο 30 παρ. 5 του ν. 3296/2004, άρθρο 48 του ν. 3691/2008) και των διαφορετικών σκοπών που υπηρετούνται με τις διατάξεις αυτές, σε περίπτωση κατά την οποία τα εν λόγω μέτρα λαμβάνονται παραλλήλως από τα αρμόδια όργανα, συνισχύουν, ως αυτοτελείς και διακεκριμένες αιτίες δεσμεύσεως των οικείων περιουσιακών στοιχείων.
Ήδη κρίθηκε με την ΣτΕ (ολ) 3316/2014, το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε του ν.3296/2004 μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και οποιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων, συνεπαγόμενο σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχόμενου προσώπου και ειδικότερα στα περιουσιακά δικαιώματα και την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256). Και τούτο, διότι, αν και με το μέτρο αυτό εξυπηρετείται σκοπός δημοσίου συμφέροντος (δηλαδή η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχόμενου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσας παραβάσεως, καθώς και η διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα), εν τούτοις δεν διαγράφονται στον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, αλλ’ αντιθέτως, με τη χρήση αόριστων εννοιών, καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση. Επιπλέον δε, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν τίθεται από τον νόμο περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, που επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε, κυρίως, ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως, ενώ δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσης της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς τη σοβαρότητα του λαμβανόμενου μέτρου.
1260/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Αικ. Χριστοφορίδου, Σπ. Χρυσικοπούλου, Σύμβουλοι, Ι. Μιχαλακόπουλος, Ο. Νικολαράκου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Αθανασίου.
Για να δικάσει την από 8 Νοεμβρίου 2012 αίτηση: της ……….. , κατοίκου Πανοράματος Θεσσαλονίκης (………), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο …, που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με …, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’αριθμ. ΕΜΠ 1012/9.8.2012 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.).
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ο. Νικολαράκου. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσης, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
- Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (916562, 3414136/2012 ειδικά έντυπα παραβόλου).
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’αριθμ. ΕΜΠ 1012/9.8.2012 πράξεως του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), με την οποία αποφασίσθηκε η δέσμευση του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας της αιτούσης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε του ν. 3296/2004.
- Επειδή, στο άρθρο 30 παρ.5 περ. ε του ν. 3296/2004 (A΄ 253), προβλέπεται ότι το Σ.Δ.Ο.Ε. [όπως μετονομάσθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) η συσταθείσα με την παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 «Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων»], κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί, προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε «Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα».
- Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν των υπ’αριθμ. ΑΒΜ Α07/11620/ 21.5.2009 και ΑΒΜ Α07/11620/9.7.2010 εισαγγελικών παραγγελιών και της υπ’αριθμ. 584/2001 εντολής του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος για την διερεύνηση υποθέσεως εκτεταμένης φοροδιαφυγής και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, διενεργήθηκε από τα αρμόδια όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας έλεγχος στις οικονομικές δραστηριότητες και τις συναλλαγές της εταιρείας «…………», στελεχών αυτής και λοιπών εμπλεκομένων προσώπων. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ελέγχου, ο …….. , μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερθείσης εταιρείας, προέβη, μέσω της εταιρείας αυτής, σε νομιμοποίηση παρανόμων εσόδων από την συστηματική λήψη, κατά τις χρήσεις 2001- 2010, εικονικών φορολογικών στοιχείων, επιτυγχάνοντας την μείωση του προς απόδοση Φ.Π.Α. και του προς καταβολή φόρου εισοδήματος, ενώ, παραλλήλως, προέβη και στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε., η συνολική ζημία του Δημοσίου από τις ανωτέρω αποδιδόμενες στην εταιρεία «…………….» και τον …………… παράνομες δραστηριότητες ανέρχεται στο ποσό των 61.700.000 ευρώ. Εξ άλλου, από τον έλεγχο προέκυψαν υπόνοιες για την ανάμειξη στην εν λόγω υπόθεση και της αιτούσης, συζύγου του προμνησθέντος …………… Ειδικότερα, στο σχετικό πόρισμα των αρμοδίων υπαλλήλων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας του Σ.Δ.Ο.Ε. αναφέρονται, ως προς την ανάμειξη της αιτούσης, τα εξής: «… Ο ………………. διοχετεύει τα παράνομα νομιμοποιηθέντα έσοδά του (από την λήψη των εικονικών στοιχείων που πραγματοποιεί η ………….. ……τουλάχιστον κατά 1.400.000,00 ευρώ, υπέρ της δικής του ιδιοκτησίας……. Εταιρίας ……….. … Η (ως άνω) επιχείρηση … διοχετεύει έσοδα 1.400.000,00 ευρώ, που αδικαιολόγητα και παρανόμως έχει ιδιοποιηθεί (μέσω του λογαριασμού της …………… …) υπέρ της συζύγου του …………. κας ………. … για την απόκτηση από αυτήν κληροτεμαχίου ίσης αξίας. Η σύζυγος του …. κα ……….. διοχετεύει με την σειρά της το ανωτέρω ποσό ύψους 1.400.000,00 ευρώ υπέρ του αδερφού της ……………. , για την απόκτηση από αυτόν ακινήτου (βιομηχανοστάσιο και γραφεία) ίσης αξίας. Σημειώνουμε ότι πρώτα αγοράζει την χρήση 2007 το ακίνητο του αδελφού της αντί 1.400.000,00 (την ίδια χρονιά που από τον ίδιο δανείζεται 250.000,00 ευρώ) το οποίο συμφωνεί να αποπληρώσει στις χρήσεις 2008 και το 2009 και μετά πουλάει το 2008 άλλο ακίνητο – κληροτεμάχιο στον σύζυγό της/ΑΚΙΝΗΤΑ ΔΩΡΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ ΛΤΔ αντί 1.600.000,00 ευρώ». Εν όψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, με την ήδη προσβαλλόμενη πράξη αποφασίσθηκε η δέσμευση του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας της αιτούσης, καθώς επίσης και η άρση του απορρήτου και το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών της, από 1.1.2006, κατ’ επίκληση των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 30 παρ. 5 εδ. ε΄ του ν. 3296/2004. Εξ άλλου, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως και στο πλαίσιο της διενεργουμένης προκαταρτικής εξέτασης για την σχετική υπόθεση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης προέβη, με το υπ’αριθμ. 1181/12.10.2012 βούλευμά του, στη λήψη των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 48 του ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας» (Α΄ 166). Συγκεκριμένα, με το ανωτέρω βούλευμα διατάχθηκε η δέσμευση της κίνησης όλων των τραπεζικών λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται από την αιτούσα ατομικά ή από κοινού με άλλον (με την μερική εξαίρεση ενός λογαριασμού της αιτούσης), καθώς επίσης και η απαγόρευση εκποίησης των εξής ακινήτων περιουσιακών στοιχείων: α) ενός ακινήτου (σύνθετου βιοτεχνικού κτιρίου) κειμένου στην περιοχή ………………. του Δήμου …. Θεσσαλονίκης και β) του ιδανικού μεριδίου 50% εξ αδιαιρέτου ακινήτου κειμένου στη ………… Θεσσαλονίκης. Αίτηση δε της αιτούσης για την ανάκληση του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απερρίφθη με το υπ’αριθμ. 326/2013 βούλευμα του αυτού Συμβουλίου.
