Με την υπ’ αριθμόν 4003/2014 απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας (σε σχηματισμό Ολομελείας, λόγω μείζονος σπουδαιότητας) έκρινε την παράλειψη της Διοικήσεως να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων από το 2007 μετά από αίτηση ακυρώσεως που υπέβαλαν 13 ιδιοκτήτες ακινήτων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, όπως ήταν αναμενόμενο, ότι η παράλειψη αυτή είναι παράνομη, καθώς δεν θα ήταν δυνατόν να φορολογείται η ακίνητη περιουσία το 2014 με βάση τιμές του 2007 που έχουν ήδη μεταβληθεί πάρα πολύ. Εφαρμόζοντας μια νέα διάταξη που εισήχθη το καλοκαίρι στη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία του, έθεσε προθεσμία 6 μηνών στη Διοίκηση για την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών. Παρουσιάζει ενδιαφέρον πώς η Διοίκηση εξειδίκευσε το νόημα της υποχρέωσης του Κράτους για διετή αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, πώς απήντησε στα ειδικότερα επιχειρήματα της Διοικήσεως, καθώς και η λογική, με την οποία επικαλέσθηκε, εφήρμοσε και, μάλιστα, υπερέβη τη νέα διάταξη για τάξιμο προθεσμίας στη Διοίκηση.
-
Το αντικειμενικό σύστημα αξιών αποσκοπεί στον ορθότερο προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, προκειμένου η φορολογία επί των ακινήτων να είναι, κατά το δυνατόν, ανάλογη με την πραγματική τους αξία
Η συνεισφορά των πολιτών στα δημόσια βάρη πρέπει να είναι σύμφωνη με τη φοροδοτική τους ικανότητα: ο κάθε φορολογούμενος συνεισφέρει “ανάλογα με τις δυνάμεις του” κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος. Εξειδικεύοντας την παραπάνω διάταξη στη φορολογία περιουσίας, είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η πραγματική αξία της, ώστε επ’ αυτής της αξίας να υπολογίζεται ο φόρος. Για το σκοπό αυτό, του κατά το δυνατόν ορθότερου υπολογισμού της αγοραίας αξίας της φορολογητέας ύλης, ο νομοθέτης θέσπισε με το άρθρο 41 του νόμου 1249/1982 αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού της αξίας της ακίνητης περιουσίας, το οποίο στηρίζεται στον προσδιορισμό, με βάση στοιχεία της αγοράς, τιμών ανά τετραγωνικό μέτρο που αντιστοιχούν σε ζώνες ακινήτων, καθώς και μια σειρά συντελεστές που προσαυξάνουν ή μειώνουν την αξία του ακινήτου, όπως προσδιορίζεται με το σύστημα αυτό. Αναγνωρίζοντας, παράλληλα, τη μεταβλητότητα της αγοραίας αξίας των ακινήτων, και προκειμένου το σύστημα για να διατηρήσει την “αντικειμενικότητα” του, ο νομοθέτης όρισε και την υποχρεωτική επανεκτίμηση της αξίας του κάθε ακινήτου ανά διετία διαμέσου του επανακαθορισμού των αντίστοιχων τιμών ζώνης. Η τελευταία αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών έλαβε χώρα το 2007.
Συνεπώς όσοι φόροι ακίνητης περιουσίας έχουν επιβληθεί από το 2008 και έπειτα, ακόμη και πολύ πρόσφατα (και μάλιστα πλέον και ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων – ΕΝΦΙΑ – που καθιερώθηκε με το ν. 4223/2013) έχουν υπολογιστεί ωσαν το κάθε προς φορολόγηση ακίνητο να άξιζε τόσο όσο το 2007. Το σύστημα των αντικειμενικών αξιών αντί να λειτουργεί ως εργαλείο κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερου και άρα δικαιότερου υπολογισμού των “δυνάμεων” των φορολογουμένων – σκοπός άλλωστε για τον οποίο θεσπίστηκε- καταστρατηγείται τα τελευταία χρόνια προκειμένου να αντλήσει η Διοίκηση όσο δυνατόν περισσότερα έσοδα φορολογώντας περιουσίες με πλασματική αξία. Αξίζει να τονιστεί ότι σε μεγάλο μέρος της σχολιαζόμενης απόφασης παρατίθενται στοιχεία ενδεικτικά της κατάρρευσης της αξίας των ακινήτων, προκειμένου να καταδειχθεί η διάσταση της πραγματικής αξίας των ακινήτων από την αντικειμενική.