- Επειδή, η κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.5 περ.ε του ν. 3296/2004 δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και λοιπών περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται με πράξη των αρμοδίων οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. αποτελεί διοικητικό μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στην διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού, σε περίπτωση διαπιστώσεως, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα (βλ. ΣτΕ 3316/2014 Ολομ., ΣτΕ 2797/2009). Ως διοικητικό μέτρο δε που κατατείνει στην εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών, η κατ’ άρθρο 30 παρ. 5 περ. ε του ν. 3296/2004 δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου διακρίνεται από την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και εκποίησης περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 48 του ν.3691/2008, από όργανο της Ποινικής Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο διεξαγωγής τακτικής ανάκρισης, προανάκρισης ή και προκαταρκτικής εξέτασης και το οποίο εντάσσεται στα διωκτικά μέτρα της ποινικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 4427/2014 -ΣτΕ 8/2014). Συνεπώς, εν όψει της διαφορετικής φύσεως των διατάξεων που προβλέπουν τη λήψη των ανωτέρω μέτρων (άρθρο 30 παρ. 5 του ν. 3296/2004, άρθρο 48 του ν. 3691/2008) και των διαφορετικών σκοπών που υπηρετούνται με τις διατάξεις αυτές, σε περίπτωση κατά την οποία τα εν λόγω μέτρα λαμβάνονται παραλλήλως από τα αρμόδια όργανα, συνισχύουν, ως αυτοτελείς και διακεκριμένες αιτίες δεσμεύσεως των οικείων περιουσιακών στοιχείων. Εν όψει των ανωτέρω, το έννομο συμφέρον της αιτούσης να ζητήσει την ακύρωση της εγκριθείσης με την προσβαλλόμενη πράξη δεσμεύσεως των περιουσιακών της στοιχείων, καθώς και η ισχύς της ως άνω επιβληθείσης δεσμεύσεως διατηρείται παρά το γεγονός ότι -ήδη προ της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως- είχε διαταχθεί, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η δέσμευση της κίνησης των τραπεζικών της λογαριασμών και η απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών της στοιχείων, με το υπ’ αριθμ. 1181/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η δέσμευση που διατάχθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη εκτείνεται στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της αιτούσης, ενώ η επιβληθείσα με το προαναφερθέν βούλευμα απαγόρευση εκποίησης αφορά μόνον τα συγκεκριμένα μνημονευόμενα περιουσιακά στοιχεία.
- Επειδή, όπως κρίθηκε με την ΣτΕ 3316/2014 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε του ν.3296/2004 μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και οποιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων, συνεπαγόμενο σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχόμενου προσώπου και ειδικότερα στα περιουσιακά δικαιώματα και την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256). Και τούτο, διότι, αν και με το μέτρο αυτό εξυπηρετείται σκοπός δημοσίου συμφέροντος (δηλαδή η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχόμενου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσας παραβάσεως, καθώς και η διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα), εν τούτοις δεν διαγράφονται στον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, αλλ’αντιθέτως, με τη χρήση αόριστων εννοιών, καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση.
Επιπλέον δε, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν τίθεται από τον νόμο περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, που επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε, κυρίως, ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως, ενώ δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσης της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς τη σοβαρότητα του λαμβανόμενου μέτρου.
- Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται νομίμου ερείσματος, διότι η λήψη των ενδίκων μέτρων ερείδεται επί της διατάξεως του άρθρου 30 παρ.5 περ. ε του ν.3296/2004, η οποία είναι ανεφάρμοστη, διότι αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται με το από 13.1.2015 υπόμνημα της αιτούσης αλλά εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, ως αναγόμενος στη συνταγματικότητα του εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ΕΜΠ 1012/9.8.2012 απόφαση του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας του Σ.Δ.Ο.Ε. Η ακύρωση της ανωτέρω διοικητικής πράξεως, πάντως, δεν αίρει την επιβληθείσα με το υπ’αριθμ. 1181/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της αιτούσης.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.
Ακυρώνει την υπ’αριθμ. ΕΜΠ 1012/9.8.2012 απόφαση του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας του Σ.Δ.Ο.Ε.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη της αιτούσης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 7ης Απριλίου 2015.
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

![αντισυνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 5 του Ν 3296/2004 [διασφάλιση συμφερόντων του Δημοσίου από το ΣΔΟΕ]](https://nenadion.com/wp-content/uploads/2015/11/cf87cf89cf81ceafcf82-cf84ceafcf84cebbcebf.png?w=957)
Μία απάντηση στο “αντισυνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 5 του Ν 3296/2004 [διασφάλιση συμφερόντων του Δημοσίου από το ΣΔΟΕ]”
[…] προσφάτως κρίθηκε αντισυνταγματική (ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ […]
Μου αρέσει!Μου αρέσει!