-
Η Διοίκηση δεν μπορεί να επικαλείται εις βάρος των φορολογουμένων την αδυναμία της για νέο προσδιορισμό των τιμών ζώνης
Με δεδομένη την πρόδηλη παραβίαση της νομοθετικής πρόβλεψης για διετή αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών από το 2007, η Διοίκηση περιόρισε ουσιαστικά την επιχειρηματολογία της στην αδυναμία της να προβεί σε έναν αξιόπιστο υπολογισμό. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ουσιαστικά η Διοίκηση προέβαλε τη ρευστότητα της αγοράς των ακινήτων ως επιχείρημα για να μην προχωρήσει σε επαναπροσδιορισμό των τιμών ζώνης, ενώ στην πραγματικότητα αυτός είναι ακριβώς ο λόγος, για τον οποίο επιβάλλεται νομοθετικά η τακτική αναπροσαρμογή τους. Η Διοίκηση συνομολόγησε, ουσιαστικά, τη ραγδαία πτώση της αγοραίας αξίας των ακινήτων, όταν προέβαλε ότι αντικειμενική της αδυναμία να υπολογίσει την αγοραία αξία των ακινήτων οφείλεται στον πολύ περιορισμένο αριθμό αγοραπωλησιών εν μέσω κρίσης.
Από την πλευρά του το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το επιχείρημα της Διοικήσεως αντικρούεται από τις πράξεις της, καθώς η Διοίκηση εν μέσω οικονομικής κρίσεως προέβη σε αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων του Ψυχικού, σε συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ εντάχθηκαν πλήθος νέοι οικισμοί στο αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού το 2011, κατά το διάστημα, δηλαδή, κατά το οποίο η Διοίκηση ισχυρίζεται ότι συνέτρεχε “αντικειμενική αδυναμία υπολογισμού”.
Μεγαλύτερη αξία, όμως, έχει η παραδοχή του Δικαστηρίου ότι, ακόμα και αν πράγματι μπορούσε να στοιχειοθετηθεί αντικειμενική αδυναμία της Διοίκησης, δεν θα ήταν δυνατόν να αποτελέσει αυτή λόγο άδικης επιβάρυνσης των διοικουμένων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν θεωρεί νόμιμη σε καμία περίπτωση την αυθαίρετη κρίση των φορολογικών αρχών και την ευθεία παράβαση όχι μόνο του νόμου (άρθρο 42 ν. 1249/1982), αλλά και της ίδιας της διατάξεως του Συντάγματος, της παρ. 5 του άρθρου 4. Το σημείο αυτό της αποφάσεως είναι μια αυτονόητη παραδοχή σε ένα καθεστώς νομοκρατίας, όπου η Διοίκηση επιτρέπεται να δρα μόνο σύμφωνα με το νόμο και μέσα στα όρια που ο νόμος θέτει.
-
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, μολονότι δέχθηκε την παρανομία της Διοικήσεως, δεν προχώρησε στην ακύρωση της παράνομης παράλειψής της
Με τον ν. 4272/2014, που ψηφίσθηκε το καλοκαίρι (κι ενώ εκκρεμούσε η συζήτηση επί της αιτήσεως ακυρώσεως για τις αντικειμενικές αξίες), προστέθηκε μια νέα παράγραφος, 3α, στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, που είναι η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τη νέα αυτή παράγραφο παρασχέθηκε στο Δικαστήριο η δυνατότητα, επί παράνομης παράλειψης της Διοίκησης, να εκδώσει προδικαστική απόφαση προκειμένου να «ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία (…) να εκπληρώσει την οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια τάσσοντας προς τούτο αποκλειστική εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ούτε μεγαλύτερη από τρεις μήνες». Ουσιαστικά, δηλαδή, δόθηκε στο Δικαστήριο η δυνατότητα να παραχωρήσει προς τη Διοίκηση μια ευκαιρία για να διορθώσει την παράλειψή της. Με την ίδια προσθήκη παρασχέθηκε η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ορίσει, κατόπιν σταθμίσεως συμφερόντων (διαδίκων και δημοσίου συμφέροντος) ότι η οφειλόμενη ενέργεια που θα συντελεστεί για θεραπεία της παράνομης παράλειψης δε θα έχει αναδρομικά αποτελέσματα, αλλά θα λειτουργεί για το μέλλον. Είναι φυσικά συζητήσιμο το κατά πόσο η χρήση αυτής της ευχέρειας οδηγεί σε ουσιαστική ικανοποίηση του διοικουμένου, ο οποίος ζήτησε την ακύρωση μιας πράξης ή παράλειψης που κρίνεται, με την ίδια δικαστική απόφαση, παράνομη.
Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, το Δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου να προβεί στην οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών η Διοίκηση και μάλιστα καθ’ υπέρβασιν του ορίου που θέτει η νέα διάταξη (3 μήνες). Το Δικαστήριο επικαλέσθηκε «τη συνταγματική ευχέρεια (εκ του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος, από τη διατύπωση του οποίου δεν φαίνεται, πάντως, να προκύπτει κατ’ αρχήν) να αποκλίνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από τις ειδικότερες ρυθμίσεις των ως άνω δικονομικών διατάξεων», και έταξε προθεσμία 6 μηνών. Ο ορισμός μεγαλύτερης προθεσμίας δικαιολογείται από το Δικαστήριο, χωρίς επίκληση νομικής βάσης για αυτή του την ενέργεια, « στην εξαιρετική περίπτωση που, εκτιμώντας τις συνθήκες, κρίνει ότι το τρίμηνο δεν αποτελεί επαρκές χρονικό διάστημα για την εκπλήρωση της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας». Ακριβώς λόγω του ότι επί αναδρομικής εφαρμογής της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών θα εκτείνονταν τα αποτελέσματα αυτής ως τη στιγμή που θα έπρεπε αυτή να είχε εξαρχής υπολογιστεί -δηλαδή το 2009- και έτσι θα έπρεπε να επανορθωθεί η ζημία από τους από τότε επιβελημένους σε πλασματική αξία φόρους, με δυσυπολόγιστες συνέπειες από την προκαλούμενη “αιφνίδια διαταραχή των φορολογικών εσόδων του Κράτους, υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες”. Στη στάθμιση ατομικού και δημόσιου συμφέροντος η πλάστιγγα έγειρε προς το δημόσιο συμφέρον και εις βάρος των αιτούντων των οποίων, κατά τα λοιπά, υποτίθεται ότι το δίκαιο αναγνωρίσθηκε.
(ΠΗΓΗ : liberalcommentary.wordpress.com )
Περίληψη απόφασης :
[…] υφίσταται παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της Χώρας. Η παράλειψη αυτή συντελέστηκε με την πάροδο εύλογου χρόνου από την παρέλευση διετίας από την αναπροσαρμογή των τιμών του έτους 2007. Η υποχρέωση δε αυτή της Διοίκησης ενεργοποιήθηκε εκ νέου με την υποβολή της από 12.11.2013 αίτησης των ήδη αιτούντων, επί της οποίας εκδόθηκε το μνημονευθέν 1025803/10.2.2014 έγγραφο.
[…]
Επειδή, η διαπιστωθείσα …. παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της Χώρας θα ήταν ακυρωτέα, κατʼ αποδοχή προβαλλόμενου λόγου, και μάλιστα από το χρόνο συντέλεσης αυτής. Το Δικαστήριο, όμως, εκτιμώντας τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίζοντας αφʼ ενός τα έννομα συμφέροντα των αιτούντων και αφʼ ετέρου το έντονο δημόσιο συμφέρον, συνιστάμενο στην αποφυγή αιφνίδιας διαταραχής των φορολογικών εσόδων του Κράτους, υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, κρίνει ότι, κατʼ εφαρμογή της παραγράφου 3α του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, πρέπει, αντί αναδρομικής ακυρώσεως, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στη Διοίκηση να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη. Κρίνει δε ότι, προς τούτο, το τρίμηνο δεν αποτελεί επαρκές χρονικό διάστημα· για το λόγο αυτό, πρέπει να χορηγηθεί στη Διοίκηση προθεσμία έξι μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης.
Για να μελετήσετε το σύνολο της απόφασης, πατήστε ΕΔΩ, και ακολούθως πληκτρολογήστε τον αριθμό της απόφασης στο σχετικό πεδίο αναζήτησης.